Κι άλλοτε έτυχε το ίνμποξ άδειο. Και το τηλέφωνο σιωπηλό. Πρώτη φορά είναι; Και μετά από κάποιαν ώρα το βράδυ, οι δρόμοι ερημώνουν κι οι βιτρίνες ξεμένουν μοναχές – πάντα έτσι γίνεται. Πώς οι γιορτές αυτά τα βάφουν τόσο στενάχωρα; Κι ίσως θυμωμένα; Φταίει κάποιος; Γιατί κοιτάνε λυπημένα; Να ’ναι κούραση; Είναι. Να ’ναι κι άγχος – να προλάβω; Είναι κι αυτό. Θα φτάσουν τα λεφτά; Και κάνει και κρύο. Ο άλλος, δεν τον είδα να ζορίζεται. Πού τα βρίσκουν ρε παιδί μου; Τ’ αυτοκίνητα θεόρατα και τα βρεμμένα τζάμια και τ’ αλάρμ τα αναμμένα. Εγώ δεν έχω καταλάβει; Πώς γίνεται; Αληθή όλα – κι όμως. Κάτι διαφεύγει απ’ την περιγραφή. Άμα ερωτηθείς και τι ακριβώς περίμενες να συμβεί χρονιάρες μέρες και δεν συνέβη, τι διαφορετικό από τις άλλες μέρες, και γιατί τώρα ειδικά σ’ έπιασε η στενοχώρια, τώρα, μες τα φώτα και τα στολίσματα, και τα διπλοπαρκαρισμένα – βλέπεις; δεν απαντάς με σαφήνεια. Ίσως πεις γι’ αγάπη. Ή θα το πας στη συμπόνοια, ξερωγώ – μπορεί να περάσεις στα λεφτά, ή να μπει στο παιχνίδι κ...
επί παντός