Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Στρατονίκη

CΤΡΑΤΟΝΙΚΗCΑΤΟΚΟΥ ΓΥΝΗΔΕΑΡΤΕΜΙΔΩΡΟΥ ΤΟΥΜΕΝΕΚΡΑΤΟΥ Ή, αλλιώς γραμμένο: Στρατονίκη Σατόκου, γυνὴ δὲ Ἀρτεμιδώρου τοῦ Μενεκράτου. Δηλαδή, η Στρατονίκη, κόρη του Σατόκου, και σύζυγος του Αρτεμιδώρου, γιου του Μενεκράτη. Αυτή ήταν μέσα στο μαρμάρινο κουτί. Η Στρατονίκη. Ή, τέλος πάντων, ό,τι είχε απομείνει απ’ αυτήν. Μέσα στη μαρμάρινη τεφροδόχο λάρνακα με το κάλυμμα· και με την επιγραφή στη μπροστινή όψη. Το νούμερο 458 του καταλόγου που εξεπόνησε ο Χασάν Μαλάι το 1994, «Ελληνικές και Λατινικές Επιγραφές στο Μουσείο της Μανίσα». Τούρκος αρχαιολόγος αυτός. Επιγραφολόγος. Από τους σημαντικότερους ειδικούς στις ελληνικές και λατινικές επιγραφές της αρχαίας Λυδίας. Και της Μυσίας και της Αιολίδας. Γενικότερα της Δυτικής Μικράς Ασίας. Είχε οργώσει τον τόπο, χωράφια, σπίτια, νεκροταφεία – και σπόλια: πώς καταγράφεις επιγραφή που πια είναι ενσωματωμένη σε νεότερο κτίσμα και δεν κουνιέται. Χασάν. Αραβικό όνομα. Ο ωραίος, ο όμορφος, ο καλός. Και Μαλάι θα πει Μαλαίος. Στο Ödemiş της Δυτικής Τουρκίας ...
Πρόσφατες αναρτήσεις

Ἵστημι

Δός μοι πᾷ στῶ καὶ τὰν γᾶν κινήσω – δώσε μου τόπο να σταθώ, και τη γη θα μετακινήσω. Έτσι λένε ότι είπε ο Αρχιμήδης. Εντάξει. Λένε. Αλλά τα φέικ έπαιζαν από τότε. Σιγά μην είπε έτσι ο άνθρωπος. Ἐφ’ ᾧ λέγεται εἰρηκέναι, σημειώνει ο Πάππος ο Αλεξανδρεύς, δός μοί (φησι) ποῦ στῶ καὶ κινῶ τὴν γῆν. Στω, πάντως. Πού να σταθεί, έψαχνε ο αρχαίος σοφός. Ο Λούθηρος πάλι δεν είχε θέμα πού να σταθεί: Hier stehe ich. Σαφής. Ich kann nicht anders – αλλιώς δεν δύναμαι. Μάλιστα. Ούτε αυτός το ’πε ακριβώς έτσι. Αλλά τέλος πάντων είναι γενικώς παραδεδεγμένο ότι αυτό ήτο το νόημα: εδώ στέκομαι, κύριοι. Ούτε ο σταυρός έχει θέμα πού να στέκεται. Κι αυτός γνωρίζει πολύ καλά. Αφού δε θα πει ένα ξύλο κάθετο κι ένα ξύλο οριζόντιο, όπως το ’χουμε σήμερα στο μυαλό μας. Όχι. Σταυρός θα πει πάσσαλος. Βεβαίως – μη με κοιτάς έτσι: καὶ ἐπαναχωρήσασα ἡ πᾶσα στρατιὰ τήν τε ὑποτείχισιν καθεῖλον καὶ τὸ σταύρωμα ἀνέσπασαν καὶ διεφόρησαν τοὺς σταυροὺς παρ᾽ ἑαυτοὺς καὶ τροπαῖον ἔστησαν, γράφει ο Θουκυδίδης. Και συμπτύχθηκε, ...

Διαλυτικά

Εξαιρετικό πράγμα τα διαλυτικά, και εξαιρετικό το σχετικό άρθρο της ακάματης κυρίας Μπίρμπα. Αλλά τι κανόνες και ξεκανόνες, απλό είναι το ζήτημα: άμα υπάρχει κίνδυνος να το περάσεις για δίψηφο φωνήεν, για αι=ε, οι=ι, ου=u κ.λπ., βάλε άνθρωπέ μου διαλυτικά να ’χεις το κεφάλι σου ήσυχο. Προϊστορικός και όχι προιστορικός, γιατί θα διαβάσεις πριστορικός. Ευρωπαϊκός και όχι ευρωπαικός, που διαβάζεται ευρωπεκός. Και προϋπόθεση και όχι προυπόθεση. Εντάξει; Απλό. Αμ δε. Στα σχόλια που ακολούθησαν την ανάρτηση θυμηθήκαμε και τον Μωϋσή – σιγά που θα τον ξεχνάγαμε. Όχι μόνο το ’χουμε δει σε παλιά βιβλία, αλλά μερικοί το ’χουμε δει και στα αναγνωστικά μας. Όταν ακόμη τα νύχια μας ήταν απαλότερα απ’ ό,τι είναι σήμερα. Εντάξει, βλέπω έναν εκεί στο βάθος και γελάει. Ησυχία, παρακαλώ. Τι ελέγαμε; Α, ναι, ότι σε παλιότερη τυπογραφία, αλλά και σε χειρογραφή βεβαίως, όλο και κάτι διαλυτικά κολλούσαμε – άνευ λόγου και αιτίας, όπως συν τω χρόνω συνειδητοποιήσαμε. Δείτε στην εικόνα: τι δουλειά είχαν τα διαλ...

Μανίσα

πάντα έτσι ήσουν, όμορφη – ήθελα να το πω και μπαίναν τόσα ζητήματα που δε μπορούσα να το πω μόνο του, λες έβγαινε ανακατεμένο και μ’ άλλα ένα σωρό και σκεφτόμουν άστο, πώς να πεις χωρίς ν’ ακούγονται και τ’ άλλα, πώς να μιλήσεις και να ’ναι η φωνή καθαρή, χωρίς ηχώ, χωρίς θορύβους όμορφη, απλώς, χωρίς διαπραγμάτευση, χωρίς προϋποθέσεις, ξέρεις, εκείνο που νομίζει κανείς ότι δεν υπάρχει μόνο του στη γλώσσα, ότι με όλο και κάτι άλλο συνοδεύεται – αλλά όχι – εσύ ήσουν όμορφη το πόδι το λευκό, αυτό μου έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση – με άφηνε άλαλο πώς σχηματίζονταν τα σφυρά και οι ταρσοί, πώς εκτείνονταν τα μετατάρσια για να καταλήξουν στα ρωμαλέα θηλυκά σου δάκτυλα – ξέρεις, είπα θηλυκά, κι αναρωτιέται κανείς τι είναι εκείνο που κάνει θηλυκό ένα μακρύ μετατάρσιο που απολήγει στις όμορφες αυτές φάλαγγες – δεν ξέρω, είναι η απάντηση, κι ίσως αυτό να είναι και το μυστήριό σου, ότι δεν ξέρει κανείς τι είναι εκείνο που σε συνιστά, ποιο υλικό, τι ’ναι ύλη και τι το χάος, κι αρχίζουν τα πράματα κ...

Τζαμί

Ἐκκλησία: σήμερα λέμε έτσι τον ναό. Το μέρος που μαζεύονται οι πιστοί. Τον οίκο του θεού. Ή περίπου. Από μια ριζούλα αρχαία. Πανάρχαια. *kelh₁- και *kl̥h₁-, που μας βγάζει στο καλέω και καλώ. Στο κλητός. Στον καλεσμένο και τον προσκεκλημένο. Στον παράκλητο και στην κλήση σε απολογία. Και σ’ εκείνη της Τροχαίας. Και του ανελκυστήρα. Αλλά παρασυρόμεθα. Καλώ, λέγαμε. Και εκκαλώ. Και Εκκλησία του Δήμου – δηλαδή το σώμα των συγκεκλημένων πολιτών. Στην Ελληνιστική Κοινή, έτσι λέγονταν και οι ρωμαϊκές λαϊκές συνελεύσεις. Τα comitia. Έκκλησία λοχῖτις, όλων των στρατευμένων, και ἐκκλησία φρατρική: comitia centuriata και comitia curiata. Αχ, πάλι παρασυρόμεθα. Και σήμαινε και το ψήφισμα. Συνεκδοχές λέγονται αυτά τα παιγνίδια. Μετωνυμικές διαδρομές: όταν οι Αθηναίοι έσυραν τον Ηρώδη τον Αττικό ενώπιον του φιλοσόφου αυτοκράτορος, του Μάρκου Αυρηλίου, «ἀναγιγνωσκομένης δὲ αὐτῷ καὶ Ἀθηναίων ἐκκλησίας», γράφει ο Φιλόστρατος, «οὕτως ἐσείσθη τὴν καρδίαν ὑφ᾽ ὧν ἤκουσεν, ὡς ἐς δάκρυα φανερὰ ὑπαχθῆναι»*, ...

Οὐκ ἔστιν ὧδε

Α σχέτως θρησκευτικότητας, τέτοιες μέρες, με τον ένα με τον άλλο τρόπο, η καθημερινότητά μας είναι γεμάτη απ’ αυτόν τον λόγο. Λόγο παμπάλαιο. Ελληνικά; ασφαλώς. Αρχαία; όχι πολύ. Σαν τα σημερινά; θα μας γελάσω. Δηλαδή; άλλη γλώσσα; όχι δα. Τότε; Ελληνιστική Κοινή. Ή Αλεξανδρινή. Ή Βιβλική. Όπως θες τη λες. Μια εξέλιξη της Αττικής κυρίως διαλέκτου. Τα Ελληνικά που μιλήθηκαν και γράφτηκαν κατά τα Ελληνιστικά Χρόνια, από τα στρατεύματα του Μεγαλέξανδρου κι απ’ τους λαούς στην Ελλάδα και σ’ όλη την τότε (κατ)οικουμένη. Στη Μεσόγειο και στην καθ’ ημάς Ανατολή. Ένας ευρύς κοινός ελληνικός γλωσσικός χώρος που περιλαμβάνει την επίσημη γλώσσα του Μακεδονικού Κράτους και των βασιλέων του, τις ποικιλίες στον κόσμο των Επιγόνων, τη γλώσσα του Πλουτάρχου και του Πολυβίου, τη γλώσσα του Αδριανού και του Μάρκου Αυρηλίου. Και φυσικά τη γλώσσα των Εβδομήκοντα. Των ελληνόφωνων Εβραίων που έλεγαν τον τόπο λατρείας τους «συναγωγή» και το δικαστικό τους συμβούλιο, «σανχεντρίν»: συνέδριον. Που μετέφρασαν τη...

Τελειώσαμε

Αυτό τώρα, δεν ξέρεις πώς να το κουβεντιάσεις. Πάντως πάει – τελειώσαμε κι απ’ αυτό. Ένταση. Της κακομοίρας. Δεν έχει ξαναγίνει. Κόσμος και κοσμάκης σταυρώνεται. Κι όλο και κάποιος καινούριος ξεφυτρώνει, και όλο κάποιος ξανασταυρώνεται. Έτσι είν’ αυτοί. Έναν κόβεις, δέκα βγαίνουν. Δεν υπάρχει να συνεννοηθείς. Αυτό όμως ήταν αλλιώτικο. Απόκοσμο. Αυτός ο Καϊάφας τον έφερε ώς εδώ – αυτός και οι δικοί του. Ποιος άλλος. Και οὐκ εἰσῆλθον εἰς τὸ πραιτώριον – εδώ να δεις γέλιο. Καθόσαντε απ’ έξω, ἵνα μὴ μιανθῶσιν. Το ’χουν σε κακό, κατάλαβες; Έχουνε δικά τους – μιλάν με το θεό αυτοπροσώπως αυτοί – ξέρουν καλύτερα από μάς τους υπόλοιπους – τέτοια πετριά. Περιμέναν απ’ όξω. Τίνα κατηγορίαν φέρετε κατὰ τοῦ ἀνθρώπου τούτου; Και τι είπανε; Θα τον παραδίδαμε εἰ μὴ ἦν οὗτος κακοποιός; Άκου κατηγορία ρε φίλε. Πολύ προχώ νομικά. Τι έκανε, ρωτάς, εμ θα στον φέρναμε αν δεν έκανε, σου απαντάν. Άπαιχτοι, φίλε. Άλλος κόσμος. Χτυπάγαν καμπανάκια – ρεντ αλερτ, κατάλαβες. Ε, ωραία. Λάβετε αὐτὸν ὑμεῖς καὶ κρίνα...