Ν αι, το γνωστό ζήτημα: καταγγέλλεται ότι χρησιμοποιούνται οι προστακτικές «υπέβαλε», «κατέθεσε», αντί του ορθού «υπόβαλε», «κατάθεσε», κ.λπ. Και μάλιστα η παράβασις γίνεται από γραμματιζούμενους. Σε μόλις χθεσινή ανάρτηση στην ομάδα μας, ειπώθηκαν, σε διάφορους τόνους και με διάφορους τρόπους, τα γνωστά: η μια σκέψη που λέει ότι τι δουλειά έχει στην προστακτική αορίστου μια χρονική αύξηση αφού είναι μορφολογικό λάθος, και η άλλη που λέει ότι δεν πρόκειται για αύξηση αλλά για φωνολογικό φαινόμενο: η προστακτική δανείζεται το αοριστικό καλούπι του ρήματος. Τα είπαν καλά και τρίκαλα οι φίλοι, άλλοι έτσι, άλλοι αλλιώς. Ανάμεσα σε πολύ σοφότερους εμού, δεν έκρυψα κι εγώ τη δική μου γνώμη. Που είναι ότι πρόκειται για τόνο που ανεβαίνει κι όχι για λάθος αύξηση. Κι έχω μια ιστορία να μοιραστώ. Ιστορία που μου φάνηκε ότι άξιζε τον κόπο να γίνει αυτοτελής ανάρτηση. Είμαι της γενιάς που άκουσε δημοτική μόνο καθώς τέλειωνε τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Όχι, δε θα αποκαλύψω αν αυτό που τέλειωσα λεγ...
Κι άλλοτε έτυχε το ίνμποξ άδειο. Και το τηλέφωνο σιωπηλό. Πρώτη φορά είναι; Και μετά από κάποιαν ώρα το βράδυ, οι δρόμοι ερημώνουν κι οι βιτρίνες ξεμένουν μοναχές – πάντα έτσι γίνεται. Πώς οι γιορτές αυτά τα βάφουν τόσο στενάχωρα; Κι ίσως θυμωμένα; Φταίει κάποιος; Γιατί κοιτάνε λυπημένα; Να ’ναι κούραση; Είναι. Να ’ναι κι άγχος – να προλάβω; Είναι κι αυτό. Θα φτάσουν τα λεφτά; Και κάνει και κρύο. Ο άλλος, δεν τον είδα να ζορίζεται. Πού τα βρίσκουν ρε παιδί μου; Τ’ αυτοκίνητα θεόρατα και τα βρεμμένα τζάμια και τ’ αλάρμ τα αναμμένα. Εγώ δεν έχω καταλάβει; Πώς γίνεται; Αληθή όλα – κι όμως. Κάτι διαφεύγει απ’ την περιγραφή. Άμα ερωτηθείς και τι ακριβώς περίμενες να συμβεί χρονιάρες μέρες και δεν συνέβη, τι διαφορετικό από τις άλλες μέρες, και γιατί τώρα ειδικά σ’ έπιασε η στενοχώρια, τώρα, μες τα φώτα και τα στολίσματα, και τα διπλοπαρκαρισμένα – βλέπεις; δεν απαντάς με σαφήνεια. Ίσως πεις γι’ αγάπη. Ή θα το πας στη συμπόνοια, ξερωγώ – μπορεί να περάσεις στα λεφτά, ή να μπει στο παιχνίδι κ...