Ω βουλή! Λόγους καλούς φέρνω, και θέλω τα καλά πρώτα να σας πω! «ὦ βουλή, λόγους ἀγαθοὺς φέρων εὐαγγελίσασθαι πρῶτον ὑμῖν βούλομαι·» Αυτό θα πει ευαγγελίζομαι. Λέω τα καλά. Ευαγγέλιο θα πει τα νέα τα καλά. Κι Ευάγγελος, ο άγγελος καλών. Ευαγγελισμός είναι το νοσοκομείο, εκεί, στην Υψηλάντου. Και Μαρασλή. Με την πλάτη στο Χίλτον άμα κοιτάξεις, αυτό βλέπεις. Θεόρατο. Από κει ώς πέρα. Βάλε ορόφους, βάλε διαδρόμους – χάνεσαι. Κόσμος, κακό, νοσοκόμες, παράθυρα, παλιά μπογιά και ανθρώποι βιαστικοί, καροτσάκια, τροχήλατα, σωληνάκια, δουλειές να προφτάσουν, οι ασθενείς που περιμένουν – ξέρεις τι ’ναι να περιμένει ο άνθρωπος; Και καλά να ’ναι κάνα παιδί, κάνα κορίτσι της παντρειάς, κάνα παλικάρι – δεν έχουν ανάγκη αυτοί. Αλλά ο γέρος κι ο ανήμπορος; Άμα το δέρμα ρυτιδιάσει και μπει η ιδέα ωχ με ξεχάσανε, ωχ δε στάζει ο ορός, ωχ τραβάει ο καθετήρας – τα πράματα στραβώνουν. Γιατί μετά δε σκέφτεσαι φυσιολογικά. Αρχίζουν και πολλαπλασιάζονται οι συνειρμοί οι ανάποδοι, και πού είναι, και τι κάνουν, ...
Που λες Γιώργο μου, εκεί που καθόμαν, ακούω έντρομος μια φωνή: – Πώς συλαβίζεται ρε ο έντρομος; Αμάν, λέω. Αυτό ήταν. Τέλος. Ότι χαρίκαμε, χαρίκαμε. Ήρθε η ώρα να το φτύσουμε πετρέλεο. Τώρα; Και πού ξέρω γώ ο καϋμένος πώς συλαβίζεται ο έντρομος; Εγώ δεν έχω βλάψει ούτε μυρμύγκι. Και φτωχούς δίνω ότι μου περσεύει, και τα παιδιά μου φροντίζω, και σχολείο πήγα – δεν έχω πειράξει άνθρωπο. Έν, τρό και μός, ακούγεται μια φωνή. Είναι προφανές ρε. Διότι η ετοιμολογία έχει το πρόθυμα έν και την κατάληξη τρόμος. Κάπως έτσι το είπε. Ότι άλλος ο τρόμος, κι άλλος ο έν. Και πάνω κει, λέει ένας άλλος, και γιατί ρε ναν τη χορίσουμε έτσι τη λέξη; Επιδί έτσι σαρέσει εσένανε; Πο πο Γιόργο μου είχε πάρει φοτιά το πράμα με το καλιμέρα, και δεν ήξερα τι να κάνω. Διότι εν και τρόμος σημαίνει ότι βρήσκομαι σε θέση τρόμος, το είπανε. Κατάλαβες Γιόργο μου; Έτσι είναι το δίκαιο. Άρα, από δω πάει το έν, κι από κει ο τρόμος, το κατάλαβες; Όχι ρε, πετιέτε άλλος. Ντρόμος πάει όλο μαζί. Ο ντρόμος είχε τη δική του ιστ...