Ἐκκλησία: σήμερα λέμε έτσι τον ναό. Το μέρος που μαζεύονται οι πιστοί. Τον οίκο του θεού. Ή περίπου. Από μια ριζούλα αρχαία. Πανάρχαια. *kelh₁- και *kl̥h₁-, που μας βγάζει στο καλέω και καλώ. Στο κλητός. Στον καλεσμένο και τον προσκεκλημένο. Στον παράκλητο και στην κλήση σε απολογία. Και σ’ εκείνη της Τροχαίας. Και του ανελκυστήρα. Αλλά παρασυρόμεθα. Καλώ, λέγαμε. Και εκκαλώ. Και Εκκλησία του Δήμου – δηλαδή το σώμα των συγκεκλημένων πολιτών. Στην Ελληνιστική Κοινή, έτσι λέγονταν και οι ρωμαϊκές λαϊκές συνελεύσεις. Τα comitia. Έκκλησία λοχῖτις, όλων των στρατευμένων, και ἐκκλησία φρατρική: comitia centuriata και comitia curiata. Αχ, πάλι παρασυρόμεθα. Και σήμαινε και το ψήφισμα. Συνεκδοχές λέγονται αυτά τα παιγνίδια. Μετωνυμικές διαδρομές: όταν οι Αθηναίοι έσυραν τον Ηρώδη τον Αττικό ενώπιον του φιλοσόφου αυτοκράτορος, του Μάρκου Αυρηλίου, «ἀναγιγνωσκομένης δὲ αὐτῷ καὶ Ἀθηναίων ἐκκλησίας», γράφει ο Φιλόστρατος, «οὕτως ἐσείσθη τὴν καρδίαν ὑφ᾽ ὧν ἤκουσεν, ὡς ἐς δάκρυα φανερὰ ὑπαχθῆναι»*, ...
Α σχέτως θρησκευτικότητας, τέτοιες μέρες, με τον ένα με τον άλλο τρόπο, η καθημερινότητά μας είναι γεμάτη απ’ αυτόν τον λόγο. Λόγο παμπάλαιο. Ελληνικά; ασφαλώς. Αρχαία; όχι πολύ. Σαν τα σημερινά; θα μας γελάσω. Δηλαδή; άλλη γλώσσα; όχι δα. Τότε; Ελληνιστική Κοινή. Ή Αλεξανδρινή. Ή Βιβλική. Όπως θες τη λες. Μια εξέλιξη της Αττικής κυρίως διαλέκτου. Τα Ελληνικά που μιλήθηκαν και γράφτηκαν κατά τα Ελληνιστικά Χρόνια, από τα στρατεύματα του Μεγαλέξανδρου κι απ’ τους λαούς στην Ελλάδα και σ’ όλη την τότε (κατ)οικουμένη. Στη Μεσόγειο και στην καθ’ ημάς Ανατολή. Ένας ευρύς κοινός ελληνικός γλωσσικός χώρος που περιλαμβάνει την επίσημη γλώσσα του Μακεδονικού Κράτους και των βασιλέων του, τις ποικιλίες στον κόσμο των Επιγόνων, τη γλώσσα του Πλουτάρχου και του Πολυβίου, τη γλώσσα του Αδριανού και του Μάρκου Αυρηλίου. Και φυσικά τη γλώσσα των Εβδομήκοντα. Των ελληνόφωνων Εβραίων που έλεγαν τον τόπο λατρείας τους «συναγωγή» και το δικαστικό τους συμβούλιο, «σανχεντρίν»: συνέδριον. Που μετέφρασαν τη...