Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Τελειώσαμε

Αυτό τώρα, δεν ξέρεις πώς να το κουβεντιάσεις. Πάντως πάει – τελειώσαμε κι απ’ αυτό. Ένταση. Της κακομοίρας. Δεν έχει ξαναγίνει. Κόσμος και κοσμάκης σταυρώνεται. Κι όλο και κάποιος καινούριος ξεφυτρώνει, και όλο κάποιος ξανασταυρώνεται. Έτσι είν’ αυτοί. Έναν κόβεις, δέκα βγαίνουν. Δεν υπάρχει να συνεννοηθείς. Αυτό όμως ήταν αλλιώτικο. Απόκοσμο. Αυτός ο Καϊάφας τον έφερε ώς εδώ – αυτός και οι δικοί του. Ποιος άλλος. Και οὐκ εἰσῆλθον εἰς τὸ πραιτώριον – εδώ να δεις γέλιο. Καθόσαντε απ’ έξω, ἵνα μὴ μιανθῶσιν. Το ’χουν σε κακό, κατάλαβες; Έχουνε δικά τους – μιλάν με το θεό αυτοπροσώπως αυτοί – ξέρουν καλύτερα από μάς τους υπόλοιπους – τέτοια πετριά. Περιμέναν απ’ όξω. Τίνα κατηγορίαν φέρετε κατὰ τοῦ ἀνθρώπου τούτου; Και τι είπανε; Θα τον παραδίδαμε εἰ μὴ ἦν οὗτος κακοποιός; Άκου κατηγορία ρε φίλε. Πολύ προχώ νομικά. Τι έκανε, ρωτάς, εμ θα στον φέρναμε αν δεν έκανε, σου απαντάν. Άπαιχτοι, φίλε. Άλλος κόσμος. Χτυπάγαν καμπανάκια – ρεντ αλερτ, κατάλαβες. Ε, ωραία. Λάβετε αὐτὸν ὑμεῖς καὶ κρίνα...
Πρόσφατες αναρτήσεις

Γεθσημανῆ

Ἔρχεται τότε μετὰ τῶν μαθητῶν ὁ Ἰησοῦς εἰς χωρίον τὸ λεγόμενον Γεθσημανῆ. Καὶ λέγει αὐτοῖς: γιὰ λίγο μόνο θὰ εἶμαι ἀκόμη μεθ᾿ ὑμῶν. Θὰ μὲ ἀναζητήσετε, ἀλλὰ ἐκεῖ ὅπου ὑπάγω ἐγώ, ὑμεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν. Δίδω ὑμῖν νὰ ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἐγὼ ἠγάπησα ὑμᾶς. Καί, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἀλλήλοις, θὰ τὸ καταλαβαίνουν οἱ πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε. Μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία· πιστεύετε εἰς τὸν θεόν, καὶ εἰς ἐμὲ πιστεύετε· οὐκ ἀφήσω ὑμᾶς ὀρφανούς· ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς. Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή, ὑμεῖς τὰ κλήματα. Κι ὅταν ἔλθῃ ὁ παράκλητος ποὺ ἐγὼ θὰ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ποὺ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος θὰ μαρτυρήσῃ περὶ ἐμοῦ. Καθίσατε τώρα αὐτοῦ. Ὑπάγω νὰ προσευχηθῶ. Ἐπῆρε μαζή του μόνο τὸν Πέτρον καὶ τοὺς δύο υἱοὺς τοῦ Ζεβεδαίου. Καὶ λύπη πιὰ τὸν κατέλαβε καὶ αγωνία. Καὶ λέγει αὐτοῖς: περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου· μείνατε ἐδῶ καὶ τὸν νοῦ σας. Πῆγε λοιπὸν λίγο παρακεῖ κι ἔπεσεν χάμω προσευχόμενος, καὶ λέγων: πάτερ μου, εἰ δυνατόν, παρελθέτω ἀπ᾿ ἐμ...

Κασσιανή

Να ’σαι, λέει, πριγκιποπούλα. Αναθρεμμένη με μαμές και παραμάνες. Με δούλες και με γριές σοφές, να περιμένουν τι θα πεις για να σε βάλουν σε σειρά. Να σου κεντούνε τα μαλλιά ψιλό μαργαριτάρι το βελόνι το χρυσό. Και να σου τραγουδάνε. Για σένα όλου του κόσμου η προσευχή. Μη βρέξει και μη στάξει. Να συμβουλεύονται τις μάγισσες, σήμερα κοιμήθηκε τ’ ανάσκελα, αύριο εκεί το άφησε το προσόψι της, τάδε όνειρο μας είπε, τι λεν κυρά μου τα σημάδια; Να ’σαι λοιπόν το κέντρο του κόσμου, πα να πει. Και μια μέρα έρχεται το νέο του παραμυθιού: το βασιλόπουλο που θέλει να παντρευτεί. Να πάνε λέει οι έμορφες κι οι αρχοντοπούλες, να πάνε λέει στο παλάτι, που τις θέλει να τις δει. Να δει ν’ αποφασίσει. Ποια θα πάρει γυναίκα του. Ποια είναι η πιο καλή. Η πιο όμορφη κι αστραφτερή. Κι η πιο λαμπρή και έξυπνη. Μαζί παν αυτά. Να βρει ποια θα σηκώσει στους ώμους της το Βασίλειο. Ποιας η μέση η δαχτυλιδένια έχει αντοχή και κρατάει σύμπαντα, και ποιας ο νους σοφία παραγωνίζεται, να κρατήσει στη θέση της τη Χώρα...

Παρθένοι

Και ὁμοιωθήσεται ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν με δέκα παρθέναις, ὁποῦ λαβοῦσαι τὰς λαμπάδας αὐτῶν ἐξῆλθον εἰς συναπάντησιν τοῦ νυμφίου. Πέντε δὲ ἐξ αὐτῶν ἦσαν φρόνιμοι καὶ πέντε μωραί. Αἱ μωραὶ έλαβον τὰς λαμπάδας ἑαυτῶν αλλ' οὐκ ἔλαβον μεθ᾿ ἑαυτῶν ἔλαιον· αἱ φρόνιμοι όμως, μετὰ τῶν λαμπάδων αὐτῶν, ἔλαβον και ἔλαιον ἐν τοῖς ἀγγείοις αὐτῶν. Χρονίζοντος λοιπόν τοῦ νυμφίου, ἐνύσταξαν πᾶσαι καὶ ἐκάθευδον. Και τότε, μέσης της νυκτὸς, κραυγὴ γέγονεν: ἰδοὺ ὁ νυμφίος ἔρχεται, ἐξέρχεσθε εἰς συναπάντησιν αὐτοῦ. Τότε ἠγέρθησαν πᾶσαι αἱ παρθένοι κι έσιαξαν τὰς λαμπάδας αὐτῶν. Και λεν αἱ μωραὶ ταῖς φρονίμοις: δότε ἡμῖν ἐκ τοῦ ἐλαίου ὑμῶν, ὅτι αἱ λαμπάδες ἡμῶν σβέννυνται. Ἀπεκρίθησαν δὲ αἱ φρόνιμοι και λέγουσι: μήπως δεν ἀρκέσει το έλαιον ἡμῖν καὶ ὑμῖν· καλύτερα πορεύεσθε πρὸς τοὺς πωλοῦντας να αγοράσετε. Ἀπερχομένων λοιπόν αὐτῶν να ἀγοράσουν, ἦλθεν ὁ νυμφίος καὶ αἱ ἕτοιμοι εἰσῆλθον μετ᾿ αὐτοῦ εἰς τοὺς γάμους, καὶ ἐκλείσθη ἡ θύρα. Κατόπιν ἔρχονται καὶ αἱ υπόλοιπαι παρθένοι λέγουσαι: κύριε, κύριε, ἄνοι...

Ἐμβριμῶμαι

Ἦν δὲ κάποιος ἀσθενὴς Λάζαρος ἀπὸ τη Βηθανία, της φτώχειας το σπίτι. Την Αλ Εϊζαρίγια, την κώμη της Μαρίας καὶ τῆς ἀδελφῆς αὐτῆς, της Μάρθας. Μαρία δὲ ἦν αὐτή ποὺ ἄλειψε τὸν Κύριον μύρῳ κι εσκούπισε τοὺς πόδας αὐτοῦ με τα μαλλιά της. Αυτηνής λοιπόν ὁ ἀδελφὸς, ο Λάζαρος, ἠσθένει. Κι ἀπέστειλαν αἱ ἀδελφαὶ μήνυμα πρὸς τὸν Κύριον κι ἐλέγαν: Κύριε, να ξέρεις, αυτός που φιλεῖς, ἀσθενεῖ. Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν: αὕτη ἡ ἀσθένεια δεν είναι πρὸς θάνατον, ἀλλ᾿ ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ δι᾿ αὐτῆς. Ἠγάπα δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν Μάρθαν καὶ τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς καὶ τὸν Λάζαρον. Κι ενώ το ἤκουσεν ὅτι ἀσθενεῖ, ἔμεινεν δύο ἡμέρας στον τόπον όπου ήτο. Κι ἔπειτα, λέγει τοῖς μαθηταῖς: ἄγωμεν τώρα πίσω εἰς τὴν Ἰουδαίαν. Λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταί: ῥαββί, τώρα δα θέλαν να σε λιθοβολήσουν οἱ Ἰουδαῖοι, καὶ πάλιν θα ὑπάγῃς ἐκεῖ; Ἀπεκρίθη ο Ἰησοῦς: δώδεκα δεν είν' αἱ ὧραι οπού 'χει φῶς; όποιος ημέρα περπατῇ, δε σκοντάφτει, ὅτι τὸ φῶς τοῦ κόσμου τούτου βλέπει· κι όποιος περπατῇ ἐν τῇ νυκτί...

Ευαγγελισμός

Ω  βουλή! Λόγους καλούς φέρνω, και θέλω τα καλά πρώτα να σας αγγείλω! «ὦ βουλή, λόγους ἀγαθοὺς φέρων εὐαγγελίσασθαι πρῶτον ὑμῖν βούλομαι». Αυτό θα πει ευαγγελίζομαι. Λέω τα καλά. Ευαγγέλιο θα πει τα νέα τα καλά. Κι Ευάγγελος, ο άγγελος καλών. Ευαγγελισμός είναι το νοσοκομείο, εκεί, στην Υψηλάντου. Και Μαρασλή. Με την πλάτη στο Χίλτον άμα κοιτάξεις, αυτό βλέπεις. Θεόρατο. Από κει ώς πέρα. Βάλε ορόφους, βάλε διαδρόμους – χάνεσαι. Κόσμος, κακό, νοσοκόμες, παράθυρα, παλιά μπογιά και ανθρώποι βιαστικοί, καροτσάκια, τροχήλατα, σωληνάκια, δουλειές να προφτάσουν, οι ασθενείς που περιμένουν – ξέρεις τι ’ναι να περιμένει ο άνθρωπος; Και καλά κάνα παιδί, κάνα κορίτσι της παντρειάς, κάνα παλικάρι – δεν έχουν ανάγκη αυτοί. Αλλά ο γέρος κι ο ανήμπορος; Άμα το δέρμα ρυτιδιάσει, άμα μπει ωχ με ξεχάσανε, ωχ δε στάζει ο ορός, ωχ τραβάει ο καθετήρας – τα πράματα στραβώνουν. Μετά δε σκέφτεσαι φυσιολογικά. Αρχίζουν και πολλαπλασιάζονται οι συνειρμοί οι ανάποδοι, και πού είναι, και τι κάνουν, γιατί δεν ...

Έντρομος

Που λες Γιώργο μου, εκεί που καθόμαν, ακούω έντρομος μια φωνή: – Πώς συλαβίζεται ρε ο έντρομος; Αμάν, λέω. Αυτό ήταν. Τέλος. Ότι χαρίκαμε, χαρίκαμε. Ήρθε η ώρα να το φτύσουμε πετρέλεο. Τώρα; Και πού ξέρω γώ ο καϋμένος πώς συλαβίζεται ο έντρομος; Εγώ δεν έχω βλάψει ούτε μυρμύγκι. Και φτωχούς δίνω ότι μου περσεύει, και τα παιδιά μου φροντίζω, και σχολείο πήγα – δεν έχω πειράξει άνθρωπο. Έν, τρό και μός, ακούγεται μια φωνή. Είναι προφανές ρε. Διότι η ετοιμολογία έχει το πρόθυμα έν και την κατάληξη τρόμος. Κάπως έτσι το είπε. Ότι άλλος ο τρόμος, κι άλλος ο έν. Και πάνω κει, λέει ένας άλλος, και γιατί ρε ναν τη χορίσουμε έτσι τη λέξη; Επιδί έτσι σαρέσει εσένανε; Πο πο Γιόργο μου είχε πάρει φοτιά το πράμα με το καλιμέρα, και δεν ήξερα τι να κάνω. Διότι εν και τρόμος σημαίνει ότι βρήσκομαι σε θέση τρόμος, το είπανε. Κατάλαβες Γιόργο μου; Έτσι είναι το δίκαιο. Άρα, από δω πάει το έν, κι από κει ο τρόμος, το κατάλαβες; Όχι ρε, πετιέτε άλλος. Ντρόμος πάει όλο μαζί. Ο ντρόμος είχε τη δική του ιστ...