Αν ξεκινήσεις να πληκτρολογείς «αυτός» στο Γκουγκλ, θα σου βγάλει αυτόματη συμπλήρωση και πρώτη επιλογή «αυτόσ ο άνθρωποσ αυτόσ». Έτσι ακριβώς, μ’ αυτήν την ορθογραφία, το έχει συλλάβει η μηχανή. Πληκτρολογημένο από χιλιάδες ανυπόμονα δάχτυλα, εκατομμύρια, που σιγά μη σταθούν να ξεχωρίσουνε το «σ» από το «ς». Αυτόσ ο άνθρωποσ αυτόσ, που περπατάει πάντα σκυφτός και δεν μιλάει σε κανένα, και κλαίει κλαίει κλαίει για μένα. Εντάξει. Δεν λέει τίποτε από μόνο του να φαντάζεσαι ότι κάποιος άνθρωπος περπατάει πάντα σκυφτός και κλαίει για σένα. Γιατί, τον φαντάζεσαι, έτσι δεν είναι; Όχι πως βλέπεις τώρα δα κάποιον άνθρωπο σε τέτοια κατάσταση μπροστά σου. Πλάσμα του μυαλού είναι. Σενάριο και σκηνοθεσία δικά σου. Πλάθεις με τη φαντασία σου μια τέτοια σκηνή, και την παίζεις. Έναν τέτοιον άνθρωπο. Αλλά, αν σε ρωτούσα, γιατί ρε παιδί μου φαντάζεσαι ότι ο άνθρωπος αυτός περπατάει σκυφτός και κλαίει για σένα; Τι θα πει γιατί, θα μου πεις. Έτσι, μου ’ρθε. Βεβαίως, θα σου πω εγώ. Αλλά γιατί δε σου ’ρθε ...
Ποιο είν’ το μέσα, ποιο το έξω; – φτου ξελεφτερία. Από ποια μεριά το κοιτάς και πώς σου κάθεται στο βλέμμα, από κει αν καταλάβεις. Αν κοιτάξεις μες τη μέση της μορφής, τι βλέπεις; δυο μάτια θα δεις και δυο χείλια. Και μια μύτη όμορφη, καλογραμμένη. Από κείνες τις παλιές, όμορφο πρόσωπο, κι ένα στεφάνι μαλλιά. Είμαστε στο τέλος στα ελληνιστικά χρόνια. Δηλαδή πολύ πολύ μετά την εκστρατεία, τότε που η κατοικουμένη έφθασε ώς τις Ινδίες. Πολύ μετά που αρρώστησε ο Στρατηγός και πέθανε. Μετά που οι Διάδοχοι κυβέρνησαν τα αχανή – την επικράτεια. Κι αφού αναμετρήθηκαν μεταξύ τους κι ύστερα που εμφανίστηκαν οι Ρωμαίοι στη σκηνή. Αφού τα ελλαδικά μέρη καταλήφθηκαν, μετά την Πύδνα και τον Αιμίλιο Παύλο, μετά κι από τον Κόιντο Καικίλιο Μέτελλο τον Μακεδονικό. Αυτόν που ισοπέδωσε τις Αιγές, τις έκανε πούδρα. Είμαστε δηλαδή στα πρώτα ρωμαϊκά. Αφού άλλαξε ο αιώνας κι εξεγέρθηκαν οι δούλοι, ο Σπάρτακος, εκεί, λίγο πριν τα χρόνια της Τριανδρίας, του Ιούλιου Καίσαρα, του Πομπήιου και του Κράσου, ή μπορεί...