Ποιο είν’ το μέσα, ποιο το έξω; – φτου ξελεφτερία. Από ποια μεριά το κοιτάς και πώς σου κάθεται στο βλέμμα, από κει αν καταλάβεις. Αν κοιτάξεις μες τη μέση της μορφής, τι βλέπεις; δυο μάτια θα δεις και δυο χείλια. Και μια μύτη όμορφη, καλογραμμένη. Από κείνες τις παλιές, όμορφο πρόσωπο, κι ένα στεφάνι μαλλιά. Είμαστε στο τέλος στα ελληνιστικά χρόνια. Δηλαδή πολύ πολύ μετά την εκστρατεία, τότε που η κατοικουμένη έφθασε ώς τις Ινδίες. Πολύ μετά που αρρώστησε ο Στρατηγός και πέθανε. Μετά που οι Διάδοχοι κυβέρνησαν τα αχανή – την επικράτεια. Κι αφού αναμετρήθηκαν μεταξύ τους κι ύστερα που εμφανίστηκαν οι Ρωμαίοι στη σκηνή. Αφού τα ελλαδικά μέρη καταλήφθηκαν, μετά την Πύδνα και τον Αιμίλιο Παύλο, μετά κι από τον Κόιντο Καικίλιο Μέτελλο τον Μακεδονικό. Αυτόν που ισοπέδωσε τις Αιγές, τις έκανε πούδρα. Είμαστε δηλαδή στα πρώτα ρωμαϊκά. Αφού άλλαξε ο αιώνας κι εξεγέρθηκαν οι δούλοι, ο Σπάρτακος, εκεί, λίγο πριν τα χρόνια της Τριανδρίας, του Ιούλιου Καίσαρα, του Πομπήιου και του Κράσου, ή μπορεί...
Να ’μαστε πάλι: η βουλεύτρια, κυρίες και κύριοι. Είναι σωστό, δεν είναι; Ποιος να ξέρει. Τα φώτα μας. Και τι ισχύει τελικά; Τι λένε οι κανόνες; Πώς πρέπει να το λέμε; Λες και η γλώσσα κανονίζεται απ’ τους κανόνες της. Λες και η γλώσσα είναι η γραμματική. Γυρνάμε, λοιπόν, και τη ρωτάμε τη γραμματική: είναι σωστή η βουλεύτρια, κυρά γραμματική; ή είναι λάθος; Και η γραμματική, σαν καλή μάντις —ή μήπως μάντισσα;— μασά τα φύλλα δάφνης και αποφαίνεται: ἥξεις ἀφήξεις οὐκ ἐν πολέμῳ θνήξεις. Τέλειο. Κάνει και ομοιοκαταληξία, να το πρήξεις, να το τρίξεις – δικό σου είναι, ό,τι θες το κάνεις: στο πηγάδι να το ρίξεις και στον πάτο ναν το πνίξεις. Περιμέναμε πιο χρήσιμη απάντηση; Πώς θα γινόταν αυτό; Αφού η βουλεύτρια και η βουλευτίνα δεν είναι γραμματικές απορίες. Δηλαδή τι στη γραμματική μπορεί να μας οδηγήσει στο ένα ή στο άλλο; Ο θεραπευτής και η θεραπεύτρια, κι ο χορευτής με τη χορεύτρια – μια χαρά δεν είναι; κι ο καθηγητής και η καθηγήτρια, με τον μαθητή και τη μαθήτρια; Τι μας χαλάει —γραμμα...