Αυτό τώρα, δεν ξέρεις πώς να το κουβεντιάσεις. Πάντως πάει – τελειώσαμε κι απ’ αυτό. Ένταση. Της κακομοίρας. Δεν έχει ξαναγίνει. Κόσμος και κοσμάκης σταυρώνεται. Κι όλο και κάποιος καινούριος ξεφυτρώνει, και όλο κάποιος ξανασταυρώνεται. Έτσι είν’ αυτοί. Έναν κόβεις, δέκα βγαίνουν. Δεν υπάρχει να συνεννοηθείς. Αυτό όμως ήταν αλλιώτικο. Απόκοσμο. Αυτός ο Καϊάφας τον έφερε ώς εδώ – αυτός και οι δικοί του. Ποιος άλλος. Και οὐκ εἰσῆλθον εἰς τὸ πραιτώριον – εδώ να δεις γέλιο. Καθόσαντε απ’ έξω, ἵνα μὴ μιανθῶσιν. Το ’χουν σε κακό, κατάλαβες; Έχουνε δικά τους – μιλάν με το θεό αυτοπροσώπως αυτοί – ξέρουν καλύτερα από μάς τους υπόλοιπους – τέτοια πετριά. Περιμέναν απ’ όξω. Τίνα κατηγορίαν φέρετε κατὰ τοῦ ἀνθρώπου τούτου; Και τι είπανε; Θα τον παραδίδαμε εἰ μὴ ἦν οὗτος κακοποιός; Άκου κατηγορία ρε φίλε. Πολύ προχώ νομικά. Τι έκανε, ρωτάς, εμ θα στον φέρναμε αν δεν έκανε, σου απαντάν. Άπαιχτοι, φίλε. Άλλος κόσμος. Χτυπάγαν καμπανάκια – ρεντ αλερτ, κατάλαβες. Ε, ωραία. Λάβετε αὐτὸν ὑμεῖς καὶ κρίνα...
Ἔρχεται τότε μετὰ τῶν μαθητῶν ὁ Ἰησοῦς εἰς χωρίον τὸ λεγόμενον Γεθσημανῆ. Καὶ λέγει αὐτοῖς: γιὰ λίγο μόνο θὰ εἶμαι ἀκόμη μεθ᾿ ὑμῶν. Θὰ μὲ ἀναζητήσετε, ἀλλὰ ἐκεῖ ὅπου ὑπάγω ἐγώ, ὑμεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν. Δίδω ὑμῖν νὰ ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἐγὼ ἠγάπησα ὑμᾶς. Καί, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἀλλήλοις, θὰ τὸ καταλαβαίνουν οἱ πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε. Μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία· πιστεύετε εἰς τὸν θεόν, καὶ εἰς ἐμὲ πιστεύετε· οὐκ ἀφήσω ὑμᾶς ὀρφανούς· ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς. Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή, ὑμεῖς τὰ κλήματα. Κι ὅταν ἔλθῃ ὁ παράκλητος ποὺ ἐγὼ θὰ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ποὺ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος θὰ μαρτυρήσῃ περὶ ἐμοῦ. Καθίσατε τώρα αὐτοῦ. Ὑπάγω νὰ προσευχηθῶ. Ἐπῆρε μαζή του μόνο τὸν Πέτρον καὶ τοὺς δύο υἱοὺς τοῦ Ζεβεδαίου. Καὶ λύπη πιὰ τὸν κατέλαβε καὶ αγωνία. Καὶ λέγει αὐτοῖς: περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου· μείνατε ἐδῶ καὶ τὸν νοῦ σας. Πῆγε λοιπὸν λίγο παρακεῖ κι ἔπεσεν χάμω προσευχόμενος, καὶ λέγων: πάτερ μου, εἰ δυνατόν, παρελθέτω ἀπ᾿ ἐμ...