Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Κασσιανή

Να ’σαι, λέει, πριγκιποπούλα. Αναθρεμμένη με μαμές και παραμάνες. Με δούλες και με γριές σοφές, να περιμένουν τι θα πεις για να σε βάλουν σε σειρά. Να σου κεντούνε τα μαλλιά ψιλό μαργαριτάρι το βελόνι το χρυσό. Και να σου τραγουδάνε. Για σένα όλου του κόσμου η προσευχή. Μη βρέξει και μη στάξει. Να συμβουλεύονται τις μάγισσες, σήμερα κοιμήθηκε τ’ ανάσκελα, αύριο εκεί το άφησε το προσόψι της, τάδε όνειρο μας είπε, τι λεν κυρά μου τα σημάδια; Να ’σαι λοιπόν το κέντρο του κόσμου, πα να πει. Και μια μέρα έρχεται το νέο του παραμυθιού: το βασιλόπουλο που θέλει να παντρευτεί. Να πάνε λέει οι έμορφες κι οι αρχοντοπούλες, να πάνε λέει στο παλάτι, που τις θέλει να τις δει. Να δει ν’ αποφασίσει. Ποια θα πάρει γυναίκα του. Ποια είναι η πιο καλή. Η πιο όμορφη κι αστραφτερή. Κι η πιο λαμπρή και έξυπνη. Μαζί παν αυτά. Να βρει ποια θα σηκώσει στους ώμους της το Βασίλειο. Ποιας η μέση η δαχτυλιδένια έχει αντοχή και κρατάει σύμπαντα, και ποιας ο νους σοφία παραγωνίζεται, να κρατήσει στη θέση της τη Χώρα...
Πρόσφατες αναρτήσεις

Παρθένοι

Και ὁμοιωθήσεται ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν με δέκα παρθέναις, ὁποῦ λαβοῦσαι τὰς λαμπάδας αὐτῶν ἐξῆλθον εἰς συναπάντησιν τοῦ νυμφίου. Πέντε δὲ ἐξ αὐτῶν ἦσαν φρόνιμοι καὶ πέντε μωραί. Αἱ μωραὶ έλαβον τὰς λαμπάδας ἑαυτῶν αλλ' οὐκ ἔλαβον μεθ᾿ ἑαυτῶν ἔλαιον· αἱ φρόνιμοι όμως, μετὰ τῶν λαμπάδων αὐτῶν, ἔλαβον και ἔλαιον ἐν τοῖς ἀγγείοις αὐτῶν. Χρονίζοντος λοιπόν τοῦ νυμφίου, ἐνύσταξαν πᾶσαι καὶ ἐκάθευδον. Και τότε, μέσης της νυκτὸς, κραυγὴ γέγονεν: ἰδοὺ ὁ νυμφίος ἔρχεται, ἐξέρχεσθε εἰς συναπάντησιν αὐτοῦ. Τότε ἠγέρθησαν πᾶσαι αἱ παρθένοι κι έσιαξαν τὰς λαμπάδας αὐτῶν. Και λεν αἱ μωραὶ ταῖς φρονίμοις: δότε ἡμῖν ἐκ τοῦ ἐλαίου ὑμῶν, ὅτι αἱ λαμπάδες ἡμῶν σβέννυνται. Ἀπεκρίθησαν δὲ αἱ φρόνιμοι και λέγουσι: μήπως δεν ἀρκέσει το έλαιον ἡμῖν καὶ ὑμῖν· καλύτερα πορεύεσθε πρὸς τοὺς πωλοῦντας να αγοράσετε. Ἀπερχομένων λοιπόν αὐτῶν να ἀγοράσουν, ἦλθεν ὁ νυμφίος καὶ αἱ ἕτοιμοι εἰσῆλθον μετ᾿ αὐτοῦ εἰς τοὺς γάμους, καὶ ἐκλείσθη ἡ θύρα. Κατόπιν ἔρχονται καὶ αἱ υπόλοιπαι παρθένοι λέγουσαι: κύριε, κύριε, ἄνοι...

Ἐμβριμῶμαι

Ἦν δὲ κάποιος ἀσθενὴς Λάζαρος ἀπὸ τη Βηθανία, της φτώχειας το σπίτι. Την Αλ Εϊζαρίγια, την κώμη της Μαρίας καὶ τῆς ἀδελφῆς αὐτῆς, της Μάρθας. Μαρία δὲ ἦν αὐτή ποὺ ἄλειψε τὸν Κύριον μύρῳ κι εσκούπισε τοὺς πόδας αὐτοῦ με τα μαλλιά της. Αυτηνής λοιπόν ὁ ἀδελφὸς, ο Λάζαρος, ἠσθένει. Κι ἀπέστειλαν αἱ ἀδελφαὶ μήνυμα πρὸς τὸν Κύριον κι ἐλέγαν: Κύριε, να ξέρεις, αυτός που φιλεῖς, ἀσθενεῖ. Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν: αὕτη ἡ ἀσθένεια δεν είναι πρὸς θάνατον, ἀλλ᾿ ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ δι᾿ αὐτῆς. Ἠγάπα δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν Μάρθαν καὶ τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς καὶ τὸν Λάζαρον. Κι ενώ το ἤκουσεν ὅτι ἀσθενεῖ, ἔμεινεν δύο ἡμέρας στον τόπον όπου ήτο. Κι ἔπειτα, λέγει τοῖς μαθηταῖς: ἄγωμεν τώρα πίσω εἰς τὴν Ἰουδαίαν. Λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταί: ῥαββί, τώρα δα θέλαν να σε λιθοβολήσουν οἱ Ἰουδαῖοι, καὶ πάλιν θα ὑπάγῃς ἐκεῖ; Ἀπεκρίθη ο Ἰησοῦς: δώδεκα δεν είν' αἱ ὧραι οπού 'χει φῶς; όποιος ημέρα περπατῇ, δε σκοντάφτει, ὅτι τὸ φῶς τοῦ κόσμου τούτου βλέπει· κι όποιος περπατῇ ἐν τῇ νυκτί...

Ευαγγελισμός

Ω  βουλή! Λόγους καλούς φέρνω, και θέλω τα καλά πρώτα να σας αγγείλω! «ὦ βουλή, λόγους ἀγαθοὺς φέρων εὐαγγελίσασθαι πρῶτον ὑμῖν βούλομαι». Αυτό θα πει ευαγγελίζομαι. Λέω τα καλά. Ευαγγέλιο θα πει τα νέα τα καλά. Κι Ευάγγελος, ο άγγελος καλών. Ευαγγελισμός είναι το νοσοκομείο, εκεί, στην Υψηλάντου. Και Μαρασλή. Με την πλάτη στο Χίλτον άμα κοιτάξεις, αυτό βλέπεις. Θεόρατο. Από κει ώς πέρα. Βάλε ορόφους, βάλε διαδρόμους – χάνεσαι. Κόσμος, κακό, νοσοκόμες, παράθυρα, παλιά μπογιά και ανθρώποι βιαστικοί, καροτσάκια, τροχήλατα, σωληνάκια, δουλειές να προφτάσουν, οι ασθενείς που περιμένουν – ξέρεις τι ’ναι να περιμένει ο άνθρωπος; Και καλά κάνα παιδί, κάνα κορίτσι της παντρειάς, κάνα παλικάρι – δεν έχουν ανάγκη αυτοί. Αλλά ο γέρος κι ο ανήμπορος; Άμα το δέρμα ρυτιδιάσει, άμα μπει ωχ με ξεχάσανε, ωχ δε στάζει ο ορός, ωχ τραβάει ο καθετήρας – τα πράματα στραβώνουν. Μετά δε σκέφτεσαι φυσιολογικά. Αρχίζουν και πολλαπλασιάζονται οι συνειρμοί οι ανάποδοι, και πού είναι, και τι κάνουν, γιατί δεν ...

Έντρομος

Που λες Γιώργο μου, εκεί που καθόμαν, ακούω έντρομος μια φωνή: – Πώς συλαβίζεται ρε ο έντρομος; Αμάν, λέω. Αυτό ήταν. Τέλος. Ότι χαρίκαμε, χαρίκαμε. Ήρθε η ώρα να το φτύσουμε πετρέλεο. Τώρα; Και πού ξέρω γώ ο καϋμένος πώς συλαβίζεται ο έντρομος; Εγώ δεν έχω βλάψει ούτε μυρμύγκι. Και φτωχούς δίνω ότι μου περσεύει, και τα παιδιά μου φροντίζω, και σχολείο πήγα – δεν έχω πειράξει άνθρωπο. Έν, τρό και μός, ακούγεται μια φωνή. Είναι προφανές ρε. Διότι η ετοιμολογία έχει το πρόθυμα έν και την κατάληξη τρόμος. Κάπως έτσι το είπε. Ότι άλλος ο τρόμος, κι άλλος ο έν. Και πάνω κει, λέει ένας άλλος, και γιατί ρε ναν τη χορίσουμε έτσι τη λέξη; Επιδί έτσι σαρέσει εσένανε; Πο πο Γιόργο μου είχε πάρει φοτιά το πράμα με το καλιμέρα, και δεν ήξερα τι να κάνω. Διότι εν και τρόμος σημαίνει ότι βρήσκομαι σε θέση τρόμος, το είπανε. Κατάλαβες Γιόργο μου; Έτσι είναι το δίκαιο. Άρα, από δω πάει το έν, κι από κει ο τρόμος, το κατάλαβες; Όχι ρε, πετιέτε άλλος. Ντρόμος πάει όλο μαζί. Ο ντρόμος είχε τη δική του ιστ...

Αρτινή

Είναι περίπλοκο, γι’ αυτό δώσε βάση: Η Αλίφε είναι ήταν —και είναι— μια πόλη της Ιταλίας, στην Καζέρτα, δηλαδή στην Καμπανία. Ο οικισμός στους γύρω λόφους βρίσκεται εκεί απ’ την Εποχή του Σιδήρου και δώθε. Πα να πει, χοντρικά, απ’ τον δέκατο αιώνα κι ύστερα. Απ’ όταν η παράδοση θέλει τον Ιησού του Ναυή να οδηγεί τον λαό μέσα στη Χαναάν. Απ’ τον καιρό που στην Αίγυπτο περνάμε στην εικοστή Δυναστεία και τον Ραμσή Γ΄ – στα μπερδέματα με το ιερατείο και στις απεργίες στο Σετ Μάατ, τον Τόπο της Αλήθειας – στο σημερινό Ντέιρ ελ-Μεντίνα. Από τόσο παλιά. Πάνω κάτω, πάντα, εντάξει; Σαμνιτικό όνομα η Αλίφε. Τι θα πει Σαμνιτικό, θα μου πεις τώρα: το Σάμνιον ήταν περιοχή στη Νότια Ιταλία, έτσι το λέγαν οι ξένοι, οι ίδιοι λεγόντουσαν Σαφινείς, συγγενείς των Σαβίνων, πα να πει ινδοευρωπαίοι, οσκικά μιλούσαν, πολέμησαν κατά της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, συμμάχησαν με τον Πύρρο της Ηπείρου, βίος και πολιτεία, κι ύστερα εξεγέρθησαν στον Κοινωνικό Πόλεμο, αλλά ο Σύλλας τούς αποδεκάτισε – Σαμν...

Τόνου ανάβασις

Ν αι, το γνωστό ζήτημα: καταγγέλλεται ότι χρησιμοποιούνται οι προστακτικές «υπέβαλε», «κατέθεσε», αντί του ορθού «υπόβαλε», «κατάθεσε», κ.λπ. Και μάλιστα η παράβασις γίνεται από γραμματιζούμενους. Σε μόλις χθεσινή ανάρτηση στην ομάδα μας, ειπώθηκαν, σε διάφορους τόνους και με διάφορους τρόπους, τα γνωστά: η μια σκέψη που λέει ότι τι δουλειά έχει στην προστακτική αορίστου μια χρονική αύξηση αφού είναι μορφολογικό λάθος, και η άλλη που λέει ότι δεν πρόκειται για αύξηση αλλά για φωνολογικό φαινόμενο: η προστακτική δανείζεται το αοριστικό καλούπι του ρήματος. Τα είπαν καλά και τρίκαλα οι φίλοι, άλλοι έτσι, άλλοι αλλιώς. Ανάμεσα σε πολύ σοφότερους εμού, δεν έκρυψα κι εγώ τη δική μου γνώμη. Που είναι ότι πρόκειται για τόνο που ανεβαίνει κι όχι για λάθος αύξηση. Κι έχω μια ιστορία να μοιραστώ. Ιστορία που μου φάνηκε ότι άξιζε τον κόπο να γίνει αυτοτελής ανάρτηση. Είμαι της γενιάς που άκουσε δημοτική μόνο καθώς τέλειωνε τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Όχι, δε θα αποκαλύψω αν αυτό που τέλειωσα λεγ...