πάντα έτσι ήσουν, όμορφη – ήθελα να το πω και μπαίναν τόσα ζητήματα που δε μπορούσα να το πω μόνο του, λες έβγαινε ανακατεμένο και μ’ άλλα ένα σωρό και σκεφτόμουν άστο, πώς να πεις χωρίς ν’ ακούγονται και τ’ άλλα, πώς να μιλήσεις και να ’ναι η φωνή καθαρή, χωρίς ηχώ, χωρίς θορύβους όμορφη, απλώς, χωρίς διαπραγμάτευση, χωρίς προϋποθέσεις, ξέρεις, εκείνο που νομίζει κανείς ότι δεν υπάρχει μόνο του στη γλώσσα, ότι με όλο και κάτι άλλο συνοδεύεται – αλλά όχι – εσύ ήσουν όμορφη το πόδι το λευκό, αυτό μου έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση – με άφηνε άλαλο πώς σχηματίζονταν τα σφυρά και οι ταρσοί, πώς εκτείνονταν τα μετατάρσια για να καταλήξουν στα ρωμαλέα θηλυκά σου δάκτυλα – ξέρεις, είπα θηλυκά, κι αναρωτιέται κανείς τι είναι εκείνο που κάνει θηλυκό ένα μακρύ μετατάρσιο που απολήγει στις όμορφες αυτές φάλαγγες – δεν ξέρω, είναι η απάντηση, κι ίσως αυτό να είναι και το μυστήριό σου, ότι δεν ξέρει κανείς τι είναι εκείνο που σε συνιστά, ποιο υλικό, τι ’ναι ύλη και τι το χάος, κι αρχίζουν τα πράματα κ...
Ἐκκλησία: σήμερα λέμε έτσι τον ναό. Το μέρος που μαζεύονται οι πιστοί. Τον οίκο του θεού. Ή περίπου. Από μια ριζούλα αρχαία. Πανάρχαια. *kelh₁- και *kl̥h₁-, που μας βγάζει στο καλέω και καλώ. Στο κλητός. Στον καλεσμένο και τον προσκεκλημένο. Στον παράκλητο και στην κλήση σε απολογία. Και σ’ εκείνη της Τροχαίας. Και του ανελκυστήρα. Αλλά παρασυρόμεθα. Καλώ, λέγαμε. Και εκκαλώ. Και Εκκλησία του Δήμου – δηλαδή το σώμα των συγκεκλημένων πολιτών. Στην Ελληνιστική Κοινή, έτσι λέγονταν και οι ρωμαϊκές λαϊκές συνελεύσεις. Τα comitia. Έκκλησία λοχῖτις, όλων των στρατευμένων, και ἐκκλησία φρατρική: comitia centuriata και comitia curiata. Αχ, πάλι παρασυρόμεθα. Και σήμαινε και το ψήφισμα. Συνεκδοχές λέγονται αυτά τα παιγνίδια. Μετωνυμικές διαδρομές: όταν οι Αθηναίοι έσυραν τον Ηρώδη τον Αττικό ενώπιον του φιλοσόφου αυτοκράτορος, του Μάρκου Αυρηλίου, «ἀναγιγνωσκομένης δὲ αὐτῷ καὶ Ἀθηναίων ἐκκλησίας», γράφει ο Φιλόστρατος, «οὕτως ἐσείσθη τὴν καρδίαν ὑφ᾽ ὧν ἤκουσεν, ὡς ἐς δάκρυα φανερὰ ὑπαχθῆναι»*, ...