Ἦν δὲ κάποιος ἀσθενὴς Λάζαρος ἀπὸ τη Βηθανία, της φτώχειας το σπίτι. Την Αλ Εϊζαρίγια, την κώμη της Μαρίας καὶ τῆς ἀδελφῆς αὐτῆς, της Μάρθας. Μαρία δὲ ἦν αὐτή ποὺ ἄλειψε τὸν Κύριον μύρῳ κι εσκούπισε τοὺς πόδας αὐτοῦ με τα μαλλιά της. Αυτηνής λοιπόν ὁ ἀδελφὸς, ο Λάζαρος, ἠσθένει. Κι ἀπέστειλαν αἱ ἀδελφαὶ μήνυμα πρὸς τὸν Κύριον κι ἐλέγαν: Κύριε, να ξέρεις, αυτός που φιλεῖς, ἀσθενεῖ. Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν: αὕτη ἡ ἀσθένεια δεν είναι πρὸς θάνατον, ἀλλ᾿ ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ δι᾿ αὐτῆς. Ἠγάπα δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν Μάρθαν καὶ τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς καὶ τὸν Λάζαρον. Κι ενώ το ἤκουσεν ὅτι ἀσθενεῖ, ἔμεινεν δύο ἡμέρας στον τόπον όπου ήτο. Κι ἔπειτα, λέγει τοῖς μαθηταῖς: ἄγωμεν τώρα πίσω εἰς τὴν Ἰουδαίαν. Λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταί: ῥαββί, τώρα δα θέλαν να σε λιθοβολήσουν οἱ Ἰουδαῖοι, καὶ πάλιν θα ὑπάγεις ἐκεῖ; Ἀπεκρίθη ο Ἰησοῦς: δώδεκα δεν είν' αἱ ὧραι οπού 'χει φῶς; όποιος ημέρα περπατῇ, δε σκοντάφτει, ὅτι τὸ φῶς τοῦ κόσμου τούτου βλέπει· κι όποιος περπατῇ ἐν τῇ νυκτ...
Ω βουλή! Λόγους καλούς φέρνω, και θέλω τα καλά πρώτα να σας αγγείλω! «ὦ βουλή, λόγους ἀγαθοὺς φέρων εὐαγγελίσασθαι πρῶτον ὑμῖν βούλομαι». Αυτό θα πει ευαγγελίζομαι. Λέω τα καλά. Ευαγγέλιο θα πει τα νέα τα καλά. Κι Ευάγγελος, ο άγγελος καλών. Ευαγγελισμός είναι το νοσοκομείο, εκεί, στην Υψηλάντου. Και Μαρασλή. Με την πλάτη στο Χίλτον άμα κοιτάξεις, αυτό βλέπεις. Θεόρατο. Από κει ώς πέρα. Βάλε ορόφους, βάλε διαδρόμους – χάνεσαι. Κόσμος, κακό, νοσοκόμες, παράθυρα, παλιά μπογιά και ανθρώποι βιαστικοί, καροτσάκια, τροχήλατα, σωληνάκια, δουλειές να προφτάσουν, οι ασθενείς που περιμένουν – ξέρεις τι ’ναι να περιμένει ο άνθρωπος; Και καλά κάνα παιδί, κάνα κορίτσι της παντρειάς, κάνα παλικάρι – δεν έχουν ανάγκη αυτοί. Αλλά ο γέρος κι ο ανήμπορος; Άμα το δέρμα ρυτιδιάσει, άμα μπει ωχ με ξεχάσανε, ωχ δε στάζει ο ορός, ωχ τραβάει ο καθετήρας – τα πράματα στραβώνουν. Μετά δε σκέφτεσαι φυσιολογικά. Αρχίζουν και πολλαπλασιάζονται οι συνειρμοί οι ανάποδοι, και πού είναι, και τι κάνουν, γιατί δεν ...