Η πραγματικότητα φθάνει σε μας με θραύσματα και ψιθύρους[1]. Οι αισθήσεις μας προσλαμβάνουν μικρό μόνο φάσμα της[2]. Κι αυτό το ελάχιστο σπεύδει να το (δια/παρα)μορφώσει, κυριολεκτικώς κατά το δοκούν, το ίδιο το εργαλείο που χρησιμοποιούμε για την κατανόησή της: ο νους. Γι’ αυτό και παράλληλα χρησιμοποιούμε και πάσης άλλης φύσεως εργαλεία. Ζωγραφίζουμε, τραγουδάμε. Πιστεύουμε σε θεούς και δαίμονες, χορεύουμε, θαυμάζουμε. Ερωτευόμαστε. Ταυτιζόμαστε και μιμούμαστε. Φιλοσοφούμε, θυμώνουμε, θυμόμαστε, υποκρινόμαστε και ονειρευόμαστε. Και παίζουμε. Κι ό,τι καθιζάνει, απ’ όλες τις λειτουργίες, πάει κατά νου. Σε χρόνο δεύτερο. Και τρίτο. Μετά. Εκ των υστέρων. Αφού κατακαθίσει ο αχός. Το πουλί της σοφίας μόνο αφού βραδιάσει φτερακίζει [3]. Από πολύ παλιά δουλεύουμε και το ψηφιδωτό. Ψηφίδες μικρές, κομματάκια υαλόμαζα ή από πετρώματα. Κάθε ψήγμα κι ένα κόσμημα. Κι όταν δούμε το όλον από απόσταση, δεν είναι πια οι ψηφίδες του. Είναι άλλο. Και δουλεύουμε και τις λίστες. Ίσως απ’ όλα τα εργαλεία μ...
επί παντός