Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Άνθρωπος



Όχι, η φωτογραφία δεν δείχνει τον άνθρωπο. Είναι μόνο μια αποτύπωση μιας οπτικής. Μια στιγμή. Από μια μεριά. Περίπλοκο; Όχι. Απλό.

Σε μια συγκεκριμένη στιγμή της ημέρας. Με φως; χωρίς φως; με συννεφιά; μες το σπίτι; στη θάλασσα; στο πορτατίφ στο σαλόνι το βράδυ; πάντως σε μια στιγμή.

Από ένα μέρος, κι όχι από άλλο. Από αριστερά; από δεξιά; μπροσπίσω; αποπάνω; πλάγια και κάτω; από μακριά; από κοντά; κοντόμακρια; μακριόκοντα κι απόμερα;

Και μιας οπτικής κι όχι άλλης. Από κει που καταλάβαινε αυτός που πήρε τη φωτογραφία. Από κει που ένιωσε. Ή δεν ένιωσε. Από κει που θέλησε. Η όχι; Από κει που βρέθηκε ή από κει που μπόρεσε. Τόσο μπόρεσε, τόσο κατάλαβε, τόσο έκανε. Τόσο σκέφθηκε.

Και βάλε ακόμη: τι κάμερα έπαιζε, πώς διάβαζε το φως, αν ήταν καλός ο φακός κι αν καταλάβαινε τις αποχρώσεις το φιλμ – ήταν φιλμ αλήθεια ή ήταν κάνα κινητό; Και πότε γίναν αυτά; Τότε που ήταν ασπρόμαυρα; Μήπως όταν τα κινητά πιάναν μόλις λίγα πιξελάκια κι αυτό ήταν όλο; Μήπως αργότερα, με τα χάι σούπερ ντούπερ ανάλυσις; Μήπως έπεσε στη σκιά; Μήπως είχε αντανάκλαση; Μην πέσαν τα μαλλιά του στο πρόσωπο; Μη φύσηξε και μισόκλεισε τα μάτια; Και γιατί κοιτάει από κει; Εδώ κοίτα, δεν είπαμε;

Πολύπλοκα. Αλλά μπα. Ένα τίποτα είναι όλα αυτά. Ρυθμίζονται, όλα. Όλα μπαίνουν σε σειρά. Και σωστή μπορεί να γίνει η ώρα, και το φως, και η κάμερα, και στο σωστό μέρος να κάτσεις και τα σωστά να δεις. Προφεσιονέλ.

Και τι θα ’χεις καταφέρει; Τίποτα. Η φωτογραφία δεν δείχνει τον άνθρωπο. Σου έχει τύχει να χωρίσεις; Και μετά, πολύ αργότερα, που συμμαζεύεις τα πράματα και πέφτεις πάνω στη φωτογραφία την παλιά. Και την κοιτάς και λες κοίτα ρε τι όμορφος που ήταν. Πώς έγινε έτσι μετά. Κι όμως. Αν κοιτάξεις καλά θα τα δεις από τότε. Όλα θα τα δεις. Φαινόντουσαν. Αν φορέσεις τα έσω μάτια, όλα εκεί είναι, μπροστά σου. Τότε και τώρα και πάντα. Εκεί ήταν ήδη από τότε ο λόγος που αργότερα έγινε ό,τι έγινε και δεν υποφερόταν. Ο λόγος δεν έλειπε – είναι τα τότε μάτια σου που δεν συναντιόσασταν, αυτός ο λόγος κι εσύ. Κι είναι τα τώρα μάτια σου που ακόμα κοιτάν σαν τότε κι από κείνη την παλιά φωτογραφία βλέπουν μόνο αυτό που τότε βλέπαν. Για ξαναρώτα τα. Προσεκτικά ετούτη τη φορά. Χωρίς φωνές. Χωρίς να φοβάσαι. Εντάξει, θα πονέσει. Αλλά όσο πιο ήρεμα, τόσο λιγότερο. Για επαναδιατύπωσε το ερώτημα. Θα τα δεις. Όλα εκεί ήταν.

Αλλά όχι στη φωτογραφία. Όχι στο χαρτί το εκτυπωμένο. Στη μνήμη σου τη ζωντανή, την τότε, την αποτυπωμένη εντός – σ’ αυτήν τη μνήμη η τώρα μνήμη βρίσκει σχέση και ανταπόκριση. Δεν αιφνιδιάζεσαι, έτσι δεν είναι; Λίγη αφοβησιά και θα βεβαιωθείς. Ναι, ρε παιδί μου. Αυτός ήταν πάντα. Από κείνη την ωραία του τη φωτογραφία ώς σήμερα, η αιτία ήταν πάντα εκεί. Από κείνη τη στιγμή ώς τώρα, άλλος είναι που άλλαξε. Όχι εκείνος – έτσι δεν είναι;

Η φωτογραφία δεν δείχνει τον άνθρωπο.






Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...