Κι άλλοτε έτυχε το ίνμποξ άδειο. Και το τηλέφωνο σιωπηλό. Πρώτη φορά είναι; Και μετά από κάποιαν ώρα το βράδυ, οι δρόμοι ερημώνουν κι οι βιτρίνες ξεμένουν μοναχές – πάντα έτσι γίνεται. Πώς οι γιορτές αυτά τα βάφουν τόσο στενάχωρα; Κι ίσως θυμωμένα; Φταίει κάποιος; Γιατί κοιτάνε λυπημένα; Να ’ναι κούραση; Είναι. Να ’ναι κι άγχος – να προλάβω; Είναι κι αυτό. Θα φτάσουν τα λεφτά; Και κάνει και κρύο. Ο άλλος, δεν τον είδα να ζορίζεται. Πού τα βρίσκουν ρε παιδί μου; Τ’ αυτοκίνητα θεόρατα και τα βρεμμένα τζάμια και τ’ αλάρμ τα αναμμένα. Εγώ δεν έχω καταλάβει; Πώς γίνεται;
Αληθή όλα – κι όμως. Κάτι διαφεύγει απ’ την περιγραφή. Άμα ερωτηθείς και τι ακριβώς περίμενες να συμβεί χρονιάρες μέρες και δεν συνέβη, τι διαφορετικό από τις άλλες μέρες, και γιατί τώρα ειδικά σ’ έπιασε η στενοχώρια, τώρα, μες τα φώτα και τα στολίσματα, και τα διπλοπαρκαρισμένα – βλέπεις; δεν απαντάς με σαφήνεια. Ίσως πεις γι’ αγάπη. Ή θα το πας στη συμπόνοια, ξερωγώ – μπορεί να περάσεις στα λεφτά, ή να μπει στο παιχνίδι και η απονιά, γινήκαμε ξένοι, κάπου εκεί θα χρειαστεί να το κάνεις πιο συγκεκριμένο, τι διαφορετικό περίμενες, λέμε, η κουβέντα μπορεί να γλιστρήσει και επί προσωπικού – να, θα πεις, να πέρναγα λίγο καλύτερα, δηλαδή πώς καλύτερα; ε, άγιες μέρες, θα πεις, και θα κομπιάσεις. Ξέρετε τώρα, θα συμπληρώσεις. Αλλά δε θα το ξεκαθαρίσεις. Το φανάρι θ’ ανάψει και το ίζημα θα παραμένει. Πάμε, προχώρα. Μελαγχολία αξεδιάλυτη.
Αφού δεν είναι μόνο για τα πράματα τα τωρινά. Είναι και για τα όσα παλιά αποταμιεύτηκαν. Ποια και σε ποια αναλογία – αυτό μόνο ο ίδιος το ξέρεις και μόνο αν θες. Αν αντέχεις να το ορίσεις. Αλλά δεν προκύπτει επειδή κάτι πήγε στραβά νωρίτερα σήμερα, ας πούμε. Είναι λύπη άλλης τάξης. Ριζική. Αθροισμένη μελαγχολία – τόσες προσδοκίες που διαψεύστηκαν. Αδιέξοδα. Πένθη μαζεμένα. Ποια συνάντηση που δεν ευοδώθηκε χθες, ποια αναποδιά και ποια άχαρη βραδιά. Αυτά είναι τα εύκολα. Θα παν καλά την επόμενη φορά. Ή και ποτέ. Δε θα σκάσουμε. Δε θα μας στοιχειώσει. Η συνάντηση και η βραδιά, γίνουν δε γίνουν, είναι πράγματα ευκρινή. Αλλά αυτή η μελαγχολία δεν είναι. Είναι φάντασμα.
Στοίχειωμα από θελήσεις που έχουν διαπλακεί. Πόθοι διακαείς. Συνδεδεμένοι. Για ασφάλεια και για ισορροπία. Για γαλήνη. Για ανακούφιση. Για αγάπη. Για γλύκα. Για χάδι, για πληρότητα. Επιθυμίες και φόβοι, κι έχουν δικτυωθεί με δοσολογία και δυναμική ξεχωριστή – τέτοια που μόνο ο εαυτός —του φαντάσματος ο συνδημιουργός—, μόνο αυτός μπορεί να γνωρίζει. Αυτός ενέγραψε κι αυτός επέλεξε τις αναλογίες και τις συνιστώσες. Συμμετείχε στη συνταγή και στο σενάριο. Τόσο ήξερε, τόσο έκανε. Είχε κι ανάγκες πιεστικές.
Και τώρα δύσκολα το καταπραΰνουν πράγματα του κόσμου τούτου το φάντασμα. Ο κατευνασμός του περνά από άλλη διαδικασία. Γιατί η καταγωγή του δεν είναι μόνο οι περιστάσεις. Είναι και η σκηνοθεσία τους. Και ο τρόπος που διαπλέκουμε την επιθυμία μας με άλλες, η αξία που της δίνουμε και οι μοναδικοί δικοί μας συνειρμοί. Το απολύτως προσωπικό μας μίγμα.
Ένα φιλί αγαπημένου ίσως κατευνάσει. Αλλά αρκεί για να ξορκίσει ένα φάντασμα που επιθυμεί τα φιλιά που ποτέ; Τους αγαπημένους που δεν; Τα χάδια που θα, κι εκείνα που ίσως; Και τις συνδέσεις τους; Και μαζί την παρηγορία για τα πένθη, και τις ματαιώσεις; Η πείνα μπορεί να κορεσθεί. Αλλά η επιθυμία για κορεσμό πώς να χορτασθεί;
Η μελαγχολία των εορτών δεν έρχεται μόνο από μία τυχαία διάψευση – που πάντα μπορεί να συμβεί. Αλλά από το ξύπνημα της υπνώττουσας ταμιευμένης εμπειρίας της διάψευσης, και μάλιστα της εορταστικής. Δεν είναι η μοναξιά ή μια απώλεια που έτυχε φέτος. Είναι η επανεκκίνηση της ζώσας πληγής. Αυτό που πονά σήμερα είναι το αεί τραύμα. Που κάθε γιορτές περιβάλλεται από το γνώριμό του σκηνικό και αναβιώνει. Σκηνικό νόμιμο, παιδικό, αρχέγονο. Κάθε γιορτές φλεγμαίνει.
Και κάθε γιορτές ξεχνιόμαστε και ξανά αφηνόμαστε. Άλλωστε η ελπίδα πεθαίνει τελευταία – άνθρωποι είμαστε. Λες και φέτος πρόκειται διαφορετικά. Και ξαναζωντανεύουμε την προσδοκία. Σαν τον παίκτη που δε μπορεί να σταματήσει να τζογάρει – να, το ’χω, αυτή τη φορά θα μου κάτσει, το βλέπω. Και την αφήνουμε να σεργιανάει ελεύθερη, μες το πυκνό σκοτάδι της ασάφειας, που δε φτάνουν να το σκορπίσουν τα φώτα και οι στολισμοί.
Καταστρώνουμε το ίδιο έργο. Ίδιο κάθε φορά. Και περιμένουμε μήπως αλλάξει το φινάλε.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου