Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Στάλινγκραδ









Λονδίνον, 3 Φεβρουαρίου 1943.

Έκτακτον ανακοινωθέν παρά τω στρατηγείω του Χίτλερ αναφέρει:

«Το έθνος πενθεί

»Η Μάχη του Στάλινγκραδ[1] ετελείωσεν. Η Έκτη Στρατιά, υπό την υποδειγματικήν διοίκησιν του Στρατάρχου Πάουλους[2], πιστή εις τον όρκον της να πολεμήση μέχρι τελευταίας ρανίδος, υπέκυψεν εις την ανωτερότητα του εχθρού και τας δυσμενεστάτας περιστάσεις.

»Δεν ήλθεν εισέτι η κατάλληλος στιγμή δια να περιγραφή η εξέλιξις των επιχειρήσεων που ωδήγησαν εις αυτό το αποτέλεσμα. Μολοντούτο, εν δύναται να λεχθή: δεν εθυσιάσθησαν επί ματαίω. Μολονότι πανταχόθεν κυκλωθείσα, η Στρατιά του Άξονος ενέπλεξε ισχυράς Ρωσσικάς δυνάμεις επί εβδομάδας εις σκληρότατον αγώνα υπερτάτης δυσκολίας.

»Η Λουφτβάφφε[3], παρά τας μεγίστους προσπαθείας και τας βαρείας απωλείας δεν ηδυνήθη να διασπάση τον κλοιόν και να εγγυηθή τον επαρκή ανεφοδιασμόν. Αι πιθανότητες ανακουφίσεως της Έκτης Στρατιάς από αέρος έβησαν ελαττούμεναι, έως ότου εξεμηδενίσθησαν.

»Το παράδειγμά των θα παραμείνει εις την μνήμην μας δια παντός. Η Γερμανική Έκτη Στρατιά θα ανασυσταθεί.»

Κατόπιν της εκπομπής τού ως άνω ανακοινωθέντος, η Γερμανική Ραδιοφωνία εξέπεμψεν τρις το «Είχον έναν συμπολεμιστήν»[4], εμβατήριον το οποίον κατά παράδοσιν παιανίζει κατά τας στρατιωτικάς κηδείας. Κατόπιν αυτού, άπαντες οι Γερμανικοί σταθμοί εσίγησαν επί τρίλεπτον.

Μετά ταύτα, ο Γερμανός εκφωνητής, εκτελών διαταγάς του Υπουργού Προπαγάνδας Δρος Γκαίμπελς[5], ανεκοίνωσε υποχρεωτικήν αργίαν θεάτρων, κινηματογράφων, καμπαρέ και άλλων χώρων διασκεδάσεως, καθώς επίσης καφφενείων και εστιατορίων, ως και απαγόρευσιν δημοσίων συγκεντρώσεων και κομματικών εργασιών καθ’ άπασαν την Γερμανικήν επικράτειαν. Ο Γερμανικός Τύπος και το Ραδιόφωνον καλούνται να εναρμονισθώσιν προς το εθνικόν πένθος.

Παρά του Βερολίνου ανακοινούται επίσης:

«Ο Γερμανικός λαός, συνεγερθείς εκ των αναφορών της Ανωτάτης Διοικήσεως περί της καταλήξεως του εν Στάλινγκραδ αγώνος, διέκοψεν τας ασχολίας του ανά τας οδούς και ήκουσεν τας ανακοινώσεις εκ των μεγαφώνων με βλοσυρόν και αποφασιστικόν βλέμμα. Ηγέρθησαν εις τα εστιατόρια και τα καφφενεία και άνδρες και γυναίκες παντού ήδον τον Εθνικόν Ύμνον και ανέτεινον χαιρετισμόν προς τον Χίτλερ.»

Πέραν του υποχρεωτικού πένθους εντός της Γερμανίας δια την εν Στάλινγκραδ καταστροφήν, ο Δρ Γκαίμπελς επεξέτεινεν την διαταγήν περί των κέντρων διασκεδάσεως και των εστιατορίων και εις Ολλανδίαν και Τσεχοσλοβακίαν, όπου όλαι αι δημόσιαι εκδηλώσεις απηγορεύθησαν.

Ο Γερμανικός λαός δεν έχει ακόμη πληροφορηθεί ότι είκοσι τέσσερεις στρατηγοί ηχμαλωτίσθησαν εν Στάλινγκραδ.

Εξ άλλου, παρά του εν Λονδίνω ανταποκριτού των Τάιμς της Νέας Υόρκης, κυρίου Σάιρους Σουλτσμπέργκερ[6] μεταδίδεται: «Πλέον των 4.000.000 Γερμανών στρατιωτικών έχουν φονευθεί, αιχμαλωτισθεί ή υποστεί μόνιμον αναπηρίαν, συμφώνως προς εμπιστευτικάς αναφοράς επί στατιστικών ασφαλιστικών ταμείων που εξήχθησαν μυστικώς από την Γερμανίαν. Αι απώλειαι, κυρίως του Ρωσσικού μετώπου, φθάνουν τα δύο τρίτα της Ράιχσβερ[7] ή το σύνολον της Ράιχσβερ του 1918. Το πρόβλημα ανθρωπίνου δυναμικού είναι οξύτατον και διογκούται. Αι εφεδρείαι εξαντλούνται ταχέως. Είναι απίθανον να απομείνει επαρκής επιθετική ισχύς εις την Γερμανίαν από τούδε και εις το εξής.»


[Ρεπορτάζ της εφημερίδας «Πρωινή Δέλτος»[8] από το Ρόκχάμπτον τής Αυστραλίας. Δημοσιεύθηκε την Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 1943, επόμενη της οριστικής συνθηκολόγησης του Πάουλους. Εδώ είναι μεταφρασμένο από τα Αγγλικά σε Ελληνικά εποχής για τις ανάγκες του ύφους αυτής της δημοσίευσης και ελαφρά διασκευασμένο.]


-------------------------------------------

[1] Η Μάχη του Στάλινγκραντ (Сталинградская битва, Schlacht von Stalingrad) μεταξύ της Βέρμαχτ και του Κόκκινου Στρατού κράτησε από τις 17 Ιουλίου 1942 μέχρι το πρωί της 2 Φεβρουαρίου 1943. Οι απώλειες σε στρατιωτικούς, παραστρατιωτικούς και αμάχους υπολογίζονται σε κοντά δύο εκατομμύρια ψυχές. Έληξε με την κύκλωση της Έκτης Στρατιάς του Πάουλους και την παράδοσή της στους Σοβιετικούς. Επρόκειτο ίσως για την πιο αιματηρή μάχη της Ιστορίας, σε μεγάλο βαθμό αποφασιστική για την έκβαση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.











Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...