Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Unternehmen Barbarossa

Μία η ώρα, καταμεσής στη μαύρη νύχτα. Το Министерство обороны СССР, δηλαδή το Υπουργείο Αμύνης τής ΕΣΣΔ, είχε αποβραδίς εκδώσει την κατεπείγουσα ντιρεκτίβα № 1: «Όλες οι δυνάμεις σε θέσεις μάχης. Αποφύγετε προκλητικές ενέργειες πάσης φύσεως.» Κάτι περίμεναν. Αλλά τι; Το σύμφωνο μη επίθεσης με τη Γερμανία ήταν σε πλήρη ισχύ.

Νωρίτερα, το βράδυ της προγουμένης, γύρω στις εννέα, ένας Γερμανός φαντάρος, ο Άλφρεντ Λίσκοφ, τριαντάρης τότε, την κοπανούσε από το 222ο Σύνταγμα Πεζικού τής 75ης Μεραρχίας όπου υπηρετούσε, και ριχνόταν στον ποταμό Μπουγκ. Θα τον διέσχιζε και θα ’βγαινε απέναντι, στο Σοκάλ, κοντά στο Λβοβ. Και θα παραδινόταν στους άντρες του 90ού τής Συνοριοφυλακής.

– Σύντροφοι, ο Χίτλερ θα επιτεθεί το ξημέρωμα στις τέσσερις.

Ο Λίσκοφ, πριν τον τσιμπήσει η Βέρμαχτ και τον επιστρατεύσει, ήταν εργάτης επιπλοποιός. Αφοσιωμένος κομμουνιστής και μέλος της Roter Frontkämpferbund, της Συμμαχίας των Μαχητών του Ερυθρού Μετώπου, ακροαριστερής παραστρατιωτικής οργάνωσης συνδεδεμένης με το KPD (Kommunistische Partei Deutschlands, το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας).

Οι Ρώσοι συνοριοφύλακες δεν πιστεύαν στα μάτια τους. Τι τον κάνουμε τώρα αυτόν εδώ τον Γερμανό που μας λέει και συντρόφους; Τρέξαν νυχτιάτικα για οδηγίες.

– Σύντροφε διοικητή, εδώ έχουμε κάτι πολύ ύποπτο.

Μέχρι να τα πουν, ν’ ανακριθεί ο Λίσκοφ, να παν τα σήματα στη Μόσχα, να ειδοποιηθεί ο Στάλιν, να ’ρθούν νέες εντολές και να συνεννοηθούν, τρία εκατομμύρια εφτακόσιες χιλιάδες Γερμανοί και σύμμαχοί τους, με σηκωμένα τα μανίκια, έμπαιναν στην ΕΣΣΔ σαν σίφουνας, σ’ ένα μέτωπο κοντά τριών χιλιάδων χιλιομέτρων, από τη Στρατιά της Νορβηγίας, στο Βορρά, ώς τη Στρατιά του Νότου, στον Καύκασο. Ο Λίσκοφ ακόμη ανακρινόταν, κι οι Ρώσοι φαντάροι της πρώτης γραμμής περίμεναν εντολές που δεν έφθαναν ποτέ.

Το πρωί ο Γκέμπελς ανακοίνωνε την έναρξη της Ευρωπαϊκής Σταυροφορίας κατά του Μπολσεβικισμού. Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα. Με τ’ όνομα του στρατηλάτη, μεγάλου οραματιστή τής παγκόσμιας κυριαρχίας, και αρχηγού τής Τρίτης Σταυροφορίας.

Ο Μολότοφ, ο Ρώσος Υπουργός των Εξωτερικών, και εκ των αρχιτεκτόνων του συμφώνου μη επίθεσης Ρίμπεντροπ - Μολότοφ, βρήκε τη μιλιά του και απευθύνθηκε στο έθνος μόνο κατά το μεσημέρι της ίδιας μέρας: 22 Ιουνίου τού 1941, πριν ογδόντα ακριβώς χρόνια.

Ο Στάλιν θα συνερχόταν από το σοκ πολύ αργότερα, στις 3 Ιουλίου. Οπότε και θα καλούσε ολόκληρο τον Σοβιετικό λαό σε πατριωτικό πόλεμο.

Αλλά ήταν για τους Γερμανούς η αρχή του τέλους. Μετά από ενάμιση χρόνο λυσσαλέων μαχών, τον χειμώνα του 1942 θα εγκλωβίζονταν και θα συντρίβονταν στο Στάλινγκραντ. Κι ο Πόλεμος θα έπαιρνε ανάστροφη τροπή.




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...