Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Λετσουγκίγια

Ούνα λετσουγκίγια ες ουν τίπο δε γκοργκουέρα. Είδος γκοργκουέρα είναι η λετσουγκίγια. Και τι ναι γκοργκουέρα; ένα φουντωτό κολάρο. Ινδεπεντιέντε δελ βεστίδο ο τράχε, ανεξαρτήτως ενδύσεως, ποσέ καρακτερίστικας διστιντίβας – με ξεχωριστά χαρακτηριστικά.

Έστα πρέντα σε ποπουλαριθό εν Εσπάνια ντουράντε ελ σίγλο XVI ι σου μόδα περδουρό άστα ελ ρεϊνάδο δε Φελίπε Κουάρτο εν ελ σίγλο XVII. Έναν αιώνα βάστηξε αυτή η μόδα. Και ήταν η λετσουγκίγια, ούνα πιέθα ντε γκραν ταμάνιο, μεγάλη μεγάλη, κε κούμπρε πορ κομπλέτο ελ κουέγιο δε λα περσόνα – όλον τον λαιμό κάλυπτε, κι άφηνε μόνο την κεφαλή να φαίνεται.


Χενεραλμέντε φτιαγμένη από τεχίδος δε λίνο μούι φίνο, πολύ φίνο λινό, ενκάχε πλισάδο εν όντας, δαντέλα πλισεδαρισμένη σε κύματα φίλε μου. Ένας γιακάς ήταν στην ουσία. Να μη σου λερώνεται το ρούχο στον λαιμό, σακάκι ή φόρεμα, τι φορούσες, ξέρω γω, γιακά ν’ αλλάζεις και να ’ναι όλην ώρα κολαρισμένος, άσπρος άσπρος, καθαρός κι αστραφτερός. Η γκοργουέρα εμφανίζεται πρώτη, τον δέκατο πέμπτον αιώνα, εσπεθιαλμέντε πορ λας μουχέρες, ειδικώς δια κυρίες. Και στα μέσα τού δέκατου έκτου, εμφανίζεται κι αυτό εδώ το κολάρο. Και λεγόταν λετσουγκίγια.

Πρόσεξε τώρα: υπάρχει μια πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *g(a)lag-, άντε και *g(a)lakt-. Το ’χεις ξανακούσει, δεν το ’χεις; Πώς δεν το ’χεις: γάλα. Από κει βγαίνει. Γάλα, γάλακτος – τέτοιο γάλα. Και γαλαξίας, και γαλακτικός, κι όλα τα συμπαρομαρτούντα. Γάλα, που σχετίζεται με το λατινικό lac, lactis, αφού χάθηκε το g με ανομοίωση. Αλλά έρχεται και μπλέκεται και η άλλη ρίζα, *melg-, πέφτουν και τα δικά της παράγωγα στο τουρλού, κι αρχίζουν τα μυστήρια: έχεις γάλα στα ελληνικά και lac στα λατινικά, αλλά έχεις και milk αγγλικά, από το παλιό σκανδιναβικό mjolk και το σαξονικό miluk, κι έχεις και Milch στα γερμανικά και mleko στα τσέχικα. Κι απ αυτήν τη ρίζα αμέλγεις και τη γελάδα – βλέπεις εδώ τι γίνεται ξαφνικά; ενώ το ’χεις στα ελληνικά το *g(a)lak(t)-, χρησιμοποιείς και το *melg-. Mulgere το λέγαν λατινικά, mółsti σήμερα σλοβένικα, melken ολλανδέζικα και να και το milk ως ρήμα πια: αρμέγω. Βγάνω γάλα. Εντάξει. Πιάσ’ τ’ αυγό και κούρευτο.

Αλλά παραμονεύει το lac, lactis στα λατινικά και με δικό του δρομολόγιο σε βγάζει μέχρι το καφέ ολέ – νόμισες ότι είναι ισπανικά, ολέ, αμ δεν είναι, είναι cafe au lait, καφές με γάλα, και caffè latte που είναι ο εσπρέσο με γάλα. Αφού προηγουμένως γίνουν διάφορες στάσεις, lactation για θηλασμό, λακτόζη για ζάχαρη από γάλα – εντάξει, είναι να μην τα ψάχνεις αυτά τα ζητήματα διότι μπλέκονται και λες τι σου είναι ο άνθρωπος και τι η γλώσσα του.

Βέβαια, ξέρω τώρα τι θα πεις: μας ζάλισες μεγάλε, απ’ τα κολάρα τα ισπανικά στα γάλατα τα ελληνικά – τι ’ν’ αυτό τώρα, βγάζει νόημα; από την Ιερά Εξέταση στο εβγατζίδικο της γειτονιάς.

Πώς δε βγάζει. Δες εδώ τι γίνεται: lac δε λέγαμε λατινικά; Και lait γαλλικά και latte ιταλικά το γάλα; Και lache στα ισπανικά; Μάλιστα. Και δε μου λες, το μαρούλι δε βγάζει σα γάλα ένα πράμα άμα το σπάσεις το κοτσάνι του; Γι’ αυτό δεν το λέγαν lactuca λατινικά; Lattuga σήμερα στα ιταλικά και Lattich στα γερμανικά. Και laitue γαλλικά και lettuce εγγλέζικα. Έτσι δεν είναι; Πώς είναι ισπανικά; lechuga. Λετσούγκα. Ορίστε πού θέλαμε να καταλήξουμε. Λετσούγκα.

Διότι ένα είδος μαρουλάκι έρχεται και θυμίζει ο γιακάς. Με τις δίπλες του και τις παραδιπλίτσες του, τις μπουκλίτσες του, τα γυρισματάκια τα άπειρα και τα τσαχπίνικα – λετσουγκίγια. Μαρουλάκι.

Που άμα σου το ’λεγα από την αρχή ότι αυτό που φοράει ο σοβαρός ο κύριος στη φωτογραφία είναι μαρουλάκι, θα με πίστευες; Όχι δε θα με πίστευες. Θα ’παιρνες τηλέφωνο το εκατό. Ορίστε. Το λες και μόνος σου.

Λετσουγκίγιας, λοιπόν. Μαρουλίτσες. Απ’ τη ζωή βγαλμένες αυτές τις μέρες, διέπρεψαν, λάιβ, επί σκηνής, λετσουγκίγιας να δουν τα μάτια σου: Ελ Γκρέκο εις το Μέγαρον. Όπερα εις πράξεις τρεις. Από σπουδαίον συνθέτη, με συντελεστάς εξέχοντας, μαέστρους και σκηνοθέτας δεινούς και επιδεξίους και καλλιτέχνας αξίους, κι από μονωδούς γλυκυτάτους. Και ορχήστραν ωραιοτάτην, χορωδούς σοβαρούς, μαυροντυμένους, καλλιφώνους, καλλικώμους και με τις κατάλευκες μαρουλίτσες τους ένα γύρω στον λαιμό.

Κον σους λετσουγκίγιας μπλάνκας.


-------------------------------

Μέγαρον, El Greco και El Greco, Όπερα.








Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...