Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Οκτώβριος, 2025

Φωτιά

Είναι φορές που παίρνει φωτιά. Κι απλώνεται. Πάει παντού. Φωτιά. Δε γλιτώνει τίποτε. Ανάβει το σύμπαν. Στην πραγματικότητα δεν τρέχει και κάτι θορυβώδες. Αλλά έτσι είναι η φωτιά – δεν θορυβεί. Καίει. Άλλη λειτουργία αυτή. Εσωτερική. Καίει λοιπόν και γίνεσαι παρανάλωμα, εντός και εκτός, και τα πάντα πετούν, ξέφρενα, και δεν έχει σταματημό αυτό, έτσι κι αρπάξει όλα υποχωρούν κι ακολουθούν και εντάσσονται. Όλα. Γίνεται μια μεγάλη συγχορδία. Μια συμφωνία. Έκτοτε το γιορτάζεις. Για πάντα. Εκ της συμφωνίας συνίστασαι πλέον κι αυτήν αποζητάς στα κατοπινά σου βήματα. Αυτή σου δείχνει πώς.

Απορίας άξιος

Ξέρεις τι σκεφτόμαν μόλις τώρα – έπεσε και με διαπέρασε η σκέψη και με ξέσκισε: γιατί ρε φίλε δεν ήρθες στην κηδεία; Ξέρεις, είναι μυστήριο καμιά φορά, πώς ένα απλό, τόσο δα πραματούλι, πώς μπορεί να στο ραγίσει το γυαλί, απαξάπαντος. Φορέβερ. Να, έτσι, μία κρακ, πάει. Και δε ματαφτιάχνει. Γιατί δεν ήρθες στην κηδεία, αγάπη μου; Τι στην ευχή σκέφτηκες; Ότι είσαι υπεράνω; Τι ήταν δηλαδή αυτό; Στάση κριτική; Να το πάρω που κάτι θέλει να υπονοήσει; Κάτι να σημάνει; Κάτι να μας πει; Τι να μας πει βρε; Εδώ σκίστηκαν οι πέτρες. Άνοιξε το καταπέτασμα. Αποκολλήθηκε κομμάτι μας. Ανεπιστρεπτί. Γδαρθήκαμε. Σαρξ εκ της σαρκός. Απομείναμε θνητοί κι εκτεθειμένοι. Καταδείχτηκε η μοίρα μας. Πόσα απίδια βάνει ο σάκος. Κι εσύ δεν ήρθες στην κηδεία. Τι ήθελες μανούλα μου να υπονοήσεις; Να μη ρθεις να πεις ένα γεια; Κι ας μη συμφωνούσες, κι ας διαφωνούσες, κι ας δεν καταλάβαινες – ούτε μεις συμφωνούσαμε, ούτε όλα τα καταλαβαίναμε, ούτε συγγενήδες ήμασταν, να μας περιλάβει στη διαθήκη του. Αλλά κατέλιπε δη...

Super flumina Babylonis

Super flumina Babylonis ilic sedimus et flevimus dum recordaremur tui, Sion in salicibus in medio eius suspendimus organa nostra. Στους ποταμούς της Βαβυλώνος εκεί καθίσαμε και κλάψαμε ενώ σε αναθυμόμασταν, Σιών (και) πάνω στις ιτιές, καταμεσής (της Βαβυλώνος) κρεμάσαμε τα όργανά μας. Πρόκειται για τους στίχους από τον Ψαλμό 136 κατά την εβραϊκή αρίθμηση (137 στη Βουλγκάτα), διάπυρη στιγμή του διωγμού, παρακάτω στη Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα: Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών· ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν· Οι Εβραίοι είναι εξόριστοι στους ποταμούς της Βαβυλώνας. Υποδουλωμένοι πλέον, θυμούνται την Ιερουσαλήμ και θρηνούν. Κι εκεί, στη Βαβυλώνα, πάνω στις ιτιές, κρεμούν το τραγούδι τους και δε θα το ξαναπιάσουν. Γιατί αυτοί που τους έφεραν εκεί, τους ζήτησαν να ψάλουν ιερά τραγούδια. Και τους έλεγαν: ψάλετέ μας τα ιερά άσματά σας, της Σιών. Κι οι Εβραίοι έλεγαν: πώς θα ψάλουμε εδώ τα ιερά μας άσματα; εδώ, στην...

Συννεφούλα

είχα είχα μιαγάπη αχ καρδούλα μου πουμοιαζέ συννεφάκι, συννεφούλα μου ξέρεις, δεν ξέρω αν σου ’χει τύχει, αλλά το πιο δύσκολο είναι το απλό. Το σκέτο. Το αυτονόητο. Ρε παιδί μου, αυτό που δε χρειάζεται να ειπωθεί – το κοινότοπο τι να σου πω; ήμασταν παρέα πάντα – το ’ξερες. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Κολλητοί. Τόσο που περνούσες απαρατήρητος. Αυτονόητος. Δεν υπήρχε λόγος ν’ ασχοληθεί κανείς μαζί σου. Εκεί – φυσικό φαινόμενο μη, μην το πεις οι παλιοί μας φίλοι, μην το πεις για πάντα φύγαν πού κόλλαγε αυτό; ποιος ξέρει. Στα όρια ήταν – και δεν ήταν και το μόνο κι έρχεται στιγμή, να το ξαναπώ, ομορφή, νασάς μιλήσω και παρατονισμός που πάει σύννεφο και κιθάρα στα όρια του λάθους ξέρωκά ατιπουλιά μαυραπουλιά πουλιαπικρά πουλιατησδύ στυχιιάς κ αι γινόσουν ξαφνικά συνομήλικος. Δικός. Κολλητός. Πώς γινόταν; Και τη μια συνεπαίρνονταν τα μυαλά και υψωνόμασταν, ναι ρε γαμώτο! και την άλλη σιγά ρε τον στίχο και σιγά τον τραγουδιστή – και δεν ξέραμε πώς να το πάρουμε αυτό που ασκούσες τέτοιο βάθο...

Κερρήνιος Λαΐτος

Τους βρίσκουμε τους Κερρήνιους από πολύ παλιά. Ίχνη του ονόματος έχουμε και στην Πομπηία, και στη Σαλώνα της Δαλματίας, τη γενέτειρα του Διοκλητιανού. Και βρίσκουμε επιγραφές με Κερρήνιους και στη Μυγδονία – αυτή ήταν περιοχή ανάμεσα στον Αξιό και στον Στρυμώνα, μέχρι τον Εχέδωρο, τον σημερινό Γαλλικό, και την κοιλάδα της αρχαίας Ανθεμούσσας, ας πούμε Καλαμαριά σήμερα. Θεσσαλονίκη, πάντως. Μυγδονία με δυο λόγια θα πεί Θεσσαλονίκη – δίπλα είναι οι δύο, κι ο Κερρήνιος Λαΐτος ήταν, ποιος ξέρει, κάποιος απόγονος, ένας Ρωμαίος πολίτης, Cerennius είναι το οικογενειακό, που πια μιλούσε κι έγραφε ελληνικά – είχε μπει ο δεύτερος ή τρίτος αιώνας, έτσι δείχνουν τα γράμματα του επιγραφοποιού. Έχασε το παιδί του και του ’φτιασε το μνήμα. «Κερρηνία Λαΐτα τῇ θυγατρί». Για την Κερρηνία Λαΐτα, τη θυγατέρα μου. «Καὶ ἑαυτῷ». Και για μένα, συμπλήρωσε. Να τα ’χει κανονισμένα. Και υπέγραψε. «Κερρήνιος Λαΐτος». Η πέτρα έμεινε, σαν σήμα. Σήμερα στον περίβολο του Γεντί Κουλέ. Να την κοιτάει ο ήλιος τα δειλινά....