Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Απορίας άξιος

Ξέρεις τι σκεφτόμαν μόλις τώρα – έπεσε και με διαπέρασε η σκέψη και με ξέσκισε: γιατί ρε φίλε δεν ήρθες στην κηδεία;

Ξέρεις, είναι μυστήριο καμιά φορά, πώς ένα απλό, τόσο δα πραματούλι, πώς μπορεί να στο ραγίσει το γυαλί, απαξάπαντος. Φορέβερ. Να, έτσι, μία κρακ, πάει. Και δε ματαφτιάχνει.

Γιατί δεν ήρθες στην κηδεία, αγάπη μου; Τι στην ευχή σκέφτηκες; Ότι είσαι υπεράνω; Τι ήταν δηλαδή αυτό; Στάση κριτική; Να το πάρω που κάτι θέλει να υπονοήσει; Κάτι να σημάνει; Κάτι να μας πει; Τι να μας πει βρε;

Εδώ σκίστηκαν οι πέτρες. Άνοιξε το καταπέτασμα. Αποκολλήθηκε κομμάτι μας. Ανεπιστρεπτί. Γδαρθήκαμε. Σαρξ εκ της σαρκός. Απομείναμε θνητοί κι εκτεθειμένοι. Καταδείχτηκε η μοίρα μας. Πόσα απίδια βάνει ο σάκος. Κι εσύ δεν ήρθες στην κηδεία. Τι ήθελες μανούλα μου να υπονοήσεις; Να μη ρθεις να πεις ένα γεια; Κι ας μη συμφωνούσες, κι ας διαφωνούσες, κι ας δεν καταλάβαινες – ούτε μεις συμφωνούσαμε, ούτε όλα τα καταλαβαίναμε, ούτε συγγενήδες ήμασταν, να μας περιλάβει στη διαθήκη του.

Αλλά κατέλιπε δημόσιο θησαυρό ο μακαρίτης. Χαμπάρι δεν πήρες; Δεν αγγίχτηκες; Συμβιώναμε, δεν το παρατήρησες; Είχαμε αγαπηθεί. Είχαμε μισηθεί. Είχαμε τραγουδήσει. Είχαμε βριστεί. Μας περιείχε και τον περιείχαμε. Όχι πάντα. Όχι χωρίς διαπραγμάτευση. Ό,τι καταλάβαινε ο καθένας μας. Αχαχούχα. Γλέντια και χοροί. Είχαμε τσακωθεί, είχαμε φιλιώσει, είχαμε αδιαφορήσει. Αλλά στην κηδεία πήγαμε, ρε φίλε. Να μην πάμε; Άνθρωπο χάσαμε. Το καταλαβαίνεις τι λέμε; Εσύ πώς και δεν;

Ξέρεις γιατί σε ρωτάω βρε καημένε; Γιατί είναι από κείνες τις οριστικές φορές, εκείνες που ραγίζει το γυαλί – στο ’πα. Μια κάνεις παπαριά, άλλη ξανακάνεις παπαριά, την άλλη σε σχωρνάω, την άλλη το ξεχνάω, κάνω πως δεν είδα, δεν πειράζει, όλα παίζουν, έχει τις συλλογιστικές του, λες, ο σύχρηστος.

Αλλά τώρα ξέρεις τι απέδειξες; Ότι οι συλλογιστικές σου δεν πηγάζουν. Ότι είσαι άκυρος. Ξένος. Ότι οι λογικές σου δεν ακούνε. Βαράνε μόνες τους, σαν του κουφού. Είσαι μόνος σου. Διαστροφή. Μια συστροφή. Ιλεός. Σφάλμα. Ο τρόπος που συλλογίζεσαι δεν έχει τίποτε το ανθρώπινο. Ο μηχανισμός που σκέφτεσαι δεν ακουμπά. Είναι δαιδαλώδης και απολωλώς. Άκυρος. Μωρός. Έχεις χάσει τη μπάλα. Ικανός για οποιοδήποτε αποτέλεσμα – αυτό μού επιβεβαιώνεις σήμερα. Παγώνει το αίμα στη σκέψη. Πάει να πει ότι δεν επικοινωνείς. Ότι σκέφτεσαι έξω από ζωικές προτεραιότητες. Σκέφτεσαι θεωρητικά. Ότι δεν είσαι άνθρωπος. Μπερδεύεσαι ε; Σε βλέπω. Ούτε που υποπτεύεσαι τι σου λέω. Σα χάνος με κοιτάς.

Να σου το πω ως εξής: μου απέδειξες ότι είσαι περικλεισμένος, περιχαρακωμένος, απομονωμένος και άρα ικανός για οποιονδήποτε συλλογισμό. Ότι είσαι εκτός. Νόμισες ότι να μην έρθεις είναι στάση πολιτική. Και δεν το ’πιασες ότι ακριβώς: είναι και παραείναι στάση πολιτική. Που αποδεικνύει ότι πολιτικώς δεν εφάπτεσαι. Ότι είσαι θεωρητικός. Ξύλινος. Απομονωμένος και τρομοκρατημένος. Υπόλοιπο. Ότι έχεις άλλα που σε καίνε. Έξω του κόσμου τούτου. Δεν ακούς, δε βλέπεις, δεν αντιλαμβάνεσαι. Δεν κυλάς στις φλέβες κανενός. Δεν περιέχεσαι πουθενά και δεν περιέχεις τίποτε. Δεν υπάρχει πραγματικός άνθρωπος να μη δεν έρχεται εν τέλει. Εκεί που συγχωρνιόμαστε. Στα υστερνά. Κι εσύ μπόρεσες και δεν ήρθες. Το καταλαβαίνεις τι έκανες, ή ακόμα;

Ράγισε το γυαλί φίλε. Με έπεισες ότι η σκέψη σου δε βγαίνει από τη ζωή αλλά από θέληση άρρωστη, μόνη της, που προ ουδενός ορρωδεί. Μου φώναξες ότι δεν πρέπει να σ’ εμπιστεύομαι. Με πανικόβαλες. Μ’ αγρίεψες. Και αυτά πάνε ντόμινο: Κύριος οίδε πώς σκέφτεσαι και στα άλλα θέματα που με καίνε, εκεί που εισβάλλεις με τις αναλύσεις σου. Και με τις φωνάρες σου και τους αλαλαγμούς σου. Με τις συγκεντρώσεις σου και τις παρεμβάσεις σου. Κύριος οίδε. Πώς βγάνεις τις αποψάρες σου για τους πολέμους που με απειλούνε ένα γύρω. Πώς έχεις γνώμη για τον κόσμο που κλυδωνίζεται. Πώς καταλήγεις στις συλλογιστικές σου – πώς κρίνεις ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο. Πώς βγάνεις συμπεράσματα από πού να πάμε, και τι θα ’κανες αν περνούσε από το χέρι σου. Πώς σκέφτεσαι για τις καταστροφές που αναλύεις και με ποια συλλογιστική καταδεικνύεις τους ενόχους σου. Χάνονται άνθρωποι, κι εσύ βγάνεις πορίσματα. Πώς διάολο φτάνεις σ’ αυτά; Πώς καταγγέλλεις; Και τι θα εφάρμοζες αν σ’ εμπιστευόμουν; Σήμερα με πανικόβαλες: ότι μπορείς να σκεφτείς οτιδήποτε αρκεί να το γουστάρεις. Να σε αυτοϊκανοποιεί. Ράγισε λέμε το γυαλί. Ξέρεις τι μου είπες σήμερα; Μη με εμπιστεύεσαι, αυτό μου φώναξες. Δεν είμαι κανονικός. Είμαι παράλογος. Είμαι ικανός για οτιδήποτε, αυτό διατράνωσες. Η σκέψη μου δεν ακουμπά πουθενά, άρα μπορεί να είναι οποιαδήποτε – αυτό διακήρυξες.

Δεν είπες απλώς ότι είσαι ικανός να μην πας σε μια κηδεία. Αυτό είναι το ελάχιστο. Ούτε ότι είσαι ικανός να το κάνεις χωρίς αποχρώντα λόγο. Μόνο και μόνο γιατί είσαι αντιδραστικός και περιχαρακωμένος και εμμονικός και στριμωγμένος στη γωνία. Ούτε αυτό είναι τόσο τρομερό. Άνθρωπος είσαι κι εσύ.

Αλλά διατράνωσες ότι βρίσκεσαι σε τέτοια απόσταση που ούτε να πάρεις χαμπάρι ότι προδίδεσαι δε μπορείς. Αυτό είναι που με πανικόβαλε. Ότι δεν φαντάστηκες ότι αποκαλύπτεσαι. Δεν σκέφτηκες δηλαδή το απλό, κάτσε ρε φίλε, έχω τους λόγους μου να μην πάω, τον σιχαίνομαι, μ’ εξέθεσε κατ’ επανάληψη, με αποκάλυψε, με ξεβράκωσε, αλλά δε θα καθίσω κιόλας εκεί που με κατέταξε, θα βουήξ’ το πανελλήνιο, αν δεν πάω απλώς αποδεικνύω ότι είχε τα χίλια δίκια – ρε ας πάω καλύτερα, μαλάκας είμαι; αν δεν πάω επιβεβαιώνω ότι είμαι αυτό που μ’ έκραξε. Ας πάω ρε συ. Κύριος. Ας πάω να τον περιλάβω τον καργιόλη.

Όχι. Ούτε γι’ αυτή τη σκεψούλα. Εύκολα την κάνει ο πάσα εις. Ο έφηβος, το ανήλικο το κλεφτρόνι, ο μαθητής ο αδιάβαστος, η σουπιά, το μαλάκιο, ο κοινός απατεωνάκος. Ούτε γι’ αυτήν την τόση δα σκεψούλα δεν αποδείχτηκες ικανός. Ας πάω ρε γιατί αλλιώς καρφώνομαι. Γίνομαι ο ίδιος η απόδειξη ποιος είμαι. Ούτε.

Σε τέτοια απόγνωση που βρίσκεσαι, σε τέτοια ολοφάνερη αδυναμία να υπάρξεις, σε τέτοια αποκοπή από το όλον, τέτοια ιδιωτεία, τι περιμένεις να σκεφτώ για οποιαδήποτε άλλη σκέψη σου; Τι νομίζεις ότι καταλαβαίνω όταν αλαλάζεις; Τι φαντάζεσαι ότι συμπεραίνω από τις κραυγές και τα σκεπτικά σου;

Έχεις καθίσει έξω απ’ τον χορό. Και φαντασιώνεις τι; Πως θα σταθώ ν’ ακούσω τα τραγούδια σου;



------------------------

Επικαιρότητα: 25/10/25. Απουσία της Αριστεράς από την κηδεία Διονύση Σαββόπουλου.










Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...