Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τόνου ανάβασις



Ναι, το γνωστό ζήτημα: καταγγέλλεται ότι χρησιμοποιούνται οι προστακτικές «υπέβαλε», «κατέθεσε», αντί του ορθού «υπόβαλε», «κατάθεσε», κ.λπ. Και μάλιστα η παράβασις γίνεται από γραμματιζούμενους.

Σε μόλις χθεσινή ανάρτηση στην ομάδα μας, ειπώθηκαν, σε διάφορους τόνους και με διάφορους τρόπους, τα γνωστά: η μια σκέψη που λέει ότι τι δουλειά έχει στην προστακτική αορίστου μια χρονική αύξηση αφού είναι μορφολογικό λάθος, και η άλλη που λέει ότι δεν πρόκειται για αύξηση αλλά για φωνολογικό φαινόμενο: η προστακτική δανείζεται το αοριστικό καλούπι του ρήματος.

Τα είπαν καλά και τρίκαλα οι φίλοι, άλλοι έτσι, άλλοι αλλιώς. Ανάμεσα σε πολύ σοφότερους εμού, δεν έκρυψα κι εγώ τη δική μου γνώμη. Που είναι ότι πρόκειται για τόνο που ανεβαίνει κι όχι για λάθος αύξηση. Κι έχω μια ιστορία να μοιραστώ. Ιστορία που μου φάνηκε ότι άξιζε τον κόπο να γίνει αυτοτελής ανάρτηση.

Είμαι της γενιάς που άκουσε δημοτική μόνο καθώς τέλειωνε τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Όχι, δε θα αποκαλύψω αν αυτό που τέλειωσα λεγόταν Γυμνάσιο ή Λύκειο, διότι δεν υπάρχει ο παραμικρός λόγος να αρχίσουμε να σχολιάζουμε την ηλικία μου. 😇

Θα πω όμως ότι θυμάμαι καθαρότατα πως ο προφορικός λόγος τότε είχε ισχύ και υπόσταση – δυο-τρεις σταθμοί ήταν η ραδιοφωνία, και δυο κανάλια η τηλεόραση. Και τέλος. Οι ειδήσεις ήταν απλώς τα νέα και όχι πλάνα μονταρισμένα με τρόπο που να προκαλεί άγχος. Κι ούτε κι αυτά: εικόνες σπανίως είχαμε. Ο παρουσιαστής καθόταν σ’ ένα τραπέζι και έλεγε ό,τι είχε να πει, κι εμείς τον κοιτάζαμε κι ακούγαμε. Κι αφού μάς διάβαζε τι λέγαν τα χαρτιά του, οι ειδήσεις τελείωναν. Εννοείται ότι όποιος καθόταν πίσω από μικρόφωνο τότε, είχε προηγουμένως περάσει από πεντακόσια κόσκινα. Όχι, δεν είναι νοσταλγία. Δεν ήταν καλύτεροι ή χειρότεροι τότε οι καιροί. Ήταν απλώς αλλιώς.

Τω καιρώ εκείνω, λοιπόν, και μάλιστα αρκετά πριν αποφοιτήσω, όσο ακόμη ήμουν ένας μικρός καθαρευουσιάνος, και μάλιστα ιδιαίτερα φιλομαθής, προσκολλημένος στα κείμενα και τους κανόνες —πράγματα που σ’ εκείνη την ηλικία και σ’ εκείνο το περιβάλλον, πηγαίναν μαζί—, εκείνον λοιπόν τον καιρό, περίπου οι πάντες διέτασσαν... με ε. Σχημάτιζαν δηλαδή την προστακτική αορίστου με... αύξηση. Πρόσταζαν «επέστρεψε», «υπέγραψε», «ανέλαβε», «παρέλαβε», «εξέθεσε» κ.λπ. Ενώ ταυτοχρόνως, ήδη απ’ την Πρώτη Γυμνασίου, εμείς διδασκόμασταν τα «επίστρεψε», «υπόγραψε», «ανάλαβε», «παράλαβε», «έκθεσε», κ.λπ. Και όλα πήγαιναν ωραία κι άγια. Ακούγεται παράδοξο; Καθόλου. Έτσι ήταν τότε: ούτως ή άλλως αυτά που διδασκόμασταν κι αυτά που μιλούσαμε, ήταν δύο διακριτές γλώσσες. Καμία σχέση.

Ώσπου κάποτε ανακαλύψαμε ότι κοιμόμασταν πάνω σε θησαυρό: πώς γινόταν οι αντιπαθητικοί και πιεστικοί καθηγητές, που στο μυαλό μας ήταν περίπου όλοι τους και χουντικοί οι καημένοι —έτσι το βλέπαμε τότε—, πώς ήταν δυνατόν να παραβιάζουν οι ίδιοι τους κανόνες που μας δίδασκαν και να τη βγάζουν καθαρή; Δεν ήταν αυτό σκάνδαλο;

Πρώτο θύμα της δικής μου αφύπνισης ήταν όχι κάποιος ζόρικος καθηγητής —τότε ρίχναν και καμιά σφαλιάρα αυτοί—, όχι καμιά αγράμματη γιαγιά τού χεριού μου, αλλά κάτι ενδιάμεσο: η ιδιαιτέρως γραμματιζούμενη μητέρα μου, η οποία —σημειωτέον— ήταν και η πρώτη που με πότισε γράμματα. Είπαμε: παραπάνω από εγγράμματη. Κι όμως: όταν με συνελάμβανε παρανομούντα και μουγγό —μαζί παν αυτά—, μου την έπεφτε: «απήντησέ μου αμέσως!» Κατά κανόνα ακολουθούσε και η αδερφή της, καθηγήτρια φιλόλογος, παρακαλώ: «επιτέλους, ανέλαβε τις ευθύνες σου!»

Πώς αντέδρασα; Μια μέρα, Πρώτη ή Δευτέρα Γυμνασίου θα ’μουνα, τώρα θα σε φτιάξω, σκέφτηκα, κι έκανα την επανάστασή μου, με όλη τη θέρμη τού νεοφώτιστου, σε ήπιο τόνο, τέτοιον που να μην εκληφθεί ως αυθάδεια, και με την ήρεμη σταθερότητα της άρτι αποκτηθείσης γνώσεως: «“απάντησέ μου” είναι το σωστό, ρε μαμά. Τι δουλειά έχει η αύξηση στην προστακτική αορίστου;»

Το πλήγμα ήταν χειρουργικό. Είχε χαθεί η μπάλα. Συζητούσαμε για τη δική μου παρανομία, αλλά το ζήτημα είχε μετατοπισθεί στη δική της. Διότι ως γραμματιζούμενη, είχε υποστεί πλήγμα, και μάλιστα με τη μία, ο γνωστικός πυλώνας, αυτός που την εστήριζε – με βάση τον οποίο ήξερε περισσότερα, πώς να το κάνουμε, και άρα ευρισκόταν εν δικαίω. Πανικοβλήθηκε. Ομοίως η θεία, η φιλόλογος – ούτε εκείνη ήξερε τι να πει. Επιτέλους τις είχα ταπώσει και τις δυο τις αδερφάδες, για τις οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, ουδεμία τρυφερότητα έτρεφα. Μάλιστα. Είχα καταγάγει νίκη περιφανή. Τις είχα τσακίσει. Βλέπεις, γράμματα ξέραν, αλλά γλωσσολογίες και τέτοια κόλπα εξυπνάδες τότε δεν ήξερε κανείς μας. Δεν ξέραμε τι είναι αυτό το φρούτο.

Δεν ήμουν ο μόνος που είχε βγει στο κλαρί εκείνο τον καιρό. Φαίνεται ότι το φαινόμενο ήταν γενικότερο. Μέσα σε λίγα χρόνια, το ορθόν είχε διαδοθεί σαν το χυμένο λάδι στα πριονίδια. Κι είχε αρχίσει ο διάπυρος λόγος της ελευθερίας ν’ ακούγεται παντού. «Τι “επέδειξέ” μου τα προϊόντα, ρε μάστορα; “Επίδειξέ” μου, είναι το σωστό.» Ένα ολόκληρο κίνημα ορθοφρόνων επέπεσε συντριπτικό κατά του αγραμμάτου επιστητού, και το κατετρόπωσε. Ώσπου, κατά το τέλος του αιώνος —και μαζί και της χιλιετίας—, η νίκη ήταν τόσον ευρεία και περιφανής, που την είχε ακούσει και η συνήθως βραδυπορούσα διαφήμιση και την είχε εναγκαλισθεί: «επίλεξε το πρόγραμμά σου», «παράγγειλε πίτσα στο λεπτό», αχ, ο κόσμος μας εσύ!

Κι έτσι, από μια υπερδιόρθωση, από ένα γινάτι, μια κλεψιά στα χαρτιά, μια εκδίκηση του γραπτού κατά του προφορικού, έναν νευρικό σπασμό μιας γενιάς κι ένα κύμα ενοχών μιας άλλης, το κάστρο κατελήφθη χωρίς σοβαρή αντίσταση. Εντάξει, πήρε δεκαετίες, αλλά τέτοιες εξεγέρσεις έως και αίμα έχουν κοστίσει άλλοτε, και δη άφθονο. Πάλι καλά, λοιπόν, να λέμε. Και στο τέλος της γραφής σωστό δεν ήταν; Α, όλα κι όλα. Εμείς με το σωστό είμεθα.

Ώσπου σήμερα κατέφθασε το αντιμάμαλο. Διαπιστώσαμε ότι αυτό που τότε —ψευδώς— καταγγείλαμε ως διαλεληθυῖα αύξηση, δεν ήταν τέτοια. Έλα μου όμως που στη γλώσσα σωστό είναι αυτό που τώρα βρίσκεται στα χείλη των ομιλητών. Usus norma loquendi. Σήμερα, τοῖς κείνων ρήμασι πειθόμενοι, έχουμε πλέον όλοι αποκηρύξει το «ε» εκείνο το καταραμένο μετά βδελυγμίας. Στο πυρ το εξώτερον. Κι αν τολμήσεις να πεις, σταθείτε ρε παιδιά, δεν είναι αύξηση το καημένο, δεν είναι λάθος, άλλη είναι η δουλειά του – ε, πάει. Μαύρο φίδι που σ’ έφαγε.

Αλλά έτσι είναι η γλώσσα. Είναι φαινόμενο αργό και δυσκίνητο. Τόσο που προλαβαίνουμε να μεγαλώσουμε και να γεράσουμε μαζί της. Να παραγνωριστούμε. Να γίνουμε κολλητοί. Και να ξεχάσουμε ότι δουλειά της είναι να αλλάζει.

Κι όταν το κάνει, αγριευόμαστε. Γιατί πλέον το ζήτημα παύει να είναι γλωσσικό. Γίνεται ταυτοτικό.


-----------------------

Ανάρτηση στη Γλωσσική Ομάδα «Μιλάμε σωστά... Γράφουμε σωστά» παραμονή των Φώτων, 5/1/2026.








Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...