Να ’μαστε πάλι: η βουλεύτρια, κυρίες και κύριοι. Είναι σωστό, δεν είναι; Ποιος να ξέρει. Τα φώτα μας. Και τι ισχύει τελικά; Τι λένε οι κανόνες; Πώς πρέπει να το λέμε; Λες και η γλώσσα κανονίζεται απ’ τους κανόνες της. Λες και η γλώσσα είναι η γραμματική. Γυρνάμε, λοιπόν, και τη ρωτάμε τη γραμματική: είναι σωστή η βουλεύτρια, κυρά γραμματική; ή είναι λάθος; Και η γραμματική, σαν καλή μάντις —ή μήπως μάντισσα;— μασά τα φύλλα δάφνης και αποφαίνεται: ἥξεις ἀφήξεις οὐκ ἐν πολέμῳ θνήξεις. Τέλειο. Κάνει και ομοιοκαταληξία, να το πρήξεις, να το τρίξεις – δικό σου είναι, ό,τι θες το κάνεις: στο πηγάδι να το ρίξεις και στον πάτο ναν το πνίξεις. Περιμέναμε πιο χρήσιμη απάντηση; Πώς θα γινόταν αυτό; Αφού η βουλεύτρια και η βουλευτίνα δεν είναι γραμματικές απορίες. Δηλαδή τι στη γραμματική μπορεί να μας οδηγήσει στο ένα ή στο άλλο; Ο θεραπευτής και η θεραπεύτρια, κι ο χορευτής με τη χορεύτρια – μια χαρά δεν είναι; κι ο καθηγητής και η καθηγήτρια, με τον μαθητή και τη μαθήτρια; Τι μας χαλάει —γραμμα...
επί παντός