Να ’μαστε πάλι: η βουλεύτρια, κυρίες και κύριοι. Είναι σωστό, δεν είναι; Ποιος να ξέρει. Τα φώτα μας. Και τι ισχύει τελικά; Τι λένε οι κανόνες; Πώς πρέπει να το λέμε;
Λες και η γλώσσα κανονίζεται απ’ τους κανόνες της. Λες και η γλώσσα είναι η γραμματική. Γυρνάμε, λοιπόν, και τη ρωτάμε τη γραμματική: είναι σωστή η βουλεύτρια, κυρά γραμματική; ή είναι λάθος; Και η γραμματική, σαν καλή μάντις —ή μήπως μάντισσα;— μασά τα φύλλα δάφνης και αποφαίνεται: ἥξεις ἀφήξεις οὐκ ἐν πολέμῳ θνήξεις. Τέλειο. Κάνει και ομοιοκαταληξία, να το πρήξεις, να το τρίξεις – δικό σου είναι, ό,τι θες το κάνεις: στο πηγάδι να το ρίξεις και στον πάτο ναν το πνίξεις.
Περιμέναμε πιο χρήσιμη απάντηση; Μα πώς; Αφού η βουλεύτρια και η βουλευτίνα δεν είναι γραμματικές απορίες. Δηλαδή τι στη γραμματική μπορεί να μας οδηγήσει στο ένα ή στο άλλο; Ο θεραπευτής και η θεραπεύτρια, κι ο χορευτής με τη χορεύτρια – μια χαρά ζευγάρια είναι. Κι ο καθηγητής και η καθηγήτρια, με τον μαθητή και τη μαθήτρια. Τι μας χαλάει —γραμματικώς ειπείν— με τον βουλευτή και τη βουλεύτρια;
Ή μήπως, αν η βουλεύτρια είναι σωστή, τότε η βουλευτίνα είναι λάθος; Όχι βέβαια. Καμία γλώσσα σε καμία γωνιά του σύμπαντος δε χρησιμοποιεί αποκλειστικά τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Ένας αχταρμάς οι μηχανισμοί της. Παίζουν τα πάντα όλα. Κι η βουλευτίνα ολόσωστη, λοιπόν. Ή μήπως έχει κάποιο γραμματικό πρόβλημα η προεδρίνα; Ή η γιατρίνα; Η δημαρχίνα; Η υπουργέσσα, η καπετάνισσα, η στρατηγίνα; Η σωφερίνα; Η οδηγίνα; Η ράφτρα και η αστυνομικίνα; Δεν είναι όλοι αυτοί κανονικοί σχηματισμοί της γλώσσας; Δεν τους αναγνωρίζουμε, δεν τους καταλαβαίνουμε, δεν ξέρουμε τι σημαίνουν;
Είναι. Οπότε φθάνουμε αισίως σ’ αυτό που κατά τη γνώμη μας είναι το πρώτο συμπέρασμα: το πρόβλημά μας δεν είναι γραμματικό. Είναι οι φορτίσεις και τα συμφραζόμενα. Όλοι αυτοί οι —απολύτως νόμιμοι— μορφολογικοί μηχανισμοί μπορούν να συμπαραδηλώνουν τελείως διαφορετικά πράγματα. Να είναι από απολύτως δεκτοί έως απολύτως απαράδεκτοι. Η Ιζαμπό είναι υπερηφάνως «πριγκιπέσα». Όμως η «δημαρχέσα», ανάλογα με τα συμφραζόμενά της, ως και δείγμα φτωχής γλωσσικής αντίληψης, αν όχι κακοήθειας, μπορεί να εκληφθεί. Επ’ ουδενί θα χρησιμοποιήσουμε το «καρδιολογίνα» στα σοβαρά, ενώ από την άλλη το «γιατρίνα» δε φαίνεται να μας πολυχαλάει. Και κάποιους αιώνες πίσω, όταν οι ελληνόφωνοι άκουγαν «Παλαιολογίνα», δάκρυζαν και σταυροκοπιόνταν. Με μια φράση, λοιπόν: το πραγματικό ζήτημα είναι με τι είναι συνδεδεμένες οι λέξεις και οι μορφές στην εκάστοτε γλωσσική συγκυρία.
Αλλά, για να το πάρουμε από λίγο πιο πριν: ποιο είναι το πρόβλημα με το «καρδιολόγος»; Τι δε μας αρέσει εκεί και ψαχνόμαστε; Ότι μπορεί η λέξη να σημαίνει άνδρα; Μπορεί. Αλλά δε μπορεί να σημαίνει γυναίκα; Πώς δε μπορεί. Μπορεί θαυμάσια να είναι καλή καρδιολόγος, και μάλιστα να είναι και η πρόεδρος της καρδιολογικής εταιρείας. Το θηλυκό υπάρχει και παραϋπάρχει. Δεν διακρίνεται με ιδιαίτερη κατάληξη πάνω στο ουσιαστικό, εκδηλώνεται όμως γραμματικά μέσα από τη συμφωνία του άρθρου, του επιθέτου, της αντωνυμίας και των άλλων όρων της πρότασης.
Έλα όμως που μπαίνει η σκέψη: η γλώσσα καθρεφτίζει αυτό που οι άνθρωποι καταλαβαίνουμε από τον κόσμο. Το ότι λέμε «καρδιολόγος» μπορεί να σημαίνει ότι το κοινωνικό μας αισθητήριο δε φαντάζεται ότι αυτή ίσως είναι γυναίκα. Ανδροκρατική κοινωνία, αρσενικά ο καρδιολόγος και ο αστροναύτης. Πρέπει, κύριε, να φτιάξουμε και θηλυκά, είτε για να παρακολουθήσουμε το γεγονός ότι οι γυναίκες γίνονται πλέον και καρδιολογίνες είτε για να πάψουμε να τις αποκρύπτουμε μέσα σ’ έναν τύπο που —μπορεί να— ακούγεται σαν αρσενικό. Ίσως ακόμη και για να μπορούν τα κορίτσια μας να φανταστούν ευκολότερα τον εαυτό τους στον ρόλο της καρδιολογίνας.
Ανόητη σκέψη; Όχι καθαυτήν. Είναι μια μεγάλη συζήτηση για πραγματικά ζητήματα. Ας μας επιτραπεί όμως εδώ ένα ανέκδοτο: συναντιόνται, λέει δυο φίλοι, πώς τα πάτε; καλά; α, δεν έχουμε ανάγκη, το ’χουμε λύσει ως εξής: πάμε τα καλοκαίρια εγώ στον θάλασσο κι η γυναίκα μου στη θάλασσα. Απλώνω εγώ τον πετσέτο κι εκείνη την πετσέτα. Κάνω τον ηλιοθεραπείο μου εγώ και την ηλιοθεραπεία της εκείνη, εγώ την κρατώ στον αγκαλιό μου και τηνε λέω αγάπη μου, κι εκείνη στην αγκαλιά της και με λέει αγάπο της. Κι είμαστε ειρηνικ@ και μονιασμέν@.
Εντάξει. Καμιά φορά η υπερβολή είναι ο σύντομος τρόπος να πει κανείς κάτι περίπλοκο: ότι άλλο το γραμματικό γένος —ο τοίχος, η καρέκλα— κι άλλο το φυσικό – ο αρσενικός, η θηλυκιά. Καθόλου αστείο δεν είναι να επιθυμεί μια γυναίκα να προσδιορίζεται κοινωνικά ή επαγγελματικά από λέξη που αποσαφηνίζει το φύλο της. Αλλά το να νομίζουμε ότι μπορεί να φθάσουμε σε έναν γενικό μηχανισμό με τον οποίο για κάθε γλωσσικό στοιχείο που θυμίζει αρσενικό θα υπάρχει κάποιο άλλο που θα θυμίζει θηλυκό, αυτό, ναι, είναι για γέλια. Ή μπορεί και για κλάματα, εξαρτάται πώς το βλέπει κανείς.
Γλώσσα πολύ οικεία η αγγλική – κατά ευτυχή για τη συζήτησή μας συγκυρία όλοι την ψιλογνωρίζουμε. Εκεί δεν υπάρχει σύστημα γραμματικού γένους αντίστοιχο με το ελληνικό ούτε εκτεταμένη σχετική μορφολογία, έτσι δεν είναι; Ναι, έχουμε actor και actress, god και goddess. Αλλά δεν περιοριζόμεθα. Έχουμε και driver και cardiologist, teacher και scientist. Εκεί το φυσικό φύλο φανερώνεται μόνο εφόσον δηλωθεί από τα συμφραζόμενα ή την αντωνυμία – he, she, they. Κι αυτή μεγάλη συζήτηση, αλλά η ουσία είναι ότι σε γενικές γραμμές η μορφή της λέξης στα αγγλικά, κυρίως στην παραγωγική μορφολογία των επαγγελματικών ονομάτων, κατά κανόνα δε μας δίνει πληροφορίες για το φύλο του ανθρώπου στον οποίο αναφέρεται.
Λέγαμε όμως για το γραμματικό γένος. Που σε κάποιες γλώσσες υπάρχει και παραϋπάρχει – όπως στα ελληνικά. Είναι από γλώσσα σε γλώσσα κοινό; Όχι βέβαια. Τρέχα γύρευε είναι. Στα γαλλικά η θάλασσα, —la mer—, στα γερμανικά το θάλασσο, —das Meer—, και στα ισπανικά ο θάλασσος – el mar. Που στα χείλη των ναυτικών και των ποιητών κάποτε γίνεται και θηλυκό, la mar. Δείχνει το γραμματικό γένος κάτι που να σχετίζεται με φύλο; Επ’ ουδενί. Τότε; Γιατί σε κάποιες γλώσσες υπάρχει; Γιατί ελληνικά λέμε ο καιρός αλλά η καταιγίδα – γιατί ο λάκκος και γιατί η φάβα; Στα αγγλικά γιατί το πλοίο έγινε κάποτε she, το ίδιο και το διαστημόπλοιο; Ειλικρινής απάντηση: δεν ξέρουμε. Διατυπώνονται ατέλειωτες θεωρίες – μερικές περί ανιμισμού. Άει βρες άκρη.
Ας αφήσουμε όμως τ’ άψυχα κι ας γυρίσουμε στους ανθρώπους. Εκεί το γραμματικό γένος δεν δείχνει το φύλο; Μη μου πεις ότι δεν είναι άλλο ο μαθητής και άλλο η μαθήτρια. Ειλικρινής απάντηση: στα ελληνικά, πολύ συχνά ναι. Ο μαθητής είναι πράγματι αρσενικό και η μαθήτρια θηλυκό. Αλλά και πάλι: στα αγγλικά πώς και λέμε student και pupil αξεχώριστα και δε μας χαλάει; Ορίστε δυο γλώσσες, με μορφολογία, ιστορία – δυο σύμπαντα. Πώς η μία παραλείπει να δηλώσει το φύλο πάνω στο ουσιαστικό; Και γιατί η άλλη συχνά το δηλώνει; Γιατί δεν υπάρχει γραμματικό γένος στα τούρκικα, στα κινέζικα ή στα ουγγρικά, και γιατί υπάρχει στα ρωσικά και στα αραβικά; Γιατί υπήρχε στα λατινικά; Ειλικρινής απάντηση: ούτε αυτό το ξέρουμε.
Αλλά και στα ελληνικά, που το ’χουμε και το χαιρόμαστε το φύλο, η αγορίνα τι φύλο είναι; Ο κορίτσαρος; Το αγόρι και το κορίτσι; Το μανούλι; Η παλιά η πουτάνα; Ο κέρβερος; Η γάτα με τα πέταλα; Η μαϊμού του Κωλέττη; Είναι αυτό που δηλώνεται γραμματικώς; Είναι η καμήλα κορίτσι κι ο αετός αγόρι; Καλό ερώτημα, έτσι δεν είναι;
Κι άμα δε μας φτάνει αυτό το ερώτημα, έχουμε κι άλλο: για θεσμό πυρηνικό της κοινωνικής μας οργάνωσης, θεσμό που στον αιώνα σήμαινε τον κοινό βίο ενός αρσενικού κι ενός θηλυκού, τον γάμο, πώς στα ελληνικά που έχουμε φύλο χρησιμοποιούμε την ίδια μορφή, «σύζυγος», και για τους δύο εμπλεκόμενους; Η σκέψη ότι ήταν αποκλεισμένες οι γυναίκες απ’ την πολιτική και γι’ αυτό παραλείψαμε να πούμε «βουλευτίνα» δεν είναι παράλογη. Κάθε άλλο. Αλλά είναι σε όλες τις περιπτώσεις αληθής; Ήταν δηλαδή αποκλεισμένες κι απ’ τον γάμο οι γυναίκες, γι’ αυτό δε σκεφτήκαμε τόσες χιλιάδες χρόνια να πούμε συζυγίνα και συζύγισσα;
Ίσως λοιπόν εισερχόμεθα πλησίστιοι στο δεύτερό μας συμπέρασμα: δεν αμφισβητείται ότι με τη μαθήτρια δηλώνουμε ρητώς ένα πρόσωπο θηλυκού φύλου που ανήκει στην κατηγορία των μαθητών. Αλλά ούτε αμφισβητείται ότι και με τη σύζυγο δηλώνουμε έναν θηλυκού φύλου σύζυγο, χωρίς να αισθανόμαστε την ανάγκη να αλλάξουμε μορφή στη λέξη. Όπως και με την καρδιολόγο: δηλώνουμε μια γυναίκα καρδιολόγο, αφού το άρθρο, τα επίθετα, οι αντωνυμίες και ολόκληρη η σύνταξη αναλαμβάνουν να μας το πουν.
Μήπως λοιπόν αυτό που είναι αυτονοήτως βέβαιο για τη σελήνη και τον πόλεμο, για τον κόμματο και τη μουσίτσα, για τον λαγό και την αλεπού —ότι δηλαδή το όνομα δεν δηλώνει κατ’ ανάγκην το φυσικό τους φύλο— μπορεί κάποτε να είναι αληθινό και για τα ονόματα των ανθρώπων; Η γλώσσα, ναι, είναι μια κοινωνική αναπαράσταση. Πράγματι συμμετέχει, επιδρά και εικονίζει τις κοινωνικές μας δομές. Αλλά μήπως ταυτόχρονα είναι και πραγμάτωση κάτι απείρως βαθύτερου απ’ αυτό που μπορούν να συλλάβουν οι γραμματικές συλλογιστικές μας και τα εκάστοτε κοινωνικά μας προτάγματα; Μήπως είναι ένα οργανικό σύμπαν, που ασφαλώς αναδρά με τα ζητήματά μας, με τρόπο όμως, σε έκταση και με μηχανική που —τουλάχιστον για την ώρα— δεν διαθέτουμε τα εργαλεία να συλλάβουμε;
Έχουμε σχέση αιτίου και αιτιατού στην περίπτωση της μαθήτριας; Δηλαδή, επειδή αποκτήσαμε μαθήτριες, γι’ αυτό τη φτιάξαμε τη λέξη; Δε θα το αποκλείαμε. Έχει γίνει πολλή σοβαρή σκέψη που δείχνει προς αυτήν την κατεύθυνση. Αλλά δεν είχαμε από πάντα ασθενείς γυναίκες; Εκεί πώς και μας διέφυγε η ασθενήτρια; Ναι, κάποτε οι γυναίκες σιγά μη γίνονταν ενδοκρινολόγοι. Αλλά μήπως το να είμαστε βέβαιοι ότι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η γλώσσα δεν έχει ενδοκρινολογίνες είναι λογικό σφάλμα; Μήπως πρόκειται για λήψη του ζητουμένου; Μήπως απλώς η γλώσσα δε λειτουργεί τόσο ευεξήγητα όσο οι διαθέσιμες εξηγήσεις μάς επιτρέπουν να εξηγούμε;
Η Βαλεντίνα Τερέσκοβα ήταν απ’ τους πρώτους ανθρώπους που πέταξαν στο διάστημα. Και η ΕΣΣΔ και το ΚΚΣΕ από τους πρώτους συστηματικούς νεογλωσσοπλάστες του 20ού αιώνα, με ανεξάντλητους κρατικούς πόρους και ισχύ στη διάθεσή τους και ατέλειωτη θέληση να αλλάξουν τον κόσμο. Στα ρώσικα λοιπόν, γλώσσα με εγγενώς θηριώδες σύστημα γενών και κλίσεων, το θηλυκό μπορούσε πανεύκολα να σχηματιστεί και πράγματι σχηματίστηκε: космонавт για τον άνδρα, космонавтка για τη γυναίκα.
Κι όμως. Εις άπταιστον ρωσικήν η Τερέσκοβα παραμένει η первая женщина-космонавт, η πρώτη γυναίκα αστροναύτης. Και όχι η πρώτη αστροναύτρια ή αστροναύτισσα. Η μορφή υπήρχε. Το κράτος είχε τη βούληση. Η κοινωνική πραγματικότητα είχε ήδη στείλει την πρώτη γυναίκα στο διάστημα. Κι όμως, η γλώσσα αλλού πήγε και κάθισε.
Τώρα τι να συμπεράνουμε οι πτωχοί; Μήπως πρέπει να δεχθούμε ότι το φύλο δεν συνδέεται μόνο με το γραμματικό γένος ή με την κατάληξη της λέξης αλλά και με άλλες συσχετίσεις της με τον κόσμο; Μήπως κάποτε η μορφολογική σύμπτωση δεν είναι εκεί με σκοπό να εξαφανίζει τη γυναίκα; Κι από την άλλη, μήπως η μορφολογική διαφοροποίηση δεν αρκεί για να την κάνει ορατή; Υπάρχει σήμερα ελληνόφωνος με σοβαρή σχέση με το δικαστικό μας σύστημα που, όταν ακούει «οι δικαστές», επιμένει να σκέφτεται άνδρες ή κυρίως άνδρες; Υπάρχει έφηβη που δεν αποκαλεί τις κολλητές της «ρε μαλάκες»;
Μάλιστα. Οπότε εκεί που νομίζαμε ότι το ’χαμε και θα τη βρίσκαμε την άκρη, ότι σε κάποιο δια ταύτα θα προσγειωνόμασταν, τα πράματα μπλέξαν έτι περαιτέρω. Τώρα; Τι κάνουμε;
Ειλικρινής απάντηση – η τελευταία για σήμερα: και πού θες να ξέρουμε.
Αυτό είναι πρωτίστως ένα σημείωμα περί γλώσσας και όχι μια πρόταση γλωσσικής πολιτικής. Για να κάνουμε πολιτική, πρέπει να σπάσουμε αυγά. Μπορούμε να προτείνουμε λέξεις, να επιλέγουμε τύπους, να αλλάζουμε διοικητικά κείμενα, να ζητάμε να μας αποκαλούν όπως επιθυμούμε και να διεκδικούμε μέσα στη γλώσσα τον χώρο που θεωρούμε ότι μας αναλογεί. Όλα αυτά είναι πραγματικά. Χειροπιαστά.
Αλλά όσα αυγά και να σπάσουμε, όση γλωσσική πολιτική κι αν κάνουμε, η γλώσσα δε θα συγκινηθεί. Και κυρίως, δεν πρόκειται η πραγματικότητα να συμμορφωθεί. Μπορούμε να ρίξουμε μια λέξη να μας βρίσκεται. Αλλά δε μπορούμε να καθορίσουμε τι θα συμβεί με τη λέξη αυτή – πού θα πάει, με τι θα συναντηθεί, πώς θα φορτιστεί, τι θα θυμίσει, αν θ’ αγαπηθεί ή αν θα λοιδορηθεί, αν θα γίνει βάιραλ ή αν θα παρκαριστεί σε κάποια ιδιόλεκτο, ή μήπως και ξεχαστεί τελείως. Και την ακούσει κάποιος εκατό χρόνια αργότερα και δακρύσει. Ή γελάσει.
Μπορούμε να χρησιμοποιούμε ονόματα όπως η δασκάλισσα και η δασκάλα, η προεδρίνα και η πρόεδρος, η αστυνομικίνα και η αστυνομικός, η ουρολόγος και η ουρολογίνα, η ιατρός, η γιατρίνα ή η γιάτρισσα – είναι στην απόλυτη ευχέρειά μας. Δεν κάνουμε κανένα κακό, εφόσον δεν προσβάλλουμε κανένα, κι εφόσον έτσι αισθανόμαστε τις λέξεις αυτές ή έτσι επιθυμούμε να μας αποκαλούν. Ο δρόμος ανοιχτός και τα σκυλιά δεμένα. Ταυτόχρονα, αν χρειαστεί να καταθέσουμε σε δικαστήριο, καλύτερα να πούμε «κυρία πρόεδρε». Διότι έτσι λένε στα ελληνικά δικαστήρια – ας παραμείνουμε καλοί φίλοι της λογικής και καλοί αναγνώστες της πραγματικότητας.
Δε μπορούμε να υποστηρίξουμε σοβαρά ότι γνωρίζουμε, ούτε ότι μπορούμε να προβλέψουμε με ασφάλεια ή να ελέγξουμε πώς ακριβώς συγκροτείται η γλώσσα και προς τα πού θα κινηθεί. Ενώ εκείνη παραμένει μάρτυς —ή μήπως μαρτύρισσα;— της δικής μας συγκρότησης. Όχι πάντοτε ευανάγνωστη ή πρόθυμη ή κραυγαλέα. Αλλά αψευδής. Πράξη σοφίας είναι να τη συμβουλευόμαστε συχνότερα απ’ όσο συχνά νομίζουμε ότι μπορούμε να την κυβερνήσουμε.
Και δι’ αυτής τον κόσμο.
--------------------------
Το έναυσμα ήταν περιστατικό που μου εμπιστεύθηκε η κυρία Πρόεδρος σε πρόσφατη συζήτησή μας. Ξέρει εκείνη. Την ευχαριστώ.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου