Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Στρατονίκη



CΤΡΑΤΟΝΙΚΗCΑΤΟΚΟΥ
ΓΥΝΗΔΕΑΡΤΕΜΙΔΩΡΟΥ
ΤΟΥΜΕΝΕΚΡΑΤΟΥ

Ή, αλλιώς γραμμένο: Στρατονίκη Σατόκου, γυνὴ δὲ Ἀρτεμιδώρου τοῦ Μενεκράτου. Δηλαδή, η Στρατονίκη, κόρη του Σατόκου, και σύζυγος του Αρτεμιδώρου, γιου του Μενεκράτη.

Αυτή ήταν μέσα στο μαρμάρινο κουτί. Η Στρατονίκη. Ή, τέλος πάντων, ό,τι είχε απομείνει απ’ αυτήν. Μέσα στη μαρμάρινη τεφροδόχο λάρνακα με το κάλυμμα· και με την επιγραφή στη μπροστινή όψη. Το νούμερο 458 του καταλόγου που εξεπόνησε ο Χασάν Μαλάι το 1994, «Ελληνικές και Λατινικές Επιγραφές στο Μουσείο της Μανίσα». Τούρκος αρχαιολόγος αυτός. Επιγραφολόγος. Από τους σημαντικότερους ειδικούς στις ελληνικές και λατινικές επιγραφές της αρχαίας Λυδίας. Και της Μυσίας και της Αιολίδας. Γενικότερα της Δυτικής Μικράς Ασίας. Είχε οργώσει τον τόπο, χωράφια, σπίτια, νεκροταφεία – και σπόλια: πώς καταγράφεις επιγραφή που πια είναι ενσωματωμένη σε νεότερο κτίσμα και δεν κουνιέται. Χασάν. Αραβικό όνομα. Ο ωραίος, ο όμορφος, ο καλός. Και Μαλάι θα πει Μαλαίος. Στο Ödemiş της Δυτικής Τουρκίας γεννήθηκε βέβαια ο άνθρωπος, αλλά το επώνυμό του δηλώνει τον αυστρονήσιο των λαών της ανατολικής Σουμάτρας, της Μαλαϊκής Χερσονήσου και των ακτών του Βόρνεο. Για φαντάσου.

Στρατονίκη θα πει νίκη του στρατού. Παλιό όνομα, αλλά αργότερα θα κάνει καριέρα ως μακεδόνικο. Ελληνιστικό. Ο Περδίκκας είχε μιαν αδερφή Στρατονίκη, που πήγε και παντρεύτηκε τον Σεύθη Α΄, βασιλιά της Θράκης – θα τα πούμε μετά αυτά. Και Στρατονίκη λέγαν και τη γυναίκα του Αντίγονου του Μονόφθαλμου, του στρατηγού του Μεγαλέξανδρου. Αυτή ήταν κόρη ενός Κορράγου ή Κορραίου, που στις πηγές παρουσιάζεται ως κατά τ’ άλλα άγνωστος Μακεδόνας. Ήταν η μάνα του Δημητρίου του Πολιορκητή, που έγινε βασιλιάς της Μακεδονίας και συνέχισε τη δυναστεία των Αντιγονιδών.

Και τη γυναίκα του Σέλευκου Α΄ Νικάνορος κι ύστερα του γιου του, του Αντίοχου Α΄ του Σωτήρος, κι αυτή Στρατονίκη τη λέγαν. Και του Δημήτριου Β΄ της Μακεδονίας, κι αυτουνού η γυναίκα ήταν Στρατονίκη. Και η γυναίκα του Αριαράθη Γ΄ του Καππαδόκη, κι αυτή Στρατονίκη. Κι η αγγόνα της, Στρατονίκη κι αυτή, αυτή που πήρε τον Ευμένη Β΄, αυτόν που έφτιαξε τη στοά στη νότια κλιτύ της Ακρόπολης στην Αθήνα. Κι ύστερα πήρε τον αδερφό του, τον Άτταλο Β΄, αυτόν που έφτιαξε την άλλη τη στοά, του Αττάλου, επίσης στην Αθήνα. Κι ύστερα τον ξαναπήρε τον Ευμένη Β΄ αυτή η Στρατονίκη —πολύ μεγάλη ιστορία—, κι ύστερα πάει ο Ευμένης Β΄, τέλος, οπότε η Στρατονίκη ξαναπαίρνει —ποιον άλλον— άντε πάλι τον αδελφό, τον Άτταλο Β΄. Όχι, καθόλου μην πάει το μυαλό σου εκεί που πάει. Βασιλιάδες ήτανε κι είχαν θέματα να ρυθμίσουν – έτσι τα κανονίζαν τα του βασιλείου: με τους γάμους τους.

Αρτεμίδωρος ο άντρας της Στρατονίκης μας, αυτηνής στην τεφροδόχο τώρα. Όνομα ελληνικό, θεοφορικό. Το δώρον της Αρτέμιδος, κάπως σαν Διόδωρος, ας πούμε, Θεόδωρος, Ισίδωρος, Απολλόδωρος, Αθηνόδωρος, και πάει λέγοντας. Στα χρόνια εκείνα, τον βρίσκεις παντού. Αργότερα, σε κοπτικές επιγραφές περνά ως ⲁⲣⲧⲉⲙⲓⲧⲱⲣ. Ήδη σε λατινικές ως Artemidorus. Ο Γάιος Ἰούλιος Αρτεμίδωρος, για παράδειγμα, είναι ένας από τους στρατηγούς που αφιέρωσαν τιμητική επιγραφή στον αυτοκρατορικό επίτροπο Θράκης Μάρκο Ουέττιο Μάρκελλο – μεταξύ 46 και 54 μ.Χ. βρισκόμαστε, στα ελληνικά η επιγραφή. Στην Καβάλα βρίσκεται, στο Μουσείο. Αρτεμίδωρος λεγόταν κι ο Εφέσιος, ο γεωγράφος. Καθώς και ο Δαλδιανός, Αρτεμίδωρος κι αυτός, αυτός που έλεγε τα όνειρα, κι αυτός από την Έφεσο. Με μάνα από τα ενδότερα, από τη Δάλδη, σύνορα Μυσίας, Φρυγίας και Λυδίας. Το όνομα πάει κι έρχεται και στην αρχαία Θράκη αλλά και στα πέριξ, συνηθισμένο.

Ο Μενεκράτης, ο μπαμπάς του, κι αυτό ελληνικής αρχής όνομα. Είχε έναν Επώνυμο Άρχοντα των Αθηνών τον 2ο αι. π.Χ. Μενεκράτη, και πριν απ’ αυτόν κι έναν στρατηγό του Σέλευκου. Κι έναν κωμικό ποιητή του 4ου αι. π.Χ. Κι ύστερα η καθ’ ημάς Ανατολή ήταν γεμάτη. Κράτος είναι το δεύτερο συνθετικό του ονόματος – είναι σαφές. Το πρώτο, άλλοι το σχετίζουν με το «μένω», ότι Μενεκράτης θα πει «ο σταθερός στην ισχύ του», «αυτός που διατηρεί την ισχύ [του]», κάπως έτσι. Κι άλλοι σου λέει, όχι κύριε, «μένος» είναι το πρώτο συνθετικό, άρα ψυχική ορμή, σθένος, ανδρεία, δύναμη. Τέλος πάντων. Έτσι ή αλλιώς, το βέβαιο είναι ότι η δικιά μας η Στρατονίκη είχε παντρευτεί έναν Αρτεμίδωρο ενός Μενεκράτη.

Και τίνος ήτο η Στρατονίκη μας; Του Σατόκου. Εδώ σε θέλω. Πού το βρίσκουμε το όνομα; Λοιπόν, ένας Σάδοκος ήταν γιος του Σιτάλκη, του μεγάλου βασιλιά των Οδρυσών που βασίλεψε από το 431 έως το 424 π.Χ. και εγγονός του Τήρη, του ιδρυτή του βασιλείου. Οι Αθηναίοι τον έκαναν πολίτη τους όταν συμμάχησαν με τον πατέρα του στον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Αυτοί μετά, οι Θράκες, τα βάλαν με τον Περδίκκα, ναι, τον αδερφό της Στρατονίκης, αυτής που λέγαμε νωρίτερα. Οπότε αυτός την πάντρεψε με τον Σεύθη, ανιψιό τότε του βασιλιά Σιτάλκη και λίγο αργότερα βασιλιά των Οδρυσών. Και όλα κανονίστηκαν.

Αλλά ας μείνουμε στον Σάτοκο. Αυτά παίζαν στη Θράκη πολύ, τα ονόματα. Μα πάρα πολύ. Σάτοκος και Σάδοκος, Αμάδοκος κι Αμάτοκος, Σπαράδοκος, Μέδοκος και Μέτοκος, θρακικά και παιονικά στοιχεία και οσμώσεις, και Σπαράδοκος και Σπάρτακος – εδώ να δεις καυγάς οι ειδικοί. Σου λέει, κύριε, πώς να το κάνουμε, έχουμε πολυτυπία: /τ/ και /δ/, /α/ και /ο/, διάφορες αποδόσεις των ίδιων ή συγγενικών ονομάτων. Άρα Σάτοκος και Σάδοκος, τι δεν καταλαβαίνεις. Κι όλα συνδέονται με τις ριζούλες *dek- και *dok-, ινδοευρωπαϊκή γλώσσα τα θρακικά, άρα σημασίες όπως «δέχομαι», «υποδέχομαι», «αποδίδω τιμή» – τέτοια.

Ναι, αλλά έρχεται ο άλλος και σου λέει, καλά τα λες παλικάρι, η Θράκη είναι γεμάτη: Πάτακος και Πάδακος, και Σπάρτοκος, Σπάρτακος και Σπαράδοκος. Ινδοευρωπαϊκά, ναι, όμως πόθεν το άλμα; πώς τα θεωρείς θρακικά; Τα -δοκος και -τοκος είναι τα ιρανικά *-sakas και *-takas – όπως τα προσάρμοζαν και τα παρετυμολογούσαν οι Έλληνες, γιατί αυτή τη δουλειά κάναν αυτοί, τέτοιοι ήταν, προσαρμογές και παρετυμολογίες. Πρόκειται όμως για άλλη ρίζα, με περίπου τη σημασία «δύναμαι», «βοηθώ». Επομένως διαφορετικού βαθμού εξελληνισμός ιρανικού ονοματικού υλικού. Άρα άλλη γλωσσική καταγωγή.

Καλά. Δε θα βγάλουμε άκρη. Και δεν υπάρχει και λόγος να βγάλουμε, να σου πω. Δε θα ’χουμε τι να την κάνουμε. Μια Στρατονίκη βρέθηκε σε μια τεφροδόχο στη Λυδία – από κει το εύρημα. Χωρίς να ξέρουμε με βεβαιότητα από ποια ακριβώς αρχαία πόλη ή θέση προέρχεται. Ούτε για πότε μιλάμε. Ύστερη ελληνιστική περίοδος λέει – αυτό συμπεραίνουμε. Μετά την Πύδνα, δηλαδή. Ίσως μετά κι απ’ το Άκτιο και τον θάνατο της Κλεοπάτρας. Αλλά ίσως και πριν. Δε λέει.

Μαρμάρινη τεφροδόχο, με σκαλισμένη και κλειδαριά, και καλά να κλειδώνει. Δήθεν. Κόρη ενός Σατόκου η Στρατονίκη αυτή, και γυναίκα ενός Αρτεμίδωρου, του γιου ενός Μενεκράτη. Και βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο της Μανίσα. Της παλαιάς Μαγνησίας της πρὸς Σιπύλῳ. Η Στρατονίκη. Ή μάλλον η τεφροδόχος της. Καταλογογραφημένη απ’ τον Χασάν Μαλάι. Που πέθανε τώρα πρόσφατα κι αυτός. Το 2022.

Γενιές που αθροίζεις και μετράνε μηδέν. Και κάτι θρακικό να μένει, ακαθόριστο, να πλανιέται – άφευκτο. Ρομφαία.

Τι καλά το λέει τ’ αηδόνι.



--------------------------

1. Σοφοκλής, Οιδίπους Τύραννος, στ. 1186 κ.ε., μτφ. Μίνως Βολανάκης, στο Οιδίπους Τύραννος – Μήδεια, Αθήνα: Bibliothèque, 2014: «Τις γενιές σας αθροίζω και μετράνε μηδέν».

2. K. Vlahov, «Sind die Wortteile -δοκος, -τοκος u. ä., die in zweistämmigen Personennamen auftreten, thrakisch?», Živa Antika / Antiquité Vivante 15, τχ. 2 (1966), σ. 305–319.

3. Dimiter Detschew, Die thrakischen Sprachreste, Schriften der Balkankommission, Linguistische Abteilung 14, Βιέννη: Rudolf M. Rohrer, 1957.

4. Πολύδωρος Παπαχριστοδούλου, «Η γλώσσα των Θρακών», Θρακικά Χρονικά 7, τχ. 27 (Καλοκαίρι 1967), σ. 145–149.

5. Αλέξανδρος Παπαϊωάννου, «Η αρχαία θρακική γλώσσα», Θρακικά Χρονικά, τχ. 38 (1983), σ. 79–92.

6. Louisa D. Loukopoulou, «Les inscriptions des trésors nord-balkaniques», στο Louisa D. Loukopoulou, Selene Psoma και Antigoni Zournatzi (επιμ.), Thrakika Zetemata I, Μελετήματα 58, Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, 2008, σ. 139–169.

7. Hasan Malay, Greek and Latin Inscriptions in the Manisa Museum, Denkschriften der Österreichischen Akademie der Wissenschaften, Philosophisch-Historische Klasse 237· Ergänzungsbände zu den Tituli Asiae Minoris 19, Βιέννη: Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften, 1994.














Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σαρανταπέντε

Σαρανταπέντε είναι. Δε μπορεί. Κάποιος απ’ όλους θα ’ναι δικός σου. Γνωστός, φίλος, φίλος φίλου, φίλη, φιλεναδοφίλη – έχουμε απ’ όλα. Γιάννης και να γειάνεις είναι διπλανά, δεν είναι; Μπα. Ρίμα κάνει, τον κορέκτορα μπερδεύει, αλλά δεν έχει σχέση. Ή, νομίζεις ότι Ιωάννης κάτι έχει με αυγή. Το φως. Αλλά ούτε. Δεν είναι καν ελληνικά. Εβραίικα είναι. Yəhôḥānān (יהוחנן) και πιο σύντομα Yôḥānān (יוחנן). Δεν είμαστε και πολύ  μακριά από τον Εβραίο Θοδωρή. Το όνομα θα πει δώρο Θεού ή ο Θεός γενναιόδωρος. Παίζει κι έτσι, παίζει κι αλλιώς. Όπως το πάρεις. Κι έχουμε και τον Yaḥyā (يحيى). Αραβικά. Στο Κοράνι, στο Σουράτ Μαριάμ, ο γιός τού ηλικιωμένου Ζαχαρία και της επίσης ηλικιωμένης και στείρας γυναίκας του (19:1-15). Που όμως το Βιβλικό του όνομα είναι Yūḥannā (يوحنا). Όπως και να ΄χει, όχι σαρανταπέντε – εκατόν πέντε είναι, ζωή να ’χουν. Και τους ξέρουμε όλους. John F. Kennedy, Joan Baez, Johnny Depp, Jane Fonda, Janet Jackson, Janis Joplin, Jean Simmons για να πιάσουμε τους αγγλοτέτοιους....

Super flumina Babylonis

Super flumina Babylonis ilic sedimus et flevimus dum recordaremur tui, Sion in salicibus in medio eius suspendimus organa nostra. Στους ποταμούς της Βαβυλώνος εκεί καθίσαμε και κλάψαμε ενώ σε αναθυμόμασταν, Σιών (και) πάνω στις ιτιές, καταμεσής (της Βαβυλώνος) κρεμάσαμε τα όργανά μας. Πρόκειται για τους στίχους από τον Ψαλμό 136 κατά την εβραϊκή αρίθμηση (137 στη Βουλγκάτα), διάπυρη στιγμή του διωγμού, παρακάτω στη Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα: Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών· ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν· Οι Εβραίοι είναι εξόριστοι στους ποταμούς της Βαβυλώνας. Υποδουλωμένοι πλέον, θυμούνται την Ιερουσαλήμ και θρηνούν. Κι εκεί, στη Βαβυλώνα, πάνω στις ιτιές, κρεμούν το τραγούδι τους και δε θα το ξαναπιάσουν. Γιατί αυτοί που τους έφεραν εκεί, τους ζήτησαν να ψάλουν ιερά τραγούδια. Και τους έλεγαν: ψάλετέ μας τα ιερά άσματά σας, της Σιών. Κι οι Εβραίοι έλεγαν: πώς θα ψάλουμε εδώ τα ιερά μας άσματα; εδώ, στην...

Αρτινή

Είναι περίπλοκο, γι’ αυτό δώσε βάση: Η Αλίφε είναι ήταν —και είναι— μια πόλη της Ιταλίας, στην Καζέρτα, δηλαδή στην Καμπανία. Ο οικισμός στους γύρω λόφους βρίσκεται εκεί απ’ την Εποχή του Σιδήρου και δώθε. Πα να πει, χοντρικά, απ’ τον δέκατο αιώνα κι ύστερα. Απ’ όταν η παράδοση θέλει τον Ιησού του Ναυή να οδηγεί τον λαό μέσα στη Χαναάν. Απ’ τον καιρό που στην Αίγυπτο περνάμε στην εικοστή Δυναστεία και τον Ραμσή Γ΄ – στα μπερδέματα με το ιερατείο και στις απεργίες στο Σετ Μάατ, τον Τόπο της Αλήθειας – στο σημερινό Ντέιρ ελ-Μεντίνα. Από τόσο παλιά. Πάνω κάτω, πάντα, εντάξει; Σαμνιτικό όνομα η Αλίφε. Τι θα πει Σαμνιτικό, θα μου πεις τώρα: το Σάμνιον ήταν περιοχή στη Νότια Ιταλία, έτσι το λέγαν οι ξένοι, οι ίδιοι λεγόντουσαν Σαφινείς, συγγενείς των Σαβίνων, πα να πει ινδοευρωπαίοι, οσκικά μιλούσαν, πολέμησαν κατά της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, συμμάχησαν με τον Πύρρο της Ηπείρου, βίος και πολιτεία, κι ύστερα εξεγέρθησαν στον Κοινωνικό Πόλεμο, αλλά ο Σύλλας τούς αποδεκάτισε – Σαμν...