Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Λίστες



Λίστες. Αγαπημένες μυστικές πύλες. Γιατί συστοιχίζουν κάτω από το ίδιο φως φάλαγγες μαρτύρων, υπό την πρόφαση κάποιας κοινής ιδιότητας των τελευταίων. Δημιουργώντας έτσι συμπυκνώσεις όντων. Μέσω των οποίων συμπυκνώσεων, ο εναργής παρατηρητής ανοίγεται προς αυτά τα όντα που τις απαρτίζουν, και μέσω αυτών, στο παν. Οι κατάλογοι ως αλληλουχία κρυφών παραθύρων. Επάλληλα μυστικά περάσματα. Σειρά ξεχασμένων διαδρόμων. Στέκεσαι πίσω από κάθε πόρτα και λες τη μαγική φράση: «Άνοιξε κουδούνα!» Και κάθε φορά περνάς Αλλού.

Ας μελετήσουμε τη λίστα German Occupation Definitions - English Translations με περίπου 1.500 ονομασίες επαγγελμάτων. Τον κατάλογο τον έφτιαξαν και τον χρησιμοποιούσαν οι ναζί στο Μπόρισλαβ και στο Μαουτχάουζεν. Κάθε επάγγελμα κι ένας κόσμος. Κάθε κόσμος και μια ειδικότητα και κάθε ειδικότητα ένας άνθρωπος κι άλλοι άνθρωποι, πολλοί άνθρωποι, κι ο καθένας τους με μια προσσδοκία κι έναν λόγο να κάνει τη δουλειά που κάνει, κι έναν τρόπο, από κάπου θα την έμαθε, δε μπορεί, και κάπως θα την κάνει, ο καθένας αλλιώς, κι ο κάθε κρατούμενος ένας άλλος κόσμος, και να μπροστά ένα σύμπαν ανοιχτό. Μετριώνται τ’ αστρα; Ή μήπως γίνεται να περιγραφούν;

Η πιο αγαπημένη λίστα: ο σκουπιδότοπος. Εκεί, η κοινή ιδιότητα των λημμάτων είναι «απόρριμμα». Οπότε η λίστα παραμένει ανοικτή σε οτιδήποτε. Για πάντα. Σ’ αυτήν μπορεί ανά πάσα στιγμή να ενταχθεί ό,τι απορρίπτεται. Έτσι, μέσα σ’ έναν σκουπιδότοπο μπορεί κανείς να συλλογίζεται αενάως, εξετάζοντας το κάθε τι που πιάνει το μάτι, μελετώντας την ιστορία του, και το κυριότερο: ακουμπώντας τους ανθρώπους του, εκείνους που το άγγιξαν.

Άλλη αγαπημένη λίστα: το ψηφιδωτό. Υπό την ιδιότητα της ψηφίδας, του κόσμου τα ετερόκλητα κομματάκια συνωστίζονται κατά χρωματικές ομάδες, δίνοντάς μας, όπως και στους σκουπιδότοπους, τη δυνατότητα να θαυμάσουμε την αρμονία του σύμπαντος. Η πολυμορφία είναι πηγή ενότητας, ήξεραν οι βυζαντινοί.

Είμαι από κείνους που βρίσκουν τους τηλεφωνικούς καταλόγους γοητευτικούς και που κατ’ επανάληψη περνούν χρόνο μελετώντας τους. Όπως και τα λεξικά. Τα βρίσκω συναρπαστικά αναγνώσματα. Οπότε υποθέτω ότι εκ των πραγμάτων η ταπεινότης μου ταξινομείται στους «ταλιμπάν του γυμνού λιστογραφικού αναλεκτισμού».

Σιγά το κακό! Κι αυτή μια λίστα είναι…







Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...