Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Στάσου, βρε αγάπη μου



Στάσου βρε αγάπη μουΠερίμενε ματάκια μου, γιατί πήρες φόρα κατηφόρα.

Τι σχέση λεβέντη μου έχει ο Άρης από το Βελούχι με σένα και με τον τρόπο που διαχειρίστηκες ό,τι διαχειρίστηκες τα τελευταία χρόνια;

Εκείνος ήταν ένας οπλαρχηγός σε μια στιγμή που λίγα έμεναν να γίνουν: ή θα τους τελειώναμε, ή θα μας τελειώναν, όπως και συ - κακώς, κάκιστα κατά τη γνώμη μου - αγαπάς να λες. Αλλά τότε είχαμε πόλεμο. Πάει στο διάολο.

Τότε βγήκε μπροστά ο Άρης, και πήρε τα εύσημα και τις κατάρες μαζί. Ήταν ο άνθρωπος που συνόψισε σε μια κίνηση την αντίληψή του, και αντίληψη πολλών εκ του κόμματός του, αλλά και την αντίληψη πολλών εκτός κόμματός του συμπατριωτών μας, για το τι έπρεπε και τι μπορούσε να γίνει εκείνη τη στιγμή.

Πήρε το θάρρος, πήρε τα ρίσκα του, και κίνησε μπροστά. Το σέβομαι. Τον σέβομαι. Βέβαια, κατά πολλούς, που επίσης σέβομαι, δημιούργησε κι αμάχη. Με ζητούμενα που δεν τα σέβονταν όλοι. Αμάχη που, φυσικά, κατέληξε σε εμφύλιο. Γιατί οι συν αυτώ - ο ίδιος έφυγε νωρίς - ταύτισαν τη λαχτάρα για απελευθέρωση από τους Γερμανούς με τη θέληση για αλλαγή των ρυθμίσεων του πολιτεύματος.

Μεγάλη η διαφορά, παιδιά. Πώς το σκεφθήκαμε αυτό; Βοήθα καλέ μου μη φαγωθούμε μεταξύ μας.

Αλλά ας γυρίσουμε στα καθ' ημάς:

Εσύ βρε ματάκια μου, τι στην ευχή τον πιάνεις στο στόμα σου στη Λαμία; Τι προσπαθείς να μας πεις; Προσπαθείς να μας ξαναφέρεις στην εποχή του απελευθερωτικού αγώνα; Ποιανού απελευθερωτικού αγώνα και απέναντι σε ποιους ακριβώς; Ή μήπως προσπαθείς να μας ξαναμαντρώσεις στον εμφύλιο; Να φαγωθούμε μεταξύ μας; Αυτό θέλεις; Γιατί, αγόρι μου; Πες μας, πουλάκι μου: «θέλω να σφάζεστε κι εγώ να επικρατώ». Πες το. Αυτό θέλεις μανούλα μου; Γιατί αγόρι μου; Γιατί βρε κακομαθημένο; Ε; Γιατί σε χαλάει η Δημοκρατία; Γιατί πρέπει να μας βάλεις να σφαχτούμε, πουλάκι μου;

Θέλεις να μας πείσεις ότι έχουμε πόλεμο;Τι πόλεμο βρε; Με ποιους; Εσύ δεν τα υπέγραψες όλα τα παλιόχαρτα για πάρτη μας; Εσύ δεν τα εφάρμοσες; «Όχι» δε μας είπες; Δεν τα συμφωνήσαμε;Κι ύστερα άλλα αντ' άλλων. Οχιναί. Εσύ δεν έγινες ο χαϊδεμένος τους; Ή μπας και νόμισες ότι μας διέφυγε; Εσύ δεν ήσουν που μας είπες «έτσι είναι τα πράματα κι έτσι πρέπει να γίνουν»; Εσύ δε νομοθέτησες; Εσύ δεν εισέπραξες κι απέδωσες; Εσύ δεν εκπλειστηρίασες;

Τώρα τι θες; Να το παίξεις της επαναστάσεως; Ποιανής επαναστάσεως βρε παλιόπαιδο; Παίζεις με τα νεύρα μας; Ε; Τι προσπαθείς να μας πεις; «Εγώ ήμουν κατά, αλλά οι συνθήκες με ανάγκασαν να γίνω υπέρ, οπότε τώρα που ξαναζητάω την ψήφο σας, σας υπενθυμίζω ότι ήμουν κατά.»

Αυτό προσπαθείς να πεις βρε σκολιαρόπαιδο; Αυτό προσπαθείς να πεις βρε καταληψία; Άει, πουλάκι μου. Άει στα εξ ων συνετέθης. Στη στροφή του δρόμου είναι τουμπαρισμένο το παλιο πασόκ. Άει ρούφα ό,τι από τα λύματα δε σου προκαλεί αναγούλα κι έλα πες μας. Και θα το σκεφτούμε.

Μέχρι τότε: μην τ' ανακατεύεις, αγάπη μου. Άσε τον Άρη και τον εμφύλιο εκεί που βρίσκονται. Μην τσιγκλας τους πεθαμένους. Άσ 'τους κειδά που κείτονται. Εν σοφία. Μη σκάβεις τα μνήματα. Ποτέ δεν ξέρεις τι θα ξεπεταχτεί.

Κατάλαβες κοπέλι μου; Άιντε παλιόπαιδο. Άντεμπράβο αστέρι μου. Άει για σου κακομαθημένο. Άειντε που σου λέω. Άειντε κάνε μας τη χάρη, αλητάκο. Άειντε από κεί.


--------------------------------------

Επικαιρότητα: προεκλογικός αγώνας, Ελληνικές βουλευτικές εκλογές 2019.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σημεία

Καὶ ἐκόντευε νὰ παρέλθῃ ἡ μέρα τῆς πεντηκοστῆς, καὶ ἦσαν ἅπαντες μαζεμένοι ὁμόθυμοι. Καὶ ἐγένετο ἐξαίφνης ἐξ οὐρανοῦ ἦχος, ὥσπερ πνοὴ βιαία νὰ ὁρμᾷ ὁποῦ ἦσαν καθήμενοι, καὶ ἐγέμισεν ὁ οἶκος ὅλος. Και ὡσὰν να ἐξεχωρίστηκαν γλῶσσες φωτιᾶς, ἔκατσε καθεμιὰ στὸν καθένα τους, κι ἐγέμισαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν λαλιαῖς ἄλλες, καθὼς ποὺ τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς καὶ μιλοῦσαν. Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ κατοικοῦσαν Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους ὑπὸ τὸν ἥλιον. Γενομένης δὲ τῆς βοῆς ταύτης, ἐμαζεύθη πλῆθος. Καὶ τὰ ἔχασαν, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος στὴν δική του τὴν λαλιὰν νὰ τοῦ μιλούν. Κι ἐξίσταντο πάντες κι ἐθαύμαζον, λέγοντες πρὸς ἀλλήλους: καλὰ, Γαλιλαῖοι δὲν εἶναι πάντες αὐτοὶ οἱ λαλοῦντες; πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τη δική του τὴν λαλιά, τὴν μητρική; Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς Κυρήνης, καὶ οἱ παρεπιδημοῦντες ...

Σαρανταπέντε

Σαρανταπέντε είναι. Δε μπορεί. Κάποιος απ’ όλους θα ’ναι δικός σου. Γνωστός, φίλος, φίλος φίλου, φίλη, φιλεναδοφίλη – έχουμε απ’ όλα. Γιάννης και να γειάνεις είναι διπλανά, δεν είναι; Μπα. Ρίμα κάνει, τον κορέκτορα μπερδεύει, αλλά δεν έχει σχέση. Ή, νομίζεις ότι Ιωάννης κάτι έχει με αυγή. Το φως. Αλλά ούτε. Δεν είναι καν ελληνικά. Εβραίικα είναι. Yəhôḥānān (יהוחנן) και πιο σύντομα Yôḥānān (יוחנן). Δεν είμαστε και πολύ  μακριά από τον Εβραίο Θοδωρή. Το όνομα θα πει δώρο Θεού ή ο Θεός γενναιόδωρος. Παίζει κι έτσι, παίζει κι αλλιώς. Όπως το πάρεις. Κι έχουμε και τον Yaḥyā (يحيى). Αραβικά. Στο Κοράνι, στο Σουράτ Μαριάμ, ο γιός τού ηλικιωμένου Ζαχαρία και της επίσης ηλικιωμένης και στείρας γυναίκας του (19:1-15). Που όμως το Βιβλικό του όνομα είναι Yūḥannā (يوحنا). Όπως και να ΄χει, όχι σαρανταπέντε – εκατόν πέντε είναι, ζωή να ’χουν. Και τους ξέρουμε όλους. John F. Kennedy, Joan Baez, Johnny Depp, Jane Fonda, Janet Jackson, Janis Joplin, Jean Simmons για να πιάσουμε τους αγγλοτέτοιους....

Super flumina Babylonis

Super flumina Babylonis ilic sedimus et flevimus dum recordaremur tui, Sion in salicibus in medio eius suspendimus organa nostra. Στους ποταμούς της Βαβυλώνος εκεί καθίσαμε και κλάψαμε ενώ σε αναθυμόμασταν, Σιών (και) πάνω στις ιτιές, καταμεσής (της Βαβυλώνος) κρεμάσαμε τα όργανά μας. Πρόκειται για τους στίχους από τον Ψαλμό 136 κατά την εβραϊκή αρίθμηση (137 στη Βουλγκάτα), διάπυρη στιγμή του διωγμού, παρακάτω στη Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα: Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών· ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν· Οι Εβραίοι είναι εξόριστοι στους ποταμούς της Βαβυλώνας. Υποδουλωμένοι πλέον, θυμούνται την Ιερουσαλήμ και θρηνούν. Κι εκεί, στη Βαβυλώνα, πάνω στις ιτιές, κρεμούν το τραγούδι τους και δε θα το ξαναπιάσουν. Γιατί αυτοί που τους έφεραν εκεί, τους ζήτησαν να ψάλουν ιερά τραγούδια. Και τους έλεγαν: ψάλετέ μας τα ιερά άσματά σας, της Σιών. Κι οι Εβραίοι έλεγαν: πώς θα ψάλουμε εδώ τα ιερά μας άσματα; εδώ, στην...