Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Mit herzlichen Grüssen

Δεν είχε και κανένα καημό να επιτεθεί στην Ελλάδα ο Χίτλερ, αυτή είναι η μαύρη αλήθεια. Ούτε καημό, ούτε λόγο. Ο Ντούτσε ήταν που την είχε την πετριά. Εκείνος ήταν που ήθελε, και το κομμάτι του να κάνει, και τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του και τα λοιπά – τέλος πάντων ήταν και λίγο ελαφρός τύπος αυτός κι έβαζε τέτοια με τον νου του. Κι ο άλλος, θα μου πεις, κι ο Χίτλερ, τέτοια έβαζε κι εκείνος με τον νου του. Ήταν το πρόβλημα της εποχής, βλέπεις. Ο ασκός είχε ανοιχτεί και βάζαν όλοι διάφορα άκυρα με τον νου τους. Θα κάμωμε, θα διάξωμε. Ναι αλλά ο Χίτλερ ήταν Γερμανός. Άμα έβαζε κάτι με τον νου του, το σχεδίαζε και να δουλεύει.

Οπότε τέλος πάντων την έκανε τη βλακεία ο Ντούτσε στην Ελλάδα, όχι θέλουμε να περάσουμε, άλλα λόγια λέτε βρε παιδιά, και πλάκα στην πλάκα ξεκίνησε πόλεμος κανονικός. Μάλιστα. Πόλεμος χαζός και κακοσχεδιασμένος με αποκαρδιωμένους τους φαντάρους του, αλλά πόλεμος κανονικός γιατί από την από δω μεριά παίζαν κάτι παιδιά διαφορετικά, πολύ θυμωμένα, και δικαίως – γιατί ρε φίλε δεν κάθεσαι στ’ αυγά σου; τι θες απ’ τη ζωή μας;

Πώς λέμε ανάφλεξη; Γιατί με τις σαχλαμάρες τού Ντούτσε και την ελληνική απάντηση, καταφθάσαν και κάτι παλικαράκια εκ Βρετανικής Αυτοκρατορίας, κάτι Άγγλοι, ξέρω ’γώ, κάτι Νεοζηλανδοί, κάτι Αυστραλοί, να βοηθήσουμε κι εμείς ρε παιδιά. Ίσαμε και πενήντα χιλιάδες νοματαίοι. Και καθώς τα ελληνικά στρατά μπαίναν στην Αλβανία και γινόταν ο Ντούτσε ρεζίλι των σκυλιών, ταυτοχρόνως γελούσαν μαζί του οι σκύλοι και στην Αφρική. Διότι κι εκεί Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το ’βλεπε ο φίλος. Και τα μάθαινε αυτά ο Χίτλερ κι έβραζε στο ζουμί του κι έπαιρνε ανάποδες.

– Θα μας τινάξει στον αέρα.
– Εντάξει, μια βλακεία έκανε κι αυτός. Άνθρωπος είναι.
– Ναι, αλλά εμείς σχεδιάζουμε διάφορα – ξέρω ’γώ να μπούμε στη Ρωσία. Και θα ’χουμε τους Άγγλους να τον ταχτοποιήσουν στη Λιβύη κι από κει ν’ ανέβουν και στην Ελλάδα και να κατσικωθούν; Την κάτσαμε τη βάρκα. Θα μας βομβαρδίσουν τις πετρελαιοπηγές στη Ρουμανία. Δε γίνονται αυτά. Πρέπει να την καθαρίσουμε την κατάσταση. Στείλτε τον Ρόμελ στην Αφρική. Με τους Γιουγκοσλάβους πού βρισκόμαστε;
– Μια χαρά, μάιν Φίρερ. Τα ’χουμε κανονίσει. Είναι φιλικότατοι.
– Γκουτ. Ζερ γκουτ.

Ξεγκούτ. Διότι οι Γιουγκοσλάβοι αλλάξαν τον βασιλιά τους, από Παύλο τον κάναν Πέτρο, και κάναν τα δικά τους, άλλη πολιτική, πριτς που θα περάσετε, κι οι Γερμανοί κατάλαβαν ότι έπρεπε να τους ισοπεδώσουν και παράλληλα να μπουκάρουν και στην Ελλάδα. Τα κουβέντιασαν και με τους Βούλγαρους – μια ζωή λάθος στρατόπεδο οι καημένοι οι Βούλγαροι, σου λέει, δε μπορεί, τέτοια λαχτάρα που την έχουμε να δούμε κι εμείς λίγη θαλασσίτσα, δε μπορεί, ο μεγάλος νικητής θα είναι ο Άξων. Πάμε με τον Άξονα.

Τώρα, συλλογισμός είναι αυτό; Μπα. Ούτε συλλογισμός, ούτε διορατικότης. Πολύ διορατικότερος ήταν ο Μεταξάς και το ελληνικό επιτελείο παρά το βουλγάρικο. Μεγάλη ατζαμοσύνη. Κι όμως. Πήγαν και βρήκαν τους Γερμανούς.

– Αλίμονο, κανένα πρόβλημα, να τον περάσετε τον Δούναβη και να εγκατασταθείτε όπου ευκολύνεστε, τον φίλον εν κινδύνοις γιγνώσκεις, που λέει και το παλιό βουλγάρικο ρητό.

Έτσι είπαν στον Χίτλερ οι Βούλγαροι, κι αυτός τηλεγραφούσε στον φρατέλο του:

– Μάιν Ντούτσε, να με συμπαθάς που δεν έρχομαι να τα πούμε αυτοπροσώπως αλλά καίγομαι και είναι κατεπείγον, οι Γιουγκοσλάβοι είναι παλιανθρώποι και μπουκάρω αυτήν τη στιγμή που μιλάμε να τους συνετίσω, οπότε σε παρακαλώ άσε τις χαριτωμενιές στην Αλβανία και φράξε τα περάσματα να μαζέψουμε όλον τον γιουγκοσλάβικο στρατό στη φάκα, και μόλις τελειώσουμε αυτό το θεάρεστο έργο καθόλου να μην ανησυχείς, εγώ θα έχω μπει και από ανατολική μεριά και θα καθαρίσω, εντάξει; Εσύ μόνο τον νου σου στα περάσματα, σε παρακαλώ, μόνο αυτό θέλω από σένα, μη με βάζεις να το ξαναλέω. Μιτ χέρτσλιχεν γρίσεν.

Έτσι κι έγινε. 6 Απριλίου ο Χίτλερ την έπεφτε ταυτόχρονα στη Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα. Ο Γκέρινγκ ισοπέδωνε το Βελιγράδι και ο Λιστ με δώδεκα μεραρχίες κι άλλες τρεις τεθωρακισμένες ορμούσε κατά της γραμμής Μεταξά. Σειρά οχυρών, από το Μπέλες της Κερκίνης, από τα στενά του Ρούπελ, το στενό Περσέκ και το Κάτω Νευροκόπι, τη Λεκάνη του Βώλακα, τη Διάβαση Εχίνου ώς και την Διάβαση Νυμφαίας, βόρεια της Κομοτηνής.

Ε, δεν είναι ωραίο τώρα να είσαι απασχολημένος μ’ έναν σαχλαμάρα στην Αλβανία, και ν’ ανοίγουν τον δρόμο οι Βούλγαροι να σου την πέφτουν οι φριτς από Βουλγαρία αλλά και από Γιουγκοσλαβία μεριά. Καθόλου ωραίο. Παλιοδουλειά.

Κι έγινε ό,τι έγινε. Τέτοιες μέρες ήταν. Διάλυση. Κάποιοι από δω μεριά τα είχαν αφήσει τα όπλα. Και κάποιοι όχι ακόμη. Τους ανέβηκε ο κόμπος στο λαιμό και το πήγαν μέχρι την τελευταία σφαίρα, άει σιχτίρ. Οι αγγλοδιάφοροι τρέχαν να εκκενώσουν – όποιος προλάβει. Οι Ιταλοί καταχαρούμενοι παρίσταναν ότι όλα ήταν φυσιολογικά και παίζαν τους νικητές. Βασιλιάς και κυβέρνηση την κάναν προς Κρήτη. Και οι Γερμανοί κατηφόριζαν προς Αθήνα.

Χωρίς να πιάσουν αιχμαλώτους – αυτό τουλάχιστον να λέγεται.

Πίκρα όμως.





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σημεία

Καὶ ἐκόντευε νὰ παρέλθῃ ἡ μέρα τῆς πεντηκοστῆς, καὶ ἦσαν ἅπαντες μαζεμένοι ὁμόθυμοι. Καὶ ἐγένετο ἐξαίφνης ἐξ οὐρανοῦ ἦχος, ὥσπερ πνοὴ βιαία νὰ ὁρμᾷ ὁποῦ ἦσαν καθήμενοι, καὶ ἐγέμισεν ὁ οἶκος ὅλος. Και ὡσὰν να ἐξεχωρίστηκαν γλῶσσες φωτιᾶς, ἔκατσε καθεμιὰ στὸν καθένα τους, κι ἐγέμισαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν λαλιαῖς ἄλλες, καθὼς ποὺ τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς καὶ μιλοῦσαν. Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ κατοικοῦσαν Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους ὑπὸ τὸν ἥλιον. Γενομένης δὲ τῆς βοῆς ταύτης, ἐμαζεύθη πλῆθος. Καὶ τὰ ἔχασαν, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος στὴν δική του τὴν λαλιὰν νὰ τοῦ μιλούν. Κι ἐξίσταντο πάντες κι ἐθαύμαζον, λέγοντες πρὸς ἀλλήλους: καλὰ, Γαλιλαῖοι δὲν εἶναι πάντες αὐτοὶ οἱ λαλοῦντες; πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τη δική του τὴν λαλιά, τὴν μητρική; Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς Κυρήνης, καὶ οἱ παρεπιδημοῦντες ...

Σαρανταπέντε

Σαρανταπέντε είναι. Δε μπορεί. Κάποιος απ’ όλους θα ’ναι δικός σου. Γνωστός, φίλος, φίλος φίλου, φίλη, φιλεναδοφίλη – έχουμε απ’ όλα. Γιάννης και να γειάνεις είναι διπλανά, δεν είναι; Μπα. Ρίμα κάνει, τον κορέκτορα μπερδεύει, αλλά δεν έχει σχέση. Ή, νομίζεις ότι Ιωάννης κάτι έχει με αυγή. Το φως. Αλλά ούτε. Δεν είναι καν ελληνικά. Εβραίικα είναι. Yəhôḥānān (יהוחנן) και πιο σύντομα Yôḥānān (יוחנן). Δεν είμαστε και πολύ  μακριά από τον Εβραίο Θοδωρή. Το όνομα θα πει δώρο Θεού ή ο Θεός γενναιόδωρος. Παίζει κι έτσι, παίζει κι αλλιώς. Όπως το πάρεις. Κι έχουμε και τον Yaḥyā (يحيى). Αραβικά. Στο Κοράνι, στο Σουράτ Μαριάμ, ο γιός τού ηλικιωμένου Ζαχαρία και της επίσης ηλικιωμένης και στείρας γυναίκας του (19:1-15). Που όμως το Βιβλικό του όνομα είναι Yūḥannā (يوحنا). Όπως και να ΄χει, όχι σαρανταπέντε – εκατόν πέντε είναι, ζωή να ’χουν. Και τους ξέρουμε όλους. John F. Kennedy, Joan Baez, Johnny Depp, Jane Fonda, Janet Jackson, Janis Joplin, Jean Simmons για να πιάσουμε τους αγγλοτέτοιους....

Super flumina Babylonis

Super flumina Babylonis ilic sedimus et flevimus dum recordaremur tui, Sion in salicibus in medio eius suspendimus organa nostra. Στους ποταμούς της Βαβυλώνος εκεί καθίσαμε και κλάψαμε ενώ σε αναθυμόμασταν, Σιών (και) πάνω στις ιτιές, καταμεσής (της Βαβυλώνος) κρεμάσαμε τα όργανά μας. Πρόκειται για τους στίχους από τον Ψαλμό 136 κατά την εβραϊκή αρίθμηση (137 στη Βουλγκάτα), διάπυρη στιγμή του διωγμού, παρακάτω στη Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα: Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών· ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν· Οι Εβραίοι είναι εξόριστοι στους ποταμούς της Βαβυλώνας. Υποδουλωμένοι πλέον, θυμούνται την Ιερουσαλήμ και θρηνούν. Κι εκεί, στη Βαβυλώνα, πάνω στις ιτιές, κρεμούν το τραγούδι τους και δε θα το ξαναπιάσουν. Γιατί αυτοί που τους έφεραν εκεί, τους ζήτησαν να ψάλουν ιερά τραγούδια. Και τους έλεγαν: ψάλετέ μας τα ιερά άσματά σας, της Σιών. Κι οι Εβραίοι έλεγαν: πώς θα ψάλουμε εδώ τα ιερά μας άσματα; εδώ, στην...