πάντα έτσι ήσουν, όμορφη – ήθελα να το πω και μπαίναν τόσα ζητήματα που δε μπορούσα να το πω μόνο του, λες έβγαινε ανακατεμένο και μ’ άλλα ένα σωρό και σκεφτόμουν άστο, πώς να πεις χωρίς ν’ ακούγονται και τ’ άλλα, πώς να μιλήσεις και να ’ναι η φωνή καθαρή, χωρίς ηχώ, χωρίς θορύβους
όμορφη, απλώς, χωρίς διαπραγμάτευση, χωρίς προϋποθέσεις, ξέρεις, εκείνο που νομίζει κανείς ότι δεν υπάρχει μόνο του στη γλώσσα, ότι με όλο και κάτι άλλο συνοδεύεται – αλλά όχι – εσύ ήσουν όμορφη
το πόδι το λευκό, αυτό μου έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση – με άφηνε άλαλο πώς σχηματίζονταν τα σφυρά και οι ταρσοί, πώς εκτείνονταν τα μετατάρσια για να καταλήξουν στα ρωμαλέα θηλυκά σου δάκτυλα – ξέρεις, είπα θηλυκά, κι αναρωτιέται κανείς τι είναι εκείνο που κάνει θηλυκό ένα μακρύ μετατάρσιο που απολήγει στις όμορφες αυτές φάλαγγες – δεν ξέρω, είναι η απάντηση, κι ίσως αυτό να είναι και το μυστήριό σου, ότι δεν ξέρει κανείς τι είναι εκείνο που σε συνιστά, ποιο υλικό, τι ’ναι ύλη και τι το χάος, κι αρχίζουν τα πράματα και μπερδεύονται και κανείς δεν ξέρει, τι είναι δικό μου τι δικό σου, αλλά αυτή είναι η πτήση: ότι χάνεται το ιδιοκτησιακό καθεστώς και ψάχνεσαι στα ίχνη του άλλου να τον βρίσκεις ζωντανό μες τα δικά σου
πάντα έτσι κοιτούσες, λες και σκεφτόσουν για λογαριασμό όλου του κόσμου – πώς γίνεται σε κάποιους ανθρώπους να συμποσούται τόση σκέψη – πόνεσες εκεί το φρύδι σου; χτυπημένη σε βλέπω, αλλά όχι – δεν είναι τ’ όμορφο το πρόσωπό σου – είναι οι αιώνες, ο χρόνος είναι – μα δε μου φεύγει η ανησυχία, πόνεσες; πες μου – ξέρω, δε θα μιλούσες γι’ αυτό, δε θα το ανέφερες καν, δε θέλω να επιμείνω, θα συνέχιζες σαν τίποτα να μην είχε συμβεί, όπως πάντα συνεχίζεις, σαν τίποτε να μην έχει συμβεί – κι ίσως, πράγματι, τίποτα δεν συνέβη
σκέψεις μόνο – πόσες έχουν περάσει απ’ τον νου σου – πάντα κυρίως σκεφτόσουν, κι αυτό ήταν το θέλγητρο, γι’ αυτό κοιτώ τα χείλη σου, ότι σκεφτόσουν, το ’ξερα, το ’βλεπα – περνούσαν κόσμος απ’ τον νου και ξετυλιγόταν το κουβάρι των ανθρώπων, φωνές, χλαλοή, να μη διακρίνεις ποιος και τι και πότε, ένας ίλιγγος, αιώνες που απομένουν, κι η ομορφιά σου – αυτή η ομορφιά σου
τα χείλη και τα μάτια σου, και τα μαλλάκια τα κοντά, τα κύματα, τίποτε δεν άλλαξε, γελώ καθώς τα στρώνεις – ο ήλιος γέρνει το απομεσήμερο κι είστε συνεννοημένοι, εκείνος χαϊδεύει το χέρι σου κι εσύ τα μαλλάκια σου και χαμογελάς σαν κουρασμένη – πάει η μέρα, το φως φεύγει ταχύ και τι θα ξημερώσει; – και κίνδυνος μπορεί να βγει, αλλά έτσι είναι η ομορφιά – κίνδυνος και ταραχή
ρίσκο η ομορφιά, πόσο να επιμείνεις, κι ας παίρνεις πόση αναπνοή, το ξέρω, η μύτη σου – δεν είναι παίξε γέλασε, εισβάλλει σαν απόφαση, το κόκαλό της που επιμένει, τώρα που το ξανασκέφτομαι τις ανασαίνεις τις σκέψεις, ανασαίνεις τον κόσμο, να γιατί τα μάτια σου απλώνουν τόσο μακριά, σκέψη κι ανάσα, και ήρεμη παρειά, παρά το ρίσκο
ναι, δεν ξέρω αλήθεια τίνος το ρίσκο – δικό σου πάντως δε φαίνεται
τώρα που το σκέφτομαι, σα να μη μπορεί να κινδυνέψεις από τίποτα εσύ – όταν και αν θελήσει κανείς, πάντα εκεί θα είσαι
πάντα εκεί. τώρα που το σκέφτομαι. από κείνον εξαρτάται
-----------------------
Μαγνησία επί Σιπύλω, σήμερα Μανίσα, Αρχαιολογικό Μουσείο, Manisa Müzesi, Γυναικεία Κεφαλή, Kadın Başı, Ρωμαϊκή περίοδος.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου