Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Βαβέλ



Γράφει, που λες, φίλος τη σκέψη του σε βινιετούλα, μια σύντομη φρασούλα, σαν απόφθεγμα, από κείνες που γράφουμε μέσα σε χρωματιστό παραλληλόγραμμο στον τοίχο μας στο φέισμπουκ:

«Το πρόβλημα δεν είναι οι θρησκείες, αλλά το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο».

Και έτερος φίλος εις απάντησιν προτείνει στα σχόλια:

«Μα αν υπήρχε υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο δεν θα υπήρχαν οι θρησκείες ως μια ωραία διαχρονική και συνήθης αιτία πολέμου. Θα τις διδασκόμαστε στις “φιλοσοφικές” εκδοχές τους. Δεν θα κάναμε θρησκευτικά και κατηχητικό αλλά θρησκειολογία.»

Βέβαια, με δυο τόσο σύντομες φρασούλες, τίποτε δεν είναι απόλυτα σίγουρο, πώς ακριβώς σκέφθηκαν οι γράψαντες. Αλλά η συζήτηση γύρω από αυτά τα θέματα είναι πολύ παλιά, και τέτοιου τύπου φράσεις δεν ακούγονται για πρώτη φορά. Εμείς θα πάρουμε την πρωτοβουλία —ελπίζουμε να μας το συγχωρέσουν οι φίλοι— να τις αποσυνδέσουμε από τα πρόσωπα. Με βάση τον ευδιάκριτο ιδεότυπο, με βάση αυτό που νομίζουμε ότι εννοούν, θα προχωρήσουμε στις δικές μας σκέψεις.

Από την πρώτη φράση καταλαβαίνουμε ότι τα θρησκευτικά τέρατα δε μπορεί να καταλογίζονται στις θρησκείες, σε καμία θρησκεία, αλλά στη θρησκευτική θέρμη εν ανθρωπίνη ατελεία. Καμία θρησκεία δεν συγκροτείται με σκοπό να παρακινεί η ίδια σε κακά. Το κακό γεννάται κατά την πρόσληψη και την άσκησή της. Κατά τη βίωσή της.

Η δεύτερη όμως φράση, αν και εκ πρώτης όψεως παρόμοια, στην πραγματικότητα αλλάζει το παιχνίδι. Λέει ότι, όσο ανεβαίνει το μορφωτικό μας επίπεδο, τόσο η ορμή τού πιστεύειν κατευνάζεται. Τόσο πιο άνευρη και φιλοσοφίζουσα γίνεται η σχέση μας με τη θρησκεία. Μέχρι που θα έρθει η στιγμή να περάσουμε από τη θεολογία στη θρησκειολογία. Κατ’ αυτήν δηλαδή τη σκέψη, το χαμηλό μορφωτικό υπόβαθρο, αυτό είναι που αφήνει χώρο για την ένταση της θρησκευτικής θέρμης, κι αυτή η συνθήκη είναι μια συνήθης αιτία πολέμου. Συλλογισμοί αδελφοί με τον υπεραπλουστευτικό πυρήνα της νεωτερικής απομαγευμένης μας σκέψης: ο άνθρωπος περνά από τη μαγεία στη θρησκεία, κι από κει κάποτε επιτέλους στην επιστήμη. Νομοτελειακά. Πάει και τέλειωσε. Και αυτός κάποτε θα είναι ένας καλύτερος άνθρωπος.

Αλλιώς ειπωμένο: η πρώτη θεώρηση είναι ότι ο μορφωμένος άνθρωπος θα βιώσει το βαθύτερο φως της πίστης πληρέστερα και με μικρότερο κίνδυνο να εκτροχιάζεται δήθεν εν ονόματί του, ενώ η δεύτερη ότι ακριβώς η λαμπρή μόρφωση, αν δεν εξαλείψει την ανάγκη γι’ αυτό που εκλαμβάνεται ως φως, πάντως θα εξαφανίσει τον εκ της επήρειάς του κίνδυνο παραφοράς.

Δύο κόσμοι, επομένως. Δύο σύμπαντα θεμελιακά αντίθετα. Κατά το ένα, πιστεύω στη φλόγα, που μάλιστα καίει υγιέστερα όταν το έδαφος είναι καλλιεργημένο. Κατά το άλλο, πιστεύω στο καλλιεργημένο έδαφος γιατί είναι ακριβώς εκείνο που εξαλείφει τη φλόγα την απατηλή και τα κακά της.

Τώρα; Μήπως χτυπήσαμε φλέβα; Τι θα πει πιστεύω, θα μου πεις;

Έλα μου ντε. Πιστεύω, ρε παιδί μου. Πώς το λένε – πείθομαι, έχω εμπιστοσύνη. Βασίζομαι. Πιστεύω ότι τα εμπορεύματα θα παραδοθούν εγκαίρως. Ότι το αεροπλάνο είναι καλά συντηρημένο. Ότι ο γιατρός μου ξέρει τι μού λέει. Ή, αλίμονο, ότι δεν ξέρει. Ενώ δηλαδή δεν ελέγχω ο ίδιος, ωστόσο, εξ όσων γνωρίζω, απ’ όση εμπειρία έχω, με όση διαίσθηση και θέληση, κατευθύνομαι να νομίζω —ίσως και να είμαι βέβαιος—, ότι τα πράγματα οδηγούν(ται) προς συγκεκριμένη έκβαση.

Στη δική μας εδώ τη συζήτηση, αξίζει να χρησιμοποιήσουμε καλύτερα μαθηματικά: με τα ατελή υλικά που έχουν προκύψει από την τόσο απελπιστικά ελάχιστη, τόσο πεπερασμένη, τόσο αποσπασματική, την τόσο τραγικά παραπλανητική τριβή μου με τον κόσμο, χτίζω ένα πλέγμα νοητικών γεφυρών προς ό,τι (θέλω να) νομίζω ότι είναι αυτός. Κάτι να με συνδέει με όλο εκείνο που δεν είμαι, δεν γνωρίζω, δεν ελέγχω, όλο που δεν κατανοώ – κάτι, ωστόσο, αναγκαίο για να νοηματοδοτώ την ύπαρξή μου εντός του. Κάτι που συγκροτώ ως κατεύθυνση. Να αισθάνομαι προσανατολισμένος. Αιτιολογημένος. Και να έχω την αίσθηση του σκοπού. Του χρόνου. Του δρόμου.

Αυτό δε λέμε «πιστεύω»; Κάτι τέτοιο δεν εννοούμε;

Οπότε, αν και οι διαφορές είναι θεμελιώδεις, αν και η θρησκευτική πίστη είναι κάτι οντολογικά συγκεκριμένο, πάντως για τους σκοπούς αυτών εδώ των συλλογισμών η πίστη μπορεί να είναι και πολιτική, ιδεολογική, πίστη στην επιστήμη – ό,τι να ’ναι. Και να είναι κάτι πολύ βαθύτερο από την αποδοχή κάποιας θεωρίας: να είναι βίωμα. Συστατικό μου. Το ζω. Δεν είναι απαραίτητο να περιλαμβάνει θεούς και δαίμονες. Πίστη βρίσκεται ακόμα και στη ρίζα της αντίληψης ότι κάτι μας κρύβουν. Και πίστη, και μάλιστα βιωματική, είναι και η απόλυτη άρνηση κάθε πίστης: δεν πιστεύω σε τίποτα, φίλε μου. Όλα είναι ένα ψέμα! Φως φανάρι! – άιντε από ’κεί, απατεώνες.

Και είναι ισχυρή η —όποια— πίστη στον βαθμό που αυτή επαρκεί για τους σκοπούς που τη χρειάζομαι. Μ’ αυτήν συγκροτώ τον πιο ασφαλή για μένα τρόπο να υπάρχω. Όχι πάντα χωρίς οδύνη. Αλλά σίγουρα χωρίς υπαρξιακή απειλή. Είναι ισχυρή όσο δι’ αυτής ευκολύνομαι να ενώνω όσες τελίτσες υποπίπτουν στην αντίληψή μου, όσες μού δημιουργούν απορίες, όσες αισθάνομαι την ανάγκη να ενώνω. Ή, τέλος πάντων, να πιστεύω ότι τις ενώνω. Άγνωστες τελίτσες ενός άγνωστου παζλ. Της γης πατήματα και τ’ ουρανού κερκέλια.

Να πιστέψω λοιπόν —σε καλό μας αυτή η λέξη—, να πιστέψω ότι αν υπήρχε υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο γενικώς, οι θρησκείες δε θα γίνονταν αιτία πολέμων; Γιατί να θέλω να νομίζω κάτι τέτοιο; Το πιο κοντινό παράδειγμα, όπου το υψηλό μορφωτικό και βιοτικό επίπεδο μπορεί (κάποτε, ίσως) να χαμηλώνει την ένταση της φλόγας και να απονευρώνει τη σχέση μας με τη θρησκεία σε επίπεδο θρησκειολογικής μελέτης, είναι εκείνο των δυτικών μας παραδείσων. Αλλά, έχει ισχύ η εξίσωση; Έχουμε σ’ αυτές μας τις κοινωνίες και κατευνασμό της βίας της σχετικής με πίστη;

Γιατί πράγματι, στο εσωτερικό αυτών των παραδείσων μας, η θρησκευτική πίστη, τουλάχιστον στην μεσαιωνική της μορφή, αυτήν που έχει αποτυπωθεί στο συλλογικό μας ασυνείδητο και κατά της οποίας έχουμε στο παρελθόν επαναστατήσει, αλλά και η επιθετικότητα που σήμερα πιστεύουμε ότι εξ εκείνης επήγαζε, φαίνεται να μην επιβιώνει. Διαβάζουμε όμως τα πράγματα σωστά; Δεν έχουμε εδώ λήψη του ζητουμένου; Τελειώσαμε με τις πίστεις ή μήπως τελούμε υπό την επήρεια μιας άλλης υπερ-πίστης, μιας νέας υπερ-σκέψης, ενός μέγιστου βιώματος που αποδεχθήκαμε ως πληρέστερο και που όλα τα χωρεί: της νεωτερικότητας, της εκκοσμίκευσης και της απομάγευσής μας. Τα παλαιά εκείνα θρησκευτικά σενάριά μας έχουν πλέον απορριφθεί και λοιδορηθεί. Βλέπεις, έχουμε μετατοπίσει το αντικείμενο της πίστης μας κι αλλάξαμε τους θεσμούς που τη φιλοξενούν καθώς και τη γλώσσα με την οποία την εκφράζουμε. Ζούμε αλλιώς τώρα. Καινούριο κοσκινάκι μου.

Σήμερα πορευόμαστε πιστεύοντας αυτόν τον νέο μας χάρτη που όλα τα ανέχεται, εντός του οποίου ο καθένας μας μπορεί να πιστεύει —θρησκευτικώς ή άλλως ειπείν— ό,τι θέλει. Αρκεί βεβαίως πρωτίστως να πιστεύει στο βασικό: στον ορθολογισμό μας και στο δημοκρατικό μας πολίτευμα – ό,τι κι αν εννοούμε μ’ αυτό το τελευταίο. Αρκεί να μην παρεκτρεπόμεθα από το θεμελιώδες: τη συνθήκη ότι ο πλουραλισμός και η ανεκτικότητα στα κάθε λογής άλλα πιστεύω είναι αυτονόητη.

Πολύ ωραία. Λαμπρά. Εξαιρετικά. Μετά από τόσο δρόμο, έχουμε παραμείνει εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε, έτσι δεν είναι; Ρούπι, μιλάμε. Δεν πάψαμε να πιστεύουμε – δεν πάψαμε να θέλουμε μια κατεύθυνση. Δε γλιτώσαμε. Γιατί, βλέπεις, είναι υποχρεωτικό. Απλώς πάψαμε να πιστεύουμε εκείνα που, τότε, τον παλιό, τον κακό μας εκείνο τον καιρό, τα πιστεύαμε ως συμπαντικά, και, στη θέση τους πιστεύουμε κάτι άλλο, πιο μεγάλο, κάτι που όλα τα περιλαμβάνει – συμπαντικό κι αυτό, εννοείται.

Φυσικά, όταν αυτό το άλλο αμφισβητείται, τότε και πάλι, εν πάση βεβαιότητι και πίστει, τον πολεμάμε τον αντίπαλο – σιγά που θα καθόμασταν με σταυρωμένα τα χέρια. Ενίοτε αυτός εξαλείφεται ή καταρρέει, οπότε φιλολογούμε ότι επέρχεται το τέλος της Ιστορίας, έτσι δεν είναι; Μέχρι να διαπιστώσουμε ότι, μπα, κανένα τέλος δεν επέρχεται. Κι ούτε κατευνάζεται η επιθετικότητά μας. Η τελευταία, καθώς η πίστη μας απλώς μετατοπίζεται, πράγμα που είναι ιδιότητά της, απλώς μετατοπίζεται κι αυτή – πότε αποθρησκευτικοποιείται, πότε αποπολιτικοποιείται, πάντως πάντα επικαιροποιημένη και νομιμοποιημένη και πάντα ακατασίγαστη, εξακολουθεί μια χαρά να είναι συστατικό μας – αφού περί αυτού πρόκειται: περί συστατικού.

Για να επιστρέψουμε στις θρησκείες, μήπως λοιπόν, πάντα προς ώρας, πάντα για σήμερα μιλώντας, μήπως θα ήταν λειτουργικό να μην αφεθούμε να πιστεύουμε πως τώρα που μορφωθήκαμε, τώρα να, όπου να ’ναι, θα εξαφανιστεί το επιθετικό μας πρόσωπο, εκείνο για το οποίο οι θρησκείες —κατά την τωρινή πάντα πίστη μας— μπορεί να ήταν υπεύθυνες. Μήπως θα ’ταν πιο ώριμο να κρατούσαμε μικρό καλάθι. Πράγματι (μετα)μορφωθήκαμε; Και μάλιστα πιστεύουμε κάτι τέτοιο σήμερα – σήμερα που, μετά από κάποιο διάστημα φαινομενικής νηνεμίας, βρισκόμαστε και πάλι με τα μανίκια σηκωμένα, να κάνουμε νέες σκέψεις περί αναθεώρησης παντός του επιστητού;

Μήπως, και τώρα και πάντα, το ζήτημα της σχέσης μας, όχι με τη θρησκευτική, αλλά με την όποια πίστη μας, δεν συναρτάται ακριβώς με τη μόρφωση, η οποία εύκολα παραμορφώνει κι ακόμη πιο εύκολα χειραγωγείται ώστε να συνάδει με ό,τι κατά καιρούς δει, αλλά μάλλον με την αυτογνωσία. Η οποία όμως διέρχεται από ατραπούς άλλες από κείνες της εκπαίδευσης. Είναι δικό της σύμπαν αυτή. Δεν έχει γνωστικά αντικείμενα και δε ρυθμίζεται από τις βολικές, καθολικά παραδεκτές, φιλικές προς δημοσιολογούντες, πλην απολύτως ακατοίκητες απλουστεύσεις ευχολογίων εκ μέρους των αρμοδίων – υπουργείων παιδείας, πολιτισμού και δεν συμμαζεύεται. Δεν μετριέται με μόρια. Όσο βαθύτερη αυτή η αυτογνωσία, τόσο σοβαρότερες οι ευκαιρίες να διαχειριζόμαστε με μεγαλύτερη εργατικότητα τον φόβο του κενού. Αυτόν που αναδύεται εκεί που η ασυμμετρία ανάμεσα στην περιορισμένη ύπαρξή μας και στην απεραντοσύνη μπορεί να μυθοπλάθει. Ή, αντιθέτως, να φαντασιοκοπεί. Τον φόβο που μας υποχρεώνει να πιστεύουμε, γιατί αλλιώς χανόμαστε.

Όσο βαθύτερη η αυτογνωσία, τόσο καλύτερες οι ελπίδες για διαχείριση του φόβου αυτού, και —εξ αυτού— του μίσους γι’ αυτό που ο άλλος δοκεί – της μισαλλοδοξίας. Η πίστη, η δική μας ή του άλλου, γίνεται αντιληπτή στις φυσικές της διαστάσεις. Ο πυρήνας των θρησκειών, η σκέψη και τα κείμενά τους, προσλαμβάνονται ως παρακαταθήκη. Σαν εγγραφή που καταλείπει ο αγώνας μας να ζούμε με αυτό το κενό. Κι η φλόγα τους, σαν παράδειγμα ζωής. Ποίηση για τη γεφύρωσή του. Θησαυρός. Χωρίς —ευτυχώς— γραμμικότητα ή σωρευτικότητα – αυτά τα υλικά δεν έχουν κατεύθυνση και δεν αποταμιεύονται, ούτε στο ντιενέι μας, ούτε κάπου αλλού. Είναι μόνο προ(σ)κλήσεις για βίωμα. Ο καθένας μας ξεκινά τον αγώνα του ο ίδιος.

Πάντως, τουλάχιστον θεωρητικά το λύσαμε, έτσι δεν είναι; Δεν είναι οι θρησκευτικές πίστεις, είναι η πίστη. Και η θέληση. Και δεν είναι η μόρφωση, είναι η αυτογνωσία. Ωραία. Άρα το βρήκαμε πώς θα σωθούμε, σωστά; Διότι αυτός είναι ο καημός. Αυτό είναι εκείνο για το οποίο καταγγέλλουμε τις θρησκείες: η σύγκρουση. Πώς μας διέφευγε τόσον καιρό! Αλλά επιτέλους το βρήκαμε. Τώρα θα την αποκλείσουμε τη σύγκρουση, ε;

Απ’ αυτό το πλευρό να κοιμόμαστε. Η σύγκρουση έχει αληθινές υλικές και ιστορικές αιτίες: μετακινήσεις πληθυσμών, διεκδίκηση πόρων, μεταβολές ισχύος. Πατήρ πάντων πόλεμος. Αν στα συστήματα πίστεως αποστάζεται η ουσία μας, εκείνη που συμμετέχει ως παράγοντας και στη σύγκρουση, η κατάργηση αυτών των συστημάτων, αίτημα ούτως ή άλλως παράδοξο, ρομαντικό και οντολογικά εξωπραγματικό, η κατάργηση δεν εξαφανίζει την ουσία αυτή. Αν το ίχνος των αιτίων σύγκρουσης μπορεί να συμπλέκεται μ’ αυτά τα συστήματά μας, η εξαφάνισή τους —ποιων εξ όλων και πώς θα αποφασιστεί;— δεν το σβήνει. Κι είναι βέβαιο ότι, σε κάθε περίπτωση, καλλιεργουμένης ή διαρκούσης της συγκρούσεως, τα όποια συστήματά μας πίστης θα καλούνται να ογκώνονται, να σκληραίνουν και να επιρρωνύουν το δίκαιό μας. Ακόμη και σε περιπτώσεις ομοδοξίας, θρησκευτικής ή άλλης, θα τη βρίσκουμε εμείς την κρίσιμη διαφορά, την απαραίτητη για να σφαχτούμε. Είναι ζωτικό. Θα συμμετέχει η διαφορά αυτή στη διαδρομή προς τον όλεθρο, αλλά και θα ανάγεται σε σύστημα που θα τον νοηματοδοτεί, και όσο αυτός διαρκεί, αλλά και εκ των υστέρων.

Συστήματα πίστης, άρα. Που, εκ των ανωτέρω λόγων —αλλά όχι μόνον εξ αυτών—, συγκροτούμε σε οργανωμένες δομές εξουσίας, με συμφέροντα, ιεραρχία και λεφτά. Πολλά λεφτά. Συστήματα που γιγαντώνονται εκθετικά, ιδιαιτέρως επειδή έχουν αναγκαίο ρόλο. Ορίστε λοιπόν κυρίες και κύριοι, αγαπητά μου παιδιά, να το το φίδι το ατέρμον. Περάστε κόσμε. Ο όφις που τρώει τη νουρά του. Χωρίς αρχή και τέλος. Ο όφις ο αέναος. Για περάστε! Για περάστε!

Ένα πράμα η σύγκρουση, κι άλλο ο εξορκισμός ότι είναι (και) οι θρησκείες που την προκαλούν. Ενώ ταυτόχρονα είναι προφανές ότι ακόμη και η ίδια αυτή, η ειρηνοποιός αγνή πεποίθησή μας περί θρησκειών, ότι αυτές φταίνε, κι αυτή με τη σειρά της είναι έκφανση της οντολογίας μας, άριστο πιθανό έναυσμα για περαιτέρω σύγκρουση. 

Βαβέλ δεν είναι οι διάφορες γλώσσες και οι θρησκείες μας. Είναι το σημείο συνάντησης. Εκεί που το οικοδόμημα δεν είναι δυνατόν να οικοδομηθεί. Εκεί που η φυσική μας ανικανότητα να αντιληφθούμε τον κόσμο εν όλω, η φύση μας να προσδίδουμε καθολική υπόσταση και ταυτοτική αξία στις γεφυρώσεις μας προς αυτόν, και η εξ αυτών παραγωγή πραγματικότητας, γεννά εκατέρωθεν ως αυτονόητη την επιταγή για διόρθωση ή εξαφάνιση του Άλλου. Όσο χρειάζομαι χάρτη για να προστατευθώ από την αποδιοργάνωση κι όσο κτίζω και κτίζομαι μ’ αυτόν, τόσο περισσότερο ο χάρτης του άλλου, ο διαφορετικός, τείνει να βιώνεται —και μπορεί πράγματι να είναι— απειλή για τη δική μου συνοχή. Συμπέρασμα: απάνω τους, παλικάρια μου.

Και το ίδιο απειλητικός μπορεί να βιώνεται —και μπορεί να είναι— ο εκάστοτε παλαιότερος, ο εγκαταλελειμμένος δικός μου χάρτης. Αφού σ’ αυτόν παραμένουν εγγεγραμμένα με ανεξίτηλη μελάνη και τα σημεία που σήμερα αποστρέφομαι. Μα είναι φανερό: ο χάρτης είναι που φταίει, κι ας τον είχα φτιάξει εγώ. Πολλά από τα κακά που βλέπω στους χάρτες των άλλων, τώρα τα βλέπω καθαρά και σ’ εκείνον τον παλαιό τον δικό μου χάρτη. Αλλά το πρόβλημα είναι ότι ακόμη κάποιοι επιμένουν να τον χρησιμοποιούν. Οι οπισθοδρομικοί. Οι αντιδραστικοί. Ανάθεμα. Κι αυτοί απειλή για τη συνοχή μου. Οπότε: απάνω τους, λέμε.

Πολύ δρόμο κάναμε. Κάμπους και βουνά. Η αίσθηση του άπειρου που αφήνει η κίνηση μέσα στη σπείρα. Φέρτε μου νερό να ξεδιψάσω. Μήπως εδώ να μετακινούσαμε το φως. Να φωτίζαμε τα πράγματα αλλιώς. Τα συστήματα πίστης υπάρχουν. Έχουν ιστορία. Κείμενα, θεσμούς και παραδόσεις. Ελπίδες και σκοπούς. Είναι υποχρεωτικά. Αλλά δεν είναι εξωανθρώπινα. Και δεν είναι όντα – η ζωή και η θέληση δεν είναι δική τους. Τους την προσδίδει ο άνθρωπος, και σ’ εκείνον αυτή επιστρέφεται. Με πόλεμο ή με ειρήνη. Ένα και το αυτό.

Οπότε, σίγουρα είναι οι θρησκείες;

Όχι εμείς;


----------------------

Με τις ευχαριστίες μας στους φίλους Αφεγγή Ασέληνο και Γιάννη Κουρκουμέλη για τη συζήτησή τους που υποκλέψαμε και που στάθηκε η αφορμή για τις δικές μας σκέψεις.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σαρανταπέντε

Σαρανταπέντε είναι. Δε μπορεί. Κάποιος απ’ όλους θα ’ναι δικός σου. Γνωστός, φίλος, φίλος φίλου, φίλη, φιλεναδοφίλη – έχουμε απ’ όλα. Γιάννης και να γειάνεις είναι διπλανά, δεν είναι; Μπα. Ρίμα κάνει, τον κορέκτορα μπερδεύει, αλλά δεν έχει σχέση. Ή, νομίζεις ότι Ιωάννης κάτι έχει με αυγή. Το φως. Αλλά ούτε. Δεν είναι καν ελληνικά. Εβραίικα είναι. Yəhôḥānān (יהוחנן) και πιο σύντομα Yôḥānān (יוחנן). Δεν είμαστε και πολύ  μακριά από τον Εβραίο Θοδωρή. Το όνομα θα πει δώρο Θεού ή ο Θεός γενναιόδωρος. Παίζει κι έτσι, παίζει κι αλλιώς. Όπως το πάρεις. Κι έχουμε και τον Yaḥyā (يحيى). Αραβικά. Στο Κοράνι, στο Σουράτ Μαριάμ, ο γιός τού ηλικιωμένου Ζαχαρία και της επίσης ηλικιωμένης και στείρας γυναίκας του (19:1-15). Που όμως το Βιβλικό του όνομα είναι Yūḥannā (يوحنا). Όπως και να ΄χει, όχι σαρανταπέντε – εκατόν πέντε είναι, ζωή να ’χουν. Και τους ξέρουμε όλους. John F. Kennedy, Joan Baez, Johnny Depp, Jane Fonda, Janet Jackson, Janis Joplin, Jean Simmons για να πιάσουμε τους αγγλοτέτοιους....

Super flumina Babylonis

Super flumina Babylonis ilic sedimus et flevimus dum recordaremur tui, Sion in salicibus in medio eius suspendimus organa nostra. Στους ποταμούς της Βαβυλώνος εκεί καθίσαμε και κλάψαμε ενώ σε αναθυμόμασταν, Σιών (και) πάνω στις ιτιές, καταμεσής (της Βαβυλώνος) κρεμάσαμε τα όργανά μας. Πρόκειται για τους στίχους από τον Ψαλμό 136 κατά την εβραϊκή αρίθμηση (137 στη Βουλγκάτα), διάπυρη στιγμή του διωγμού, παρακάτω στη Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα: Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών· ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν· Οι Εβραίοι είναι εξόριστοι στους ποταμούς της Βαβυλώνας. Υποδουλωμένοι πλέον, θυμούνται την Ιερουσαλήμ και θρηνούν. Κι εκεί, στη Βαβυλώνα, πάνω στις ιτιές, κρεμούν το τραγούδι τους και δε θα το ξαναπιάσουν. Γιατί αυτοί που τους έφεραν εκεί, τους ζήτησαν να ψάλουν ιερά τραγούδια. Και τους έλεγαν: ψάλετέ μας τα ιερά άσματά σας, της Σιών. Κι οι Εβραίοι έλεγαν: πώς θα ψάλουμε εδώ τα ιερά μας άσματα; εδώ, στην...

Αρτινή

Είναι περίπλοκο, γι’ αυτό δώσε βάση: Η Αλίφε είναι ήταν —και είναι— μια πόλη της Ιταλίας, στην Καζέρτα, δηλαδή στην Καμπανία. Ο οικισμός στους γύρω λόφους βρίσκεται εκεί απ’ την Εποχή του Σιδήρου και δώθε. Πα να πει, χοντρικά, απ’ τον δέκατο αιώνα κι ύστερα. Απ’ όταν η παράδοση θέλει τον Ιησού του Ναυή να οδηγεί τον λαό μέσα στη Χαναάν. Απ’ τον καιρό που στην Αίγυπτο περνάμε στην εικοστή Δυναστεία και τον Ραμσή Γ΄ – στα μπερδέματα με το ιερατείο και στις απεργίες στο Σετ Μάατ, τον Τόπο της Αλήθειας – στο σημερινό Ντέιρ ελ-Μεντίνα. Από τόσο παλιά. Πάνω κάτω, πάντα, εντάξει; Σαμνιτικό όνομα η Αλίφε. Τι θα πει Σαμνιτικό, θα μου πεις τώρα: το Σάμνιον ήταν περιοχή στη Νότια Ιταλία, έτσι το λέγαν οι ξένοι, οι ίδιοι λεγόντουσαν Σαφινείς, συγγενείς των Σαβίνων, πα να πει ινδοευρωπαίοι, οσκικά μιλούσαν, πολέμησαν κατά της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, συμμάχησαν με τον Πύρρο της Ηπείρου, βίος και πολιτεία, κι ύστερα εξεγέρθησαν στον Κοινωνικό Πόλεμο, αλλά ο Σύλλας τούς αποδεκάτισε – Σαμν...