Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αρτινή


Είναι περίπλοκο, γι’ αυτό δώσε βάση:

Η Αλίφε είναι ήταν —και είναι— μια πόλη της Ιταλίας, στην Καζέρτα, δηλαδή στην Καμπανία. Ο οικισμός στους γύρω λόφους βρίσκεται εκεί απ’ την Εποχή του Σιδήρου και δώθε. Πα να πει, χοντρικά, απ’ τον δέκατο αιώνα κι ύστερα. Απ’ όταν η παράδοση θέλει τον Ιησού του Ναυή να οδηγεί τον λαό μέσα στη Χαναάν. Απ’ τον καιρό που στην Αίγυπτο περνάμε στην εικοστή Δυναστεία και τον Ραμσή Γ΄ – στα μπερδέματα με το ιερατείο και στις απεργίες στο Σετ Μάατ, τον Τόπο της Αλήθειας – στο σημερινό Ντέιρ ελ-Μεντίνα. Από τόσο παλιά. Πάνω κάτω, πάντα, εντάξει;

Σαμνιτικό όνομα η Αλίφε. Τι θα πει Σαμνιτικό, θα μου πεις τώρα: το Σάμνιον ήταν περιοχή στη Νότια Ιταλία, έτσι το λέγαν οι ξένοι, οι ίδιοι λεγόντουσαν Σαφινείς, συγγενείς των Σαβίνων, πα να πει ινδοευρωπαίοι, οσκικά μιλούσαν, πολέμησαν κατά της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, συμμάχησαν με τον Πύρρο της Ηπείρου, βίος και πολιτεία, κι ύστερα εξεγέρθησαν στον Κοινωνικό Πόλεμο, αλλά ο Σύλλας τούς αποδεκάτισε – Σαμνίτες τέλος, ό,τι απέμεινε ενσωματώθηκε με τους υπόλοιπους Ρωμαίους. Και ζήσαν αυτοί καλά —όσοι επέζησαν, δηλαδή—, κι εμείς καλύτερα. Ή σχεδόν.

Διότι εκεί αρχίζουν τα Ρωμαϊκά τους τα βάσανα – αυτοκρατορία, κακό, πόλεμοι, τσουπ, νάσου και ο χριστιανισμός: τον πέμπτο πια αιώνα η Αλίφε είναι επισκοπή. Αμέ. Κι ύστερα δεν πολυακούγεται. Λομβαρδική κατάκτηση. Μαθαίνουμε ξανά για επισκοπή τον δέκατο πια αιώνα. Στο μεταξύ παίζουν ευγενείς και πολεμιστές, ιππότες και λοιπά, στην περιοχή καταφθάνουν Νορμανδοί απ’ τη Γαλλία —ως μισθοφόροι των Λομβαρδών—, κι ένας από δαύτους είναι ο Πέτρος που βγάζει και τ’ όνομα: ο Πέτρος απ’ την Αλίφα.

Τι μας νοιάζει αυτός; Πώς τι μας νοιάζει. Αυτός αφίχθη όταν ο Ροβέρτος Γισκάρδος, ο Δούκας της Απουλίας και της Καλαβρίας, κατατρόπωσε τον Αλέξιο Α΄ Κομνηνό και τους Βαράγγους του στη μάχη του Δυρραχίου, στη σημερινή Αλβανία. Ώς τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία προχώρησαν οι Νορμανδοί, τόσο βαθιά μπήκαν, και μόνο αργότερα ο Αλέξιος που το ’χε βάλει αμέτι μουχαμέτι πια, στρίμωξε τον Βοημούνδο Α΄, τον γιό του Γισκάρδου – έξω απ’ τη Λάρισα γίναν αυτά, τον έκανε τ’ αλατιού, και η περιοχή επέστρεψε στη Ρωμανία. Τα γράφει καταλεπτώς ή Άννα η Κομνηνή.

Ωραία. Και τι έκανε τότε ο Πέτρος ντ’ Αλίφα; Τι να κάνει – άνθρωπος ήταν κι αυτός. Πέρασε στην υπηρεσία του Αλέξιου. Καθαρές δουλειές. Κι έγινε σοβαρός μεγαλοπαράγοντας. Ο απόγονός του, ο Αλέξιος Πετραλίφας —είδες πώς γίνονται ελληνικά τα ονόματα;— αυτόν τον βρίσκουμε αξιωματούχο που τον στέλνει ο Μανουήλ Α΄ Κομνηνός να βοηθήσει το φιλαράκι, τον Κιλίτζ Αρσλάν Β΄, τον Σουλτάνο τού Ρουμ – μιλάμε για μεγάλα μπερδέματα, χάν’ η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Και στα ίδια χρόνια τα χαρτιά αναφέρουν κι άλλον Πετραλίφα, έναν Νικηφόρο – έτσι λεγόταν αυτός. Που ήταν, λέει, εξέχων στρατηγός. Δεν ξέρουμε τι σχέση είχαν μεταξύ τους αυτοί οι Πετραλίφες – ο Νικήτας Χωνιάτης αναφέρει τέσσερεις αδερφούς Πετραλίφες απ’ το Διδυμότειχο. Ίσως.

Κι ύστερα έρχονται ημέρες δόξης. Παρέτυμον που θεωρεί ότι η Αλίφα αλείφει, και τρέπει τους δικούς μας σε Πετραλείφες, με «ει»; Μπορεί. Κάπου στο πρώτο μισό του δέκατου τρίτου αιώνα έχουμε κοτζάμ Σεβαστοκράτορα, τον Ιωάννη Πετραλείφα, κυβερνήτη της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, αυτόν που φροντίζει να εκθρονιστεί ο Ισαάκιος Β΄ Άγγελος – όλ’ αυτά λίγο πριν την Άλωση του 1204 απ’ τους Φράγκους. Και η αδερφή του αυτουνού του Ιωάννη, η Μαρία Πετραλείφαινα παίρνει τον Κυβερνήτη Ηπείρου και Θεσσαλονίκης, τον Θεόδωρο Κομνηνό Δούκα. Πού να σου τα εξιστορώ. Πετραλείφες και Πετραλείφαινες εξαπλώνονται παντού, σ’ ανατολή και δύση. Και μεταξύ αυτών, η Θεοδώρα Πετραλείφαινα, κόρη του Ιωάννη που λέγαμε, του Σεβαστοκράτορα, γεννημένη μάλλον στη Σαλονίκη, ίσως το 1210, ίσως κι αργότερα, πάντως μετά τη φράγκικη κατάκτηση της Πόλης – αυτή παίρνει τον Μιχαήλ Β΄ Κομνηνό Δούκα. Οίκος των Αγγέλων. Με το που την είδε αυτός, ζαλίστηκε. Κάποιες πηγές λένε ότι ήταν μόλις κοριτσόπουλο.

– Τη θέλω.
– Μάλιστα, Δέσποτα.
– Τίνος είναι;
– Του Σεβαστοκράτορος η κόρη. Ανεψιά του Θεόδωρου.
– Αμ τη θέλω σήμερα. Τώρα.
– Μάλιστα, Δέσποτα.

Το αίτημα έγινε αντιληπτόν και δεκτόν. Οι δυο τους παντρεύονται στα Σέρβια – λένε το 1230. Σαράντα άλογα μπροστά, σαράντα πίσω, που λέει ο λόγος, μεγάλη ακολουθία, φτάνουν στην Άρτα. Πρωτεύουσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Και μετ’ ου πολύ, ο Μιχαήλ κυβερνά την Ήπειρο. Η Δούκισσα, η πρώτη κυρία του κράτους, ρίχνεται στη δουλειά. Όλα να τα φροντίσει, όλα να τα προφτάσει.

Είχε όμως και μυαλό η Θεοδώρα. Και μυαλό, κι είχε κι αισθήσεις. Πρόβλημα. Αυτογνωσία και διάθεση. Πνεύμα. Αυτοσυνείδηση. Με κάποιον τρόπο κάποτε κάποιοι επιλέγουν να διαβούν προς τα κει. Να κυριολεκτήσουν. Να αληθέψουν. Να ταυτίσουν τα πράγματα και να δουν τα έσω. Να μην αφήσουν τη λήθη να κυριεύει. Να μείνουν άγρυπνοι, να αθληθούν. Μη σου τύχει.

Αοργησία, λέει ο Όσιος Ιωάννης – αυτός της Κλίμακος. Ἀοργησία ἐστὶ φύσεως ἧττα, ἐν ἀναισθησίαις ὕβρεων ἐξ ἀγώνων καὶ ἱδρώτων προσγινομένη. Ότι είναι η καθυπόταξη της ανθρώπινης φύσης που προσγίνεται με την αναισθησία απέναντι στις προσβολές, ύστερα από αγώνες και ιδρώτες. Δύσκολη λέξη: αοργησία. Η απουσία οργής. Η αναλγησία απέναντι στις ύβρεις και τις ταπεινώσεις.

Είχε πάρει το μονοπάτι της η Θεοδώρα. Κι ο Μιχαήλ το δικό του. Κουβάλησε στο παλάτι τη Γαγγρινή, μιαν Αρτινή αρχόντισσα, και τα βράδια τα περνούσε στον οντά της. Άρχισε η γυναίκα του να του κακοφαίνεται.

– Μα δε μπορώ να συνεννοηθώ μαζί της.
– Μάλιστα, Δέσποτα.
– Τι της λείπει; Όλα στα πόδια της τα ’χει.
– Μάλιστα, Δέσποτα.
– Ασυμφωνία χαρακτήρων.
– Φυσικά, Δέσποτα. Έτσι είναι αυτά την σήμερον.

Άλλοι κόσμοι, άλλα πνεύματα το ζευγάρι. Στο μεταξύ οι δυο θείοι του, ο Θεόδωρος κι ο Μανουήλ, σφάζονται για τη Θεσσαλονίκη, κι ο ίδιος αναζητά την προστασία του Φρειδερίκου Β΄ Χοενστάουφεν, του βασιλέα της Γερμανίας. Οπότε ξαφνικά πεθαίνει ο ένας, ο Μανουήλ, κι ο Μιχαήλ τρέχει κι αρπάζει τη Θεσσαλία. Κι όταν ο Ιωάννης Γ΄ Βατάτζης επιτίθεται στη Βουλγαρία, ο Μιχαήλ καταλαμβάνει και Αλβανία και Δυτική Μακεδονία. Μεγάλωνε το μαγαζί. Εκθετικά. Σε καιρούς διαλυμένους και ασύμμετρους. Όπου τα πάντα χρειάζεται να νοηματοδοτηθούν εξ αρχής.

Στο μεταξύ η Θεοδώρα, έγκυος ήδη, έχει γίνει καπνός. Εγκαταλείπει το ανάκτορο, γεννάει τον Νικηφόρο, και την περνάει ζόρικα. Τα γράφει ο Ιώβ αυτά, ο βιογράφος της. Πέντε χρόνια πείνα, δίψα, στο έλεος του καιρού και στον φόβο του άντρα της. Ώσπου τη μαζεύει ένας παπάς, στην Μπρένιστα, στο σημερινό Κορφοβούνι. Μπρνα η παλιά σλαβική λέξη. Πηλός, λάσπη. Μπρένιστα: κάτι σαν λασπουριά, λασπότοπος. Πέντε χρόνια στα Τζουμέρκα με το μωρό, τον Νικηφόρο, σαν απλή χωριάτισσα η Θεοδώρα. Κι εκεί που μάζωνε τα χόρτα, κάτι να βάλουν στο στόμα τους, για στάσου ρε, σκέφτηκε ο παπάς.

– Εσύ τίνος είσαι, κόρη μου;
– Τι να ’μαι, παππούλη. Άνθρωπος είμαι κι εγώ.
– Το παιδί, παιδί μου, τίνος είναι;
– Δ’κόμ’.

Τα ’χασε ο παπάς. Πώς βρέθηκες εδώ. Και πώς ταΐζεσαι με χόρτα. Και τι τρώει το παιδί. Και τι ρούχα του φοράς. Κι όταν χιονίζει; Κι όταν βρέχει; Πού πας και καταφεύγεις; Από δω την είχε, από κει την είχε, του τα ξεφουρνίζει του παπά.

– Και τσιμουδιά, πάτερ. Θα χάσεις το κεφάλι σου. Κι εγώ το δ’κόμ’.

Δεν ήταν κανένας σαχλαμάρας ο παππούλης και ήξερε πότε έπρεπε να το κρατάει το στόμα του κλειστό. Τη μάζεψε και τη φρόντισε, την έντυσε, την τάισε, και στάνιαρε το κορίτσι, στάνιαρε και το παιδί. Και στο μεταξύ οι τόνοι ανέβαιναν στο παλάτι. Απλώνονταν κι οχλοβοή κι αντάρα, κι οι προύχοντες δεν κρυβόντουσαν πια. Του τη λέγαν κατάμουτρα του Μιχαήλ.

– Τι ’ν’ αυτά ρε συ Μεγαλειότατε με την ξέκωλη; Δε ντρέπεσαι;
– Φωτιά θα πέσει να μας κάψει.
– Η Δούκισσα πού είναι; Τι της έκανες; Λέγε ρε.

Ταρακουνήθηκε ο Μιχαήλ. Του ’ρθε κάπως. Σκίστηκε η κουρτίνα και ανέβλεψε. Έπιασε κάτι μπιστικούς του.

– Τσακιστείτε βρείτε την. Να φάτε τον τόπο. Μη δω και γυρίστε άπραγοι.

Τη φέραν τη βασιλοπούλα στο παλάτι, κι αυτήν και το παιδί, αυτόν που μετά θα γινόταν ο Νικηφόρος Α΄ Κομνηνός Δούκας. Κι ο μπαμπάς πια δεν είχε τόπο πού να τους βάλει. Τι σκέφτηκε, τι κατάλαβε, ποιος ξέρει. Πάντως άρχισε να χτίζει εκκλησιές αβέρτα. Να η Κάτω Παναγιά – σήμερα εγκαταβιούν καμιά δεκαριά μοναχές, τηλέφωνο 2681027660, να πας. Να κι η Παντάνασσα – τέσσερα χιλιόμετρα απ’ τη Φιλιππιάδα: πού είναι η διασταύρωση και πάει για χωριό Παντάνασσα δεξιά και για Ζηρό αριστερά; ε, εκεί, λίγο πιο μετά, τα ερείπια στο δεξί χέρι, αυτά είναι η Παντάνασσα το μοναστήρι, το ταύτισε το 1884 ο Μητροπολίτης, ο Σεραφείμ Ξενόπουλος. Και να και το Γαλαξείδι – μέχρι εκεί έφτασε η χάρη του, έτσι θέλει η παράδοση. Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Σωτήρος Γαλαξιδίου λέγεται, λίγο πιο κάτω από την κορφή του λόφου του Άη Βλάση.

Και να ’ταν τα μόνα; Δος του δωρεές, δος του αφορολόγητα σε ναούς και μονές, δος του προνόμια και δος του απαλλαγές – από «πάσης ἀγγαρείας καὶ παραγγαρείας». Δώρα δεξιά, δώρα αριστερά, νέος άνθρωπος γίνηκε, καμία σχέση με πρώτα, ξαναγαπηθήκανε με τη γυναίκα του, και προκύψαν άλλα τέσσερα παιδιά: ο Ιωάννης, ο Δημήτριος, η Ελένη και η Άννα. Και ζήσαν αυτοί καλά —όσο καλά μπορούσαν να ζήσουν τότε οι αθρώποι—, η Αυτοκρατορία έμπαζε από παντού, κι η Θεοδώρα βάζει τα δυνατά της, μαζί με τον άντρα της, μαζί στις γιορτές, μαζί και στους πολέμους, στις νίκες και στις ήττες, δεν καταλάβαινε αυτή από ζόρια, κι είχε και τον νου της στα παιδιά, τις πάντρεψε τις κόρες, την Άννα με τον Βιλλεαρδουίνο της Αχαΐας και την Ελένη με τον Μεμφρέδο, τον Σικελό, τον αντιπαπικό – μιλάμε για υψηλή πολιτική. Τον γιο της τον Νικηφόρο τον παντρεύει με τη Μαρία, την κόρη του Θεοδώρου Β΄ Λασκάρεως κι εγγονή τού Ιωάννη Γ’ Βατατζή της Νίκαιας. Και μετά που του πέθανε η Μαρία του παιδιού, το παντρεύει με την ανεψιά του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου.

Αυτά έκανε η Θεοδώρα. Κι ύστερα τής πέθανε ο Μιχαήλ της και πήγε και πέρασε τα τελευταία της τα χρόνια σε μοναστήρι. Του Άη Γιωργιού, αυτό που σήμερα το λένε Αγιά Θοδώρα – στην Άρτα, στην κάτω πόλη, στο κέντρο, τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική.

Έμεινε εκεί μέχρι την κοίμησή της, κι εκεί είναι σήμερα το κενοτάφιο, με τη σαρκοφάγο και το επιστύλιο, κι έχει περάσει κι αυτό περιπέτειες, χρειάστηκε να διαλυθεί το περίβλημα, και μέσα βρεθήκαν σκόρπια σπασμένα μάρμαρα, παλιά διακόσμηση, κάποιος τα σκάλισε μπας και βρει τον θησαυρό, κι ο θησαυρός εσιώπησε κι απόμεινε κρυμμένος, και μόνο οι δυο Αρχάγγελοι φανερώνονται, οι προστάτες των Κομνηνοδουκάδων – κάτω απ’ τα φτερά τους κοιμάται η πολιούχος της Άρτας.

Τῶν βασιλίδων τὸ κλέος, ἀσκητριῶν τε ἀγλάϊσμα.

Η πάνσεπτος και οσία Θεοδώρα. Η Βασίλισσα.













Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...