Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ο μπαμπάς μου




Ο μπαμπάς μου

Πήγα τις προάλλες επίσκεψη. Να δω τον μπαμπά μου.

Μπαίνω μέσα, που λες, και να μπροστά μου όλη η σειρά τα ντέξιον. Από πάνου ως κάτου. Μέσα, έξω. Παντού. Πού είναι ο μπαμπάς; Αρθιμός τάδε.

Ψάνω πάνω, ψάχνω κάτω, πουθενά ο μπαμπάς. Κάτι άλλα επώνυμα, κάτι έτσι, κάτι αλλιώς, άγνωστοι πανταχόθεν και ανέκαθεν. Τρόμος με κατέλαβε. Μα, πού είναι ο μπαμπάς; Γιατί δεν είναι στη θέση του; Εγώ φταίω. Κι όχι τίποτ' άλλο, αλλά έχω κι αδελφό. Τι θα πω στον αδελφό μου για τον δικό του τον μπαμπά; Πού είναι; Γιατί δεν το φρόντισα;

Βρίσκω τον Υπάλληλο και τον ρωτώ: αρθιμός τάδε. Επώνυμον, όνομα. Γιατί δεν είναι στη θέση του; Πώς και δεν τον βρίσκω;

Μισό λεπτό, μου λέει. Έχει δουλειά. Κανονίζει κάτι λιβάνια και καντηλέρια και φέρνει τα καρβουνάκια, έτοιμα, ήδη αναμμένα, και ρίχνει τους κόκκους το λιβάνι ν' αρχίσει ν' ανάβει και να μυρίζει. Προετοιμάζει τα χρειαζούμενα για άλλου τελετή. Μα, δεν καίγονται τα δάχτυλά του έτσι που πιάνει τα καρβουνάκια;

Αδημονώ. Η Υπαλληλία σου. Το Κράτος. Πού είναι το Κράτος; Άχρηστε Υπάλληλε.

Με τα πολλά τελειώνει. Ελάτε, μου λέει. Κατεβαίνει λοιπόν τις σκάλες, μπρος αυτός και πίσω του εγώ κι από μέσα μου, να δω τι σκατά θα βρεις να μου πεις. Πού 'ναι ο μπαμπάς; Έχει γούστο να 'χετε κάνει καμία ηλιθιότητα.

Βλέπετε δω; μου λέει. Μου δείχνει τα νούμερα. Τι λέει εδώ; Κοιτάζω προσεκτικότερα. Κι όμως. Έχει δίκιο. Εκεί ήταν. Πώς στην ευχή και δεν τον είδα; Τα 'χαν τα νούμερα αποκάτω και γω κοίταζα αποπάνω.

Από έχθρα ευγνωμοσύνη. Χαϊδεύω το λιγδό μαλλί τού Υπαλλήλου. Νάσαι καλά. Ευχαριστώ. Παρατέλεμο ο Υπάλληλος. Πρόσωπο με ειδικές ανάγκες. Τσεβδίζει, τριποδίζει, τσιγλιστρίζει. Αλλά μου βρήκε τον μπαμπά μου. Ή, για να το πω αλλιώς: τη στιγμή της απολύτου απωλείας μου, με προσέδεσε στη δική του βεβαιότητα και το θάρρος, και με βοήθησε να αναρριχηθώ στην πραγματικότητα. Ας είναι καλά.

Τείνω τα χέρια. Είναι και ψηλά ο μπαμπάς. Κάποιος τού έχει αφήσει λουλούδια. Πάρα πολύς καιρός θάναι. Γιατί είναι κατάξερα και θρυμματίζονται και που τα κοιτάς. Τα αποθέτω ευλαβικά στη σακκούλα για τα απορρίμματα - να λοιπόν τι γυρεύει μια γιγαντιαία μαύρη σακκούλα για απορρίμματα αφημένη μες τη μέση σε τέτοιο μέρος. Κι ένα κεράκι. Από αληθινό κερί. Εκείνο το σκούρο το μελί που έχουν τα κεριά τ' αληθινά. Ποιος άραγε τον θυμήθηκε τον μπαμπά μου και πήγε και του άφησε τα λουλουδάκια και το κεράκι;

Κατεβάζω το κουτί. Μεταλλικό και γυαλίζει. Παρά τη σκόνη την ατέλειωτη. Και το ανοίγω. Νάτος ο μπαμπάς μου.

Εδώ το μηριαίον. Κι άλλο μηριαίον. Κι ένα πλευρό. Ολόιδιο με τα παΐδια που απομένουν στην ταβέρνα, μεγαλύτερο βέβαια. Ελλειπτική καμπύλη. Τι θαύμα! Όχι, πες μου: ποιος μπορεί να σχεδιάσει τέτοια καμπύλη με το χέρι του και να μην την κάνει στραβή; Ποιο χέρι μπορεί επί χάρτου να πλησιάσει στο ελάχιστον σ' αυτό που κάνει Εκείνη τοις πράγμασιν;

Ώστε μια μέρα που ο γιός μου θα 'ρθει να δει τον μπαμπά του, μέσα σ' ένα μεταλλικό κουτί θα μ' εύρει. Όπως αυτό εδώ. Μεταλλικό, γυαλιστερό, παρά τη σκόνη, μήκος όχι μακρύτερο απ' το μακρύτερο οστούν. Τσίμα τσίμα. Όσο χρειάζεται για να χωρέσουν τα μηριαία που είναι μεγάλα, οι κνήμες και οι περόνες, τίποτε πλευρά, τίποτε σπόνδυλοι, και, το κυριότερο: η κεφαλή.

Την κρατώ στην παλάμη μου και τη βγάζω από το κουτί. Σαν γιγάντιο πορτοκάλι. Πώς στην ευχή χωράει έτσι στο χέρι μου αυτό το κεφάλι που κάποτε φάνταζε μέγα; Η τεχνητή οδοντοστοιχία στη θέση της. Άφθαρτη, Κι οι κόγχες των ματιών. Παλιές, μαυρισμένες, αλλά σαν τα κάστρα τα παλιά τα αρχαιολογικά που πάμε επίσκεψη: άδεια δεν είναι. Δεν στερούνται νοήματος. Αν τα κοιτάξεις ήσυχα, ακούς φωνές. Και κλαγγές. Έτσι και δω: στις κόγχες αυτές βασίλεψαν τα μάτια του. Που τα 'ξερα και τα κοίταγα - όποτε άντεχα. Όποτε ο κυκεώνας των συναισθημάτων το επέτρεπε. Που μ' ήξεραν και με κοίταγαν και κείνα. Όποτε άντεχε και κείνος, εδώ που τα λέμε.

Να, ίσως, τι 'ναι θάνατος: το επιστέγασμα. Η σούμα. Το διαταύτα. Όπου αθροίζεις τα πάντα και μένει αυτό. Οπότε, ήρθαμε στα ίσια μας.

Και ποιος τού άφησε τα λουλουδάκια; Πολύ πριν. Πάνω από χρόνο. Άρα κάποιος έρχεται δω μυστικά. Κάποιος που τον αγαπούσε. Κάποιος που τον είχε κομμάτι του και τώρα τον έχει κενό. Κι έρχεται και του αφήνει λουλουδάκια. Αποκλείεται να είναι η μάνα μας. Εκείνη είναι χρονώ ογδοήντα καί, και το 'χει απογειώσει. Ανασέρνει πράγματα από τη μνήμη του κόσμου και τα αμολάει, με γειά παιδί μου το αυτοκίνητο, κι εσύ δεν έχεις πάρει αυτοκίνητο. Σαν κομπιούτερ που τα 'παιξε. Φόρματ ανάδερ, γιες ορ νόου;

Κρατώ την κεφαλή και τη χαϊδεύω. Την κάρα. Απελπιστικά μικρή. Τόσο μικρό ήταν το κεφάλι του; Θυμάμαι τότε που τον είδα πεθαμένο στο πίσω μέρος της νεκροφόρας και δειλά τον πήρα αγγαλιά, πολύ πιο μεγάλος φαινόταν. Και πάλι πολύ μικρότερος απ' ό,τι τον ήξερα, αλλά πολύ πιο μεγάλος, τότε, από τα περιεχόμενα αυτού του κουτιού, σήμερα.

Κουτί μεταλλικό. Γυαλιστερό. Παρά τη σκόνη. Το 'παμε αυτό. Κι από μέσα επένδυση κόκκινη, σαν βελουδένια. Μαλακή. Όπως το εσωτερικό των κουτιών όπου φυλάμε τα κοσμήματα. Αυτή εδώ βέβαια, πολυκαιρισμένη. Και φτηνή. Αλλά αυτού του τύπου.

Κλείνω που λέτε το κουτί. Γεια σου μπαμπά μου. Να σε τι ωφελεί ο θάνατος. Λες πράματα που ποτέ δε θα 'λεγες ζωντανός. Κι αν δεν τα λες, τα λες απομέσα. Είναι άλλες τώρα οι πύλες απ' όπου διέρχεται η γλώσσα. Απ' αλλού περνάς κι αλλού βγαίνεις. Άλλα αντ' άλλων το αποτέλεσμα.

Σηκώνω το κουτί και το ανεβάζω στη θέση του, ψηλά στο προτελευταίο ράφι. Κι ενώ κρατώ τα χέρια μου ψηλά να τακτοποιώ το κουτί στη θέση του, στο ύψος των ματιών μου διαβάζει η ετικέτα του κουτιού αποκάτω: κορίτσι, ετών, λέει, είκοσι δύο. Εκτελέστηκε το σαράντα εννιά.

Πολύ δεν ήθελα. Ήμουν ήδη ανοικτός. Κι ανυπεράσπιστος. Κατέρρευσα σε λυγμούς, κοιτώντας τη μικρή, προσπαθώντας μη μου φύγει απ' τα χέρια ο μπαμπάς μου αποπάνω. Ακουμπώντας αποκαμωμένος στα ντέξιον με τα μεταλλικά κουτιά να γυαλίζουν παρά τη σκόνη - το 'παμε αυτό. Με το σκοτωμένο κορίτσι μπροστά μου. Κάποιος θα την αγάπαγε, δε μπορεί. Κάποιον θα 'χε γλυκοκοιτάξει κι αυτός θα την είχε θελήσει να της τον ρίξει τον σπόρο του. Κι ύστερα η ντουφεκιά.

Κάτω το κορίτσι. Ετών είκοσι δύο. Πάνω ο μπαμπάς μου. Δεξιά αριστερά άλλοι. Κι άλλοι. Γυναίκες και άνδρες. Χωρίς αιδώ, χωρίς ηλικία, χωρίς φύλο. Σαν ν' ακούω τις φωνές. Αποστραγγισμένοι απ' όλα. Ουσιώδεις. Το απολύτως απλοποιημένο κλάσμα.

Να τι είναι θάνατος: η απόδειξη ότι η ζωή είναι μόριον. Μέρος του όλου. Θάνατος είναι η σφραγίς ότι αυτό που νόμισες αυτό, είναι άλλο. Να τι είναι θάνατος: η μεγίστη απόδειξη. Η αλτέρα πύλη. Το άλλον. Το διαταύτα.

Να τι είναι θάνατος: η ελευθερία.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...