Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

広島市



Το πρωί της 6ης Αυγούστου 1945, ο Τερουφούμι Σασάκι (佐々木 輝文), ιατρός, εικοσιπεντάχρονος τότε, βρισκόταν στον Ερυθρό Σταυρό, στο νοσοκομείο της Χιροσίμα (広島市), κάπου ενάμισι χιλιόμετρο από το επίκεντρο της έκρηξης. Ήταν από τους πρώτους που παρατήρησαν, κατέγραψαν τα συμπτώματα και επιχείρησαν να βοηθήσουν τους ασθενείς.

Την ίδια στιγμή, από την άλλη μεριά της μεγάλης Θάλασσας, ο Χάρι Τρούμαν (Harry S. Truman), εξήντα ενός ετών, αρχηγός κράτους, βρισκόταν στο γραφείο του. Εκεί ήταν ακόμη βραδάκι της προηγούμενης ημέρας. Της 5ης Αυγούστου.

Πρώτα εκδηλώνονται ναυτία και έμετοι. Και απώλεια της όρεξης. Ύστερα, λίγες μέρες ή και βδομάδες μπορεί να περάσουν χωρίς σοβαρά συμπτώματα. Εντάξει. Ίσως δεν ήταν και τόσο σοβαρό.

Καμία σκέψη δεν τάραζε το μυαλό του Τρούμαν. Είχε ήδη δει τον Ρούσβελτ να του πεθαίνει. Και χιλιάδες χιλιάδων συμπατριώτες του να επιστρέφουν σε φέρετρα. Πιστός στη Συνθήκη του Κεμπέκ, είχε συνεννοηθεί προηγουμένως με τους Άγγλους, και ήδη γνώριζε τι θα έλεγε στον Στάλιν. Είχε ξεκαθαρίσει στον Στίμσον, τον Υπουργό Πολέμου πού και πώς περίμενε να χρησιμοποιηθεί το υπερόπλο.

Και μετά, ανάλογα την έκθεση στην ακτινοβολία, έρχονται μολύνσεις, αιμορραγίες, αφυδάτωση και σύγχιση. Ή ίσως τίποτε από αυτά. Αναλόγως. Δεν είσαι σίγουρος. Είναι μια κούρσα που ξεκινά μια ώρα μετά την έκρηξη και μπορεί να εξελίσσεται επί μήνες

Στην Ιαπωνία στάθμευαν κάπου 2.000.000 στρατός. Ένδοξοι πολεμιστές, πιστοί στον Αυτοκράτορα. Δεν πα να ηττήθηκε ο Άξονας! Δεν πα να φύγαν οι Γερμανοί και οι σύμμαχοί τους από τη μέση! Δεν πα να χάθηκε όλος ο Ιαπωνικός στόλος! Αυτοί δεν καταλάβαιναν από στατιστικές. Μολών λαβέ! Ελάτε, αν σας βαστάει.

Δύο εκατομμύρια εχθροί στρατός. Τι να κάνεις δηλαδή; Απόβαση; Κάτι σαν τη Νορμανδία; J-Day να την πούμε! Έξι Ιουνίου του '44 η Νορμανδία, έξι Αυγούστου του '45 η Ιαπωνία. Η πρώτη χρειάστηκε γύρω στις 300.000 προσωπικό για να αντιμετωπιστούν περίπου 100.000 σταθμευμένοι Γερμανοί, μαζί με τις ενισχύσεις τους. Τώρα πόσους να στείλεις να ξεμπαρκάρουν στις Ιαπωνικές ακτές, καθώς θα λούζονται τα πυρά των πιστών του Χιροχίτο;

Εικοσάχρονους ως εικοσιπεντάχρονους. Φαντάρια. Καλόπαιδα απ' τη Γιούτα, νεαρούς καουμπόιδες από την Αριζόνα, χωριατόπαιδα πολυβολητές από το Τέξας, μάγκες διαβιβαστές από το Κάνσας, συνομηλίκους τους γιατρούς και τραυματιοφορείς από το Μίσιγκαν, διοικητικούς και βοηθητικούς από τη Ουάσιγκτον, και μαζί και τίποτε Βρετανούς και άντε πάλι και Αυστραλούς και Νεοζηλανδούς - πακέτο πάνε αυτοί. Και αεροπόρους, και ναυτικούς και μονιμάδες, και γεροντότερους, και, και... Πόσους να στείλεις; Και τι να πεις στις μανάδες τους;

Και πού να τους στείλεις; Ανατολικά μάλλον. Τόκιο, Γιοκοχάμα, Φουκουσίμα. Σωστό. Έλα όμως που η Χιροσίμα είναι δυτικά, προς Κίνα μεριά. Αλλά εκεί είναι και οι βιομηχανίες και ο στρατός μαζεμένοι. Κέντρο διαμετακομιστικό και ανεφοδιασμού. Λιμάνι. Κάπου 350.000 ψυχές, όλοι μαζί. Άνθρωποι. Στρατός και άμαχοι. Σ' αυτών τις μανάδες τι θα πεις;

Και μετά: τι είναι πιο σημαντικό; Τι θα πεις στις μανάδες της δικιάς σου της χώρας ή τι θα πεις στις άλλες τις μανάδες; Των άλλων; Κι αν βάλεις τις μεν και τις δε στο ίδιο ζύγι, στις από δω μανάδες πώς θα το εξηγήσεις; Τι είσαι εσύ; Αρχηγός κράτους που νοιάζεται για τις από δω μανάδες, ή φιλόσοφος που νοιάζεται για τις μανάδες γενικώς;

Και στο τέλος ο ασθενής σου αναλαμβάνει. Σπανίως. Συνήθως πεθαίνει. Είπαμε. Δεν μπορείς να είσαι σίγουρος τι γίνεται με τις ακτινοβολίες.

Μια πτήση είναι μωρέ! Με πέντε αξιωματικούς, άντε κι ένα σμήνος υποστήριξη. Τι κι αν τους χάσεις. Μια πτήση. Θα ξεκινήσουν από τις Μαριάνες, θα πετάξουν πάνω από την Ιαπωνία, και θα τον αμολήσουν τον Little Boy. Ωραία και καλά. Και μετά, φουλ τις μηχανές, μην έχουμε και κάνα απρόοπτο, γιατί είναι δαιμονικός ο κερατάς ο Little Boy.

Κι όλοι θα το καταλάβουν το υπονοούμενο. Όλοι θα δουν τι παίχτηκε. Όλοι πλέον θα γνωρίζουν. Κανείς δε θα μπορεί μετά να σου πει ότι δεν ήξερε με τι έχει να κάνει. Δεν είναι μόνο οι φαντάροι που θα γλιτώσεις επί τόπου. Είναι και οι φαντάροι που θα γλιτώσεις επειδή μετά ποιος θα τολμήσει να σου κουνηθεί. Και δικοί σου και των αλλωνών φαντάροι. Αυτό πού το πας;

Μια πτήση είναι. Τοπική ώρα 08:15. Ένα Αυγουστιάτικο πρωινό.





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...