Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Θρησκείες



Διάβαζα σκέψεις φίλου ενός φίλου μου. Αν πράγματι επεκράτησαν νέες θρησκείες ή μήπως βρισκόμαστε στον ίδιο παρονομαστή. Σκέψεις που έκλειναν με τα λόγια του Mühlmann: «Κάτω από τη φλούδα της εκάστοτε κρατούσας ομολογίας και του δόγματος, επιβιώνουν πανάρχαιες θεολογικές και λατρευτικές αντιλήψεις που απλώς αλλάζουν όνομα στο διάβα των καιρών». Κι ο δικός μου φίλος, συμφωνώντας διεύρυνε: «Τούτη η γης που την πατούμε, όλοι μέσα θε να μπούμε».

Αναρωτιόμουν, πρόκειται άραγε για αντιλήψεις; Αυτές είναι που μένουν αναλλοίωτες; Όχι η ουσία;

Όταν κάποτε, μικρόν, μ' έκανε η μάνα μου μπάνιο - πάντα μ' έπιανε να φιλοσοφώ στο μπάνιο, κι ας ήμουν τεσσάρων, μέχρι που, μια μέρα μου πασπάλισε το στόμα σαπούνι η χριστιανή και το βούλωσα - τη ρώτησα: «Μαμά θα πεθάνω;». Πρέπει να τα 'χασε. «Όλοι θα πεθάνουμε», πέταξε τη μπάλα στις κερκίδες.

Ας έχει βρει ησυχία, όπου βρίσκεται. Αλλά την απάντηση δεν την πήρα. Ναι ή όχι; Θα πεθάνω; Δε μου είπε ποτέ.

Οι κάθε μορφής τελετουργίες του Ανθρώπου επιτελούσαν και επιτελούν διάφορους σκοπούς. Ο σημαντικότερος όλων, ο μέγιστος, ο σκοπός που ποτέ δεν έπαψε να είναι ο σοβαρότερος, είναι το αντάμωμα με τον Θάνατο. Encounter. Να βρεθείς, να ανακαλύψεις, να γνωρίσεις, να δεις κατά πρόσωπο, να χωνέψεις. Όλα αυτά μαζί.

Οι τελετουργίες έχουν δρώμενα. Δε μπορείς να κάνεις τη δουλειά σου αν δε δράσεις παραστατικά. Να παρασταίνεις δηλαδή το θέμα σου. Να το αυξάνεις και να το μειώνεις. Να το κοιτάς από δω, και μετά από κεί. Να το κόβεις να το ράβεις. Να το φιλείς να το βδελύσσεσαι. Να το αγκαλιάζεις να το κλωτσάς. Με όλο σου το σώμα. Με όλον τον νου. Με την ψυχή εκστατική. Να ρωτάς και ν' απαντάς ο ίδιος, αφού εσύ είσαι το θέμα και ποιος να σου απαντήσει άλλος εκτός από σένα τον ίδιο, μαύρε.

Κι ύστερα μπήκες στις Πόλεις. Πέρασες στο θέατρο και στο χορό και στη μουσική.

Αλλά ακόμη για τον ίδιο λόγο χορεύεις. Ακόμη τραντάζεις τη Γη. Ξεχνιέσαι. Το λες λεβεντιά. Το λες χάρι. Το λες νιάτα. Και να κοιτάνε τα κορίτσια τα σερνικά και τα σερνικά τα κορίτσια.

Κι όμως, ένα πράμα προσπαθείς: να την πατήσεις τη ρημάδα να μην ανοίξει και σε φάει. Ωπ και να πηδήξεις ακόμα ψηλότερα. Ωπ, άλλη μια στον αέρα. Να την αγνοήσεις την άθλια που σε τραβάει χάμου. Κι όταν εν τέλει θα γειώνεσαι, λαφροπερπατητός να ξεγελάς τους νόμους, να στρώνεις την ανάσα σου και πάλι, άλλη μια γερή και δώστου ξανά στον αέρα! Βαράτε βιολιτζήδες! Να μην τολμήσει ούτε να το σκεφτεί!

Να γιατί τα κορίτσια θέλουν τον καλύτερο χορευταρά, και τ' αγόρια την πιο λεβέντισσα. Γιατί μέσα από την τελετουργία, έδωσαν ο ένας στον άλλον υπόσχεση αθανασίας.

Τι Χριστιανισμός λέμε τώρα, ε, τι Αρχαία Ελληνική θρησκεία και τι Παγανισμός. Ναι, κάθε εποχή έθετε το θέμα στη δική της βάση. Βάση που να της ταιριάζει. Κάθε εποχή έστηνε το δικό της πάγκο εργασίας. Αλλά για να διαχειριστεί το ίδιο ζήτημα. Απολύτως το ίδιο. Έτσι δεν είναι;

Ο Χριστιανισμός δεν ήρθε για να εξαλείψει τα παλιά. Οι κήρυκές του ίσως. Άνθρωποι είναι κι αυτοί, τι περιμένεις. Ιδρύουν πρυτανεία και εκεί σιτίζονται.

Αλλά η ίδια η νέα σκέψη ποτέ δεν έρχεται με σκοπό να εξαλείψει μιαν άλλη. Έρχεται απλώς γιατί η άλλη έχει πάψει να καταλαμβάνει τον χώρο. Έρχεται γιατί η άλλη δεν επαρκεί πια. Όταν μπήκαμε στις Πόλεις ξεχάσαμε τα Μάγια και σκεφθήκαμε Θεούς και Δαίμονες. Κι όταν οι Πόλεις στένεψαν κι ο κόσμος άρχισε να πλαταίνει και να γίνεται Αυτοκρατορίες, ανάγκη ήταν πια να κάνουμε τους Θεούς έναν. Κι έναν τον Δαίμονα.

Όμως το Θέμα δεν άλλαξε. Η αιτία για όλα αυτά δε μετακινήθηκε. Το πυρ δεν κατεσβέσθη. Παναγιά μου επικαλούμαστε, τη Βλέπουσα αποζητάμε, την αξιωματικό, τη γλυκεία. Κάποτε, παλιά, τη λέγαμε Αθηνά και της στέλναμε άλλα δώρα. Κι ακόμη παλιότερα μια Μέδουσα μας φύλαγε και στοίχειωνε τα όνειρά μας.

Αλλά στον νέο μας οίκο, ο δρόμος της Παναγιάς μάς δείχνει περισσότερα απ' όσα θα μας έδειχνε ο δρόμος της Αθηνάς ή της Μέδουσας. Αυτό ήταν το στοίχημα της νέας σκέψης. Γι' αυτό και την επινοήσαμε. Όμως για το ίδιο πράμα μιλούσαμε και μιλάμε. Απλώς έχουμε τόσο πολύ αλλάξει, και μεις και τα νοητικά μας εργαλεία και οι τεχνικές μας.

Κι όσο δεν παίρνουμε απάντηση, τόσο μπλέκουμε τις εποχές και τα εργαλεία και τις τεχνικές. «Τούτη γης που την πατούμε όλοι μέσα θε να μπούμε», χορεύουμε παγανιστικά στο πανηγύρι της Παναγιάς. Κι Εκείνη χαμογελά. Γιατί έτσι την πλάσαμε. Σιγά μη θυμώσει. Κάποιοι επί γης εκπρόσωποί της, ίσως να θύμωναν. Άνθρωποι είναι κι αυτοί. Εκείνη, ποτέ.

Και θ' ανοιχθεί κι άλλος νέος δρόμος στο μέλλον. Θα 'ρθει κι άλλη νέα σκέψη. Και πάλι θ' αλλάξουμε Οίκο. Και ξανά θα σκεφθούμε αλλιώς. Γιατί ξανά θα' ρθει κάποτε η ώρα που ο δρόμος μας δε θα είναι πλήρης και ξανά θα ορμήξει καινούρια ιδέα να καταλάβει το επιστητό. Και πάλι κάποιοι από μάς θα ζωστούν τη νέα ιδέα, ρομφαία και βαγγέλιο και φραγγέλιο, και θα επιπέσουν επί των παλαιοαπίστων. Και πάλι, κάποιοι άλλοι από μάς θ' αναλάβουν να φυλάξουν Θερμοπύλας και ιερά και όσια και πάτριους ναούς. Και πάλι αίμα θα χυθεί.

Και οι άπω ιστορικοί, εκείνοι που το μέλλον μας θα τους είναι παρελθόν, θα τα εξετάζουν όλ' αυτά και θα τα εξιστορούν και θα μιλούν για νέα ονομασία παλαιών λατρευτικών αντιλήψεων.

Αλλά δε θα είναι έτσι. Δε θα πρόκειται για νέα ονομασία παλαιών αντιλήψεων. Θα πρόκειται για ένα εργαλείο που στην εποχή του φάντασε ως νέα λύση σ' ένα παλιό πρόβλημα.

Πρόβλημα πολύ πιο παλιό από το κάθε μέλλον.


--------------------

Ευχαριστώ Μανώλη και Κώστα για το έναυσμα. Και Βασίλη για τη νύξη προ ημερών.





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...