Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αικατερίνης






Ἡ Ἁγία Αἰκατερίνα, ἡ Αἰκατερίνη η Μεγαλομάρτυς. Η Αλεξανδρινή, η κόρη του αριστοκράτη Κώνσταντος. Ελληνολατινομαθής, σπουδαγμένη και πολύγλωσση. Απ’ έξω κι ανακατωτά τον Όμηρο και τον Βιργίλιο. Και τους Έλληνες ιατρούς και φιλοσόφους. Τους Αιγύπτιους μάγους και τους Έλληνες μάντεις. Αλλά και το σώμα του Χριστιανισμού – όλη την αντίληψη του καιρού της. Μαγικό πλάσμα. Μυθικό. Σοφή και πανέμορφη. Πενήντα ρήτορες τής έστειλε για να τη μεταπείσουν ο Μαξιμίνος ο Ρωμαίος, ο άρχων της Αιγύπτου, κι αυτή, κορίτσι πράμα, τους έκανε χριστιανούς. Άκου φίλε μου! Καθώς και τη σύζυγο τού Μαξιμίνου, τη Φαυστίνα που πήγε να την επισκεφθεί στη φυλακή. Και μαζί και τη φρουρά της, διακόσιους φαντάρους. Ο Ρωμαίος εξεμάνη και τους έκαψε ζωντανούς – ρήτορες, σύζυγο και φρουρά. Κι η Αικατερίνη να βασανιστεί στον τροχό. Έλα όμως που τα καρφιά του τροχού σπώνταν. Κι όταν οι βασανιστές επέμειναν να κάνουν τη δουλειά τους και το ζόρισαν το μηχάνημα, ο τροχός διαλύθηκε στα εξ ων συνετέθη, σαν από χέρι αόρατο. Είδαν κι απόειδαν οι άνθρωποι, και την αποκεφάλισαν. Ετών εικοσιτριών. Κι αντί αίμα, έρρευσε, λέει, γάλα.

Μήπως από το Εκατερίνα και τον Εκατερό, δηλαδή τον εκάτερο; Πιθανόν. Κάποιοι άλλοι ορκίζονται ότι είναι η καθαρή. Εντάξει, παρέτυμο, αλλά το πίστεψαν παντού και σήμερα το ανιχνεύουμε στις Κατερίνες όλου του κόσμου. Οι Άγγλοι, ας πούμε, την είπαν Catharine και Caren, Katelynne και Caitlyn, Cathie και Kathy. Κι οι Γάλλοι από κοντά: Carine, Kathareau και Catherine. Catharina και Cajsa και Karin οι Σουηδοί, Caterina οι Ιταλοί και Catherina οι Ισπανοί. Οι Σκωτσέζοι τη φώναξαν Kathey και οι Τσέχοι Katuška. Trina οι Σκανδιναβοί. Όσο για τους Τούρκους, αυτοί έχουν τη δική τους Akaterina. Οι Ούγγροι την Katalina τους και οι Ρουμάνοι την Cătălina από τα δικά τους τα μέρη. Οι Ρώσοι την Катерина (Κατερίνα), την Екатеринка (Γιεκατερίνκα), την Катя (Κάτια), την Катюша (Κατιούσα) και τη Рина (Ρήνα) τους. Κι εμείς την Κατερίνα, την Κάτια, την Καίτη και την Κατίνα μας. Στον κινηματογράφο το Καιτάκι μας, κι ο Γκάτσος τη Ρήνα Κατερίνα του.

Πού θα πας Ρήνα μου
Ρήνα Κατερίνα μου;
Στο γιαλό στην αμμουδιά
να με δούνε τα παιδιά.

Ήρθανε δυο παλληκάρια
σα θαλασσινά φεγγάρια
με γεμίσανε φιλιά
στην ακρογιαλιά.

[...]

Πού θα πας Ρήνα μου
Ρήνα Κατερίνα μου;
Στο βουνό στην εκκλησιά
να με δούνε τα νησιά.

Με αγάπη στις Κατερίνες μας. Στις έμορφες, με το ωραίο τ’ όνομα. Δεν τις κατονομάζουμε, μία μία. Ξέρουν αυτές.









Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...