Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Νομοθετικά και... παρενέργειες



Στην επιτροπή της Βουλής για το νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης που αφορά στις τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα, Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2019, ομιλών περί βιασμού και ποινικής αντιμετώπισής του, εις εκ των αγορητών προτρέπει:

«Μπείτε [...] στην ουσία των ψυχολογικών παρενεργειών [του βιασμού], που είναι η τάση στην αυτοκτονία, η τάση στην πορνεία, στην ομοφυλοφιλία, η σχολική αδυναμία, η έλλειψη συγκέντρωσης, το μίσος προς το άλλο φύλο, [η] εχθρότητα προς την κοινωνία, [οι] τάσεις προς αυτοκτονία. [...]»

Πάμε πρώτα στα εύκολα.

Παρενέργεια είναι η ανεπιθύμητη δευτερεύουσα ενέργεια μιας ουσίας (και, μεταφορικά, μιας πράξης) της οποίας η κύρια ενέργεια είναι άλλη, και μάλιστα επιθυμητή. Το φάρμακο που παίρνεις, ας πούμε, για να σου περάσει η μηκυτίαση, η μηκυτίασή σου πάει καλύτερα αλλά το στομάχι σου πάει για έλκος. Η αλοιφή που βάζεις για να βγάλεις μαλλιά, παθαίνεις έκζεμα στην κεφαλή σου. Δείρ' το το παιδί για να βάλει μυαλό, κι εκείνο σού γίνεται βίαιο κι αλητεύει.

Έλα μωρέ τώρα! Ακριβολόγε! Και οι αγορητές στις επιτροπές της Βουλής, άνθρωποι είναι κι αυτοί. Κι ο προφορικός ο λόγος, καμμία σχέση. Σαν όλοι μας. Δεν ήθελε να πει «παρενέργεια» ο χριστιανός. «Απόρροια» ήθελε να πει. «Συνέπεια». «Επακόλουθο». Αμάν πια!

Μετά όμως, κάτι εξακολουθεί να μην πηγαίνει καλά, βρε παιδί μου. Ξανακοιτάζεις προσεκτικά. Ξανακούς τι ειπώθηκε. Βάζεις το βίντεο ξανά και ξανά. Στο αργό, στο γρήγορο. Κι όμως. Καλά άκουσες. Κι αναρωτιέσαι. Εκείνη η ρημάδα η τάση προς την ομοφυλοφιλία, πώς παρεισφρέει μεταξύ των άλλων μαύρων συνεπειών και των κακών επακόλουθων από τα οποία κινδυνεύει το θύμα ενός κακουργήματος;

Και μεις που νομίζαμε ότι τον όποιο ερωτικό μας προσανατολισμό τον έχουμε επειδή έτσι είμαστε. Επειδή αυτό μας αρέσει. Κι ότι είναι καλό πράμα. Να τώρα που μαθαίνουμε ότι ο συγκεκριμένος και κακός είναι, αφού συμπεριλαμβάνεται στη λίστα με τα μύρια δεινά, αλλά και μπορεί να τον αποκτήσουμε με το ζόρι! Είναι δηλαδή δυνατόν να σου το κάνουν με τη βία, κι αυτό να σε μυήσει σε κάποια μορφή σεξουαλικότητας που δεν ήταν η δική σου αλλά τώρα πια σου αρέσει, γι' αυτό άλλωστε και υποκύπτεις! Αλλά πολύ κακώς που σου αρέσει.

Η βία, δηλαδή, μπορεί να σε εισαγάγει σε κάτι άσχετο και αντίθετό της. Σε κάτι θαυμαστό και πανέμορφο και επιθυμητό. Αλλά, προσοχή, μην ξεχνιόμαστε: σε κάτι απευκταίο. Είπαμε: ομοφυλόφιλος! Μια εγκληματική καταπάτηση της γενετήσιας αξιοπρέπειάς σου μπορεί να σε οδηγήσει στη μεγαλύτερη χαρά της ζωής σου: στην ανακάλυψη της ερωτικής σου ταυτότητας. Πράγμα που, Θεός φυλάξοι, καλύτερα να μη σου συμβεί. Όχι η καταπάτηση. Η ανακάλυψη.

Ακυβέρνητο αδιέξοδο. Άβυσσος. Οπότε η γλώττα λανθάνει. Και την «απόρροια» τη λέει «παρενέργεια».

Απελπισμένοι φόβοι και διάπυρες ελπίδες. Εύκολα μπλέκονται κι εύκολα συνταξιδεύουν. Κι όσο οι απαγορευμένες ελπίδες πυροδοτούν τους μαύρους φόβους, τόσο εκείνοι αναζωπυρώνουν τις υπνώττουσες ελπίδες. Το σφιχταγκάλιασμα μπορεί να κρατήσει μια ζωή. Είναι αυτοτροφοδοτούμενο. Θέλω αυτό που φοβάμαι, και τρομάζω μ' αυτό που θέλω. Η αλυσοδεμένη μου θέληση πεδικλώνει τον ορθό μου λόγο και κατακρημνίζομαι στην α-νοησία.

Σπαραγμός.



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...