Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πατροκτονία



Έτσι το αποκαλείς εσύ, όποτε αισθάνεσαι ότι επιχειρείται κάποιο πνευματικό «φάουλ». Κάποια «κλεψιά», ας πούμε. Κάποια καταστρατήγηση κανόνων πολιτισμού. Φαντάζει άσχετος ο όρος. Αυτή πια η επιμονή σου με τη λέξη. Σαν κάποτε κάποτε που μας κολλάει μια λέξη και τη χρησιμοποιούμε για πάσα νόσο. Σα μαϊντανός.

Κι όμως. Σκεφτόμουν ότι δεν έχεις άδικο.

Μπορούμε να αντιληφθούμε την ανθρώπινη περιπέτεια ως μια μετάβαση. Από τη μήτρα, από το υγρό και σκοτεινό, από το απτό και αντιληπτό στις αισθήσεις, ως μια μετάβαση σε τόπους φωτεινότερους, κατεργασμένους και σμιλεμένους: στη γλώσσα, στην επιστήμη, στον νόμο. Ως τη μετάβαση από τον μύθο στην ιστορία. Από τη μαγική τελετή στη θεατρική παράσταση. Ως μετάβαση που συσχετίζεται με τη άλλη μετάβασή μας, από την μητέρα προς τον πατέρα. Σαν μια μετάβαση σε τόπο όπου το αισθησιακό ερμηνεύεται και φωτίζεται, η χαοτική του δυναμική περιορίζεται και ό,τι επιμένει να ξεχειλίζει αποκτά δημιουργική ικανότητα. Άρα μπορούμε να αντιληφθούμε τη μετάβαση αυτή σαν την αυγή του πολιτισμού.

Είναι όταν ο δραστικός περιορισμός των ενορμήσεων επιβάλλεται από την κοινωνία προκειμένου να διατηρηθεί η συνοχή – και η ύπαρξη της τελευταίας. Περιορισμός με τον οποίο συσχετίζεται η ιερότητα του πατέρα: αυτός, αφού πρώτος περιστείλει κάθε ίδια απειλητική ικανότητα, καλείται να λειτουργήσει ως ο τον οικουμενικό νόμο κομίζων και εγγυώμενος. Και ως ο υποδειγματικός τηρητής του. Ως ο θεμέλιος του τόπου όπου υπάρχει νόμος υπεράνω όλων, οικείων και ξένων. Εκεί όπου η ισονομία είναι εξασφαλισμένη, και άρα και η επαλήθευση εντός μας του συστήματος. Καθιστάμεθα τότε ικανοί ν' ανοίξουμε τα φτερά μας. Να αντιληφθούμε ότι αυτά που πιστεύουμε δεν είναι γεγονότα, ούτε αυτά που πιστεύουν οι άλλοι. Το πατρικό νάμα μάς άλειψε αυτονομία.

Ο πίθηκος χτύπησε με λύσσα το κόκαλο χρησιμοποιώντας το ως όπλο κατά άλλων πιθήκων. Κι ύστερα, ανακαλύπτοντας τις ιδιότητές του ως εργαλείο, συνέχισε μ' αυτό να χτυπά και να σπάζει άλλα κόκαλα. Κι ένα από αυτά τα σπασμένα κόκαλα εκτινάχτηκε ψηλά στον αέρα. Ένα τεράστιο μηριαίο. Επίμηκες. Κι ύστερα, χιλιάδες χιλιάδων χρόνια περνούν σε μια στιγμή, κι αυτό που εκτινάχθηκε και περιστρεφόταν χαοτικά και τυχαία, τώρα επιστρέφει σαν ένας ωραίος επιμήκης διαστημικός σταθμός. Ένα τεχνολογικό θαύμα. Κι αυτός περιστρέφεται. Τώρα όμως κανονισμένα. Με τρόπο που τον διέπουν νόμοι που διασφαλίζουν τον σκοπό του.

Όταν μας βρίσκουν τραυματικές εξωτερικές εμπειρίες, προσωπικές ή κοινωνικές, η διαδρομή αυτή μπορεί να ανακοπεί και το υπερεγώ να πεδικλωθεί και να παλινδρομήσει στις σκοτεινές υγρές περιοχές, θεωρώντας πλέον κάθε τι που βρίσκεται εκτός ως εχθρικό. Την παλιά βουβή και συμβιωτική σχέση με τη μήτρα τώρα την επανιδρύουμε, βάζοντας στη θέση της κάποιο σύστημα πίστης. Υγρό, θερμό και παυσίλυπο. Προϋπόθεση για να απελευθερωθεί η αναλγητική του δράση είναι βέβαια η άκριτη υιοθέτηση των επιταγών του. Και η αυτονόμηση και η υποκειμενικότητα να εγκαταλειφθούν για να παραχωρήσουν τη θέση τους στην υποταγή στη συλλογική θέληση που κάποιο όργανο του εν λόγω συστήματος εκφράζει. Τώρα πια η επιθετική δράση κατά όσων βρίσκονται εκτός της μήτρας είναι αυτόματη, απόλυτα νομιμοποιημένη και αυτονόητη. Είμαστε εμείς και οι άλλοι. Εμείς και οι ξένοι. Κι ο νόμος μπορεί μεν να παραμένει υπεράνω όλων – ποιος τολμά να στραφεί ρητά εναντίον του! Αλλά αφού όλοι αυτοί δεν είναι δικοί μας, τι να σου κάνει ο νόμος, δεν ισχύει γι' αυτούς, αφού είναι, δε βλέπεις; ξένοι. Είναι Άλλοι.

Κουλουριαζόμαστε αυτιστικά σε στάση εμβρύου εντός τής ιδεολογίας μας, κι αφού η φύση απεχθάνεται το κενό, το έξω που εγκαταλείψαμε καταλαμβάνεται από απειλές και φαντάσματα που λυσσομανούν. Ο πατέρας δε λογαριάζεται πια. Τον έχουμε φονεύσει. Ενοχλούσε. Και μας αναστάτωνε. Τώρα έχουμε τις συναισθηματικές μας αντιδράσεις. Βομβίδες κρότου / λάμψης. Πυροτεχνήματα, κενά περιεχομένου, βασισμένα μόνο στην πίστη, που πια βιώνουμε ως γεγονός. Η κριτική σκέψη έχει εγκαταλειφθεί υπό το κράτος της συγκίνησης, της έκστασης και του πάθους. Το δίκιο έχει γίνει ισχυρότερο του δικαίου. Και η ιδεολογία νομιμοποίησε το τέρας: τώρα μπορούμε να προσδώσουμε υπόσταση και αιτιολογημένο σώμα στα ειδεχθέστερα εγκλήματα. Και χωρίς τον παραμικρό δισταγμό να προκαλέσουμε απέραντη δυστυχία και πόνο σε άλλους ανθρώπους.

Η πατροκτονία στην οποία αναφέρεσαι έχει πλέον συντελεσθεί, και η συντέλεια έχει επέλθει. Η μακρά νύχτα έχει αρχίσει.


-----------------------------

Σάββας Σαββόπουλος και Ζίγκμουντ Φρόιντ, Άρθουρ Κλαρκ και Ισαάκ Ασίμοφ. Αυτοί είναι οι πρώτοι που μου έρχονται στον νου. Και μ' αυτήν τη σειρά.









Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...