Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

虎!虎!虎!








Πρώτα .._.. κι ύστερα ... Κι ύστερα ησυχία. Και μετά πάλι: .._.. κι ύστερα ... Και πάλι ησυχία. Και μετά, άλλη μια φορά. Τρεις φορές.

Τον παλιό καιρό, έτσι στέλναν μήνυμα οι μαρκόνηδες. Οι ασυρματιστές δηλαδή. Μαρκόνης. Ο ασυρματιστής. Guglielmo Giovanni Maria Marconi, πρώτος Μαρκήσιος των Μαρκόνι. Ευγενής. Ευγενέστατος. Μπολονέζος. Από πατέρα Ιταλό και μάνα Ιρλανδή. Σχολείο δεν πήγε. Σπίτι ερχόνταν οι δάσκαλοι. Χημεία, Μαθηματικά, Φυσική. Στα δεκαοχτώ του ήξερε ήδη τον Χερτζ και τις εργασίες του. Και στα είκοσι είχε αρχίσει πειράματα με ραδιοκύματα. Στη σοφίτα. Στη Βίλα Γκριφόνε. Με βοηθό τον μπάτλερ του, τον Μινιάνι.

Είχε βέβαια προηγηθεί ο Μορς. Samuel Finley Breese Morse. Εφευρέτης και ζωγράφος. Αμερικάνος. Που είχε σκεφτεί τον τηλέγραφο. Με το μονό σύρμα. Αυτουνού ο μπαμπάς ήταν πάστορας. Καλβινιστής και μέγας υποστηρικτής των Φεντεραλιστών – να τα βρούμε με τους Άγγλους, τι δουλειά έχουμε εμείς μ’ αυτούς τους διαβολο Γάλλους;

Και πήγε —ο Μορς, ο μικρός— στο Γέιλ. Να σπουδάσει Φιλοσοφία των Θρησκειών. Και Μαθηματικά. Και τα πάντα περί Αλόγου, παρακαλώ. Ναι. Τον ενδιέφεραν τα άλογα και κάθε τι σχετικό. Κι εκεί που όλος ο κόσμος βρίσκει μια δουλειά για να μην πεινάει, αυτός ζούσε από τη ζωγραφική. Μέγας πορτρετίστας – μέχρι τον Τζον Άνταμς, τον Πρόεδρο, ζωγράφισε, και τον Τζέιμς Μόνροου. Και τον Μαρκήσιο Λαφαγιέτ, τον μεγάλο Γάλλο της Αμερικάνικης Επανάστασης. Βλέπεις ο Μορς αρμένιζε αλλιώς από τον μπαμπά του. Αντιφεντεραλιστής και γαλλόφιλος.

Τι λέγαμε; Α, ναι. Πρώτα .._.. κι ύστερα ... Μετά όλο μαζί ξανά. Τρεις φορές. Κι ύστερα ησυχία.

Γιατί ο Μορς γνώρισε και τον Νταγκέρ και ασχολήθηκε και με τη φωτογραφία. Δαγκεροτυπία, τότε. Και κάποιον Τζάκσον, έναν εξπέρ των ηλεκτρομαγνητικών. Και κατασυναρπάστηκε. Παρατάει ζωγραφικές και χρώματα και πινέλα, και κατοχυρώνει την πατέντα τού τηλεγράφου του. Και μαζί και του κώδικα με τ’ όνομά του. Μορς. Κάτι σαν αλφάβητο, αλλά με τελείες και παύλες. Δηλαδή με πατήματα πάνω σ’ έναν διακόπτη. Σύντομο πάτημα, τελεία. Επίμονο πάτημα, παύλα. Κι έφτιαξε το πρώτο τέτοιο αλφάβητο. Αλφάβητο σημάτων.

Είχαμε όμως μείνει στο .._.. κι ύστερα ... Κι ύστερα ησυχία. Τρεις φορές.

Όχι. SOS δεν είναι. S θα πει τρεις τελείες. Και O θα πει τρεις παύλες. Τόσο απλό. Άμα ακούσεις ..._ _ _... στα ακουστικά σου, ξέρεις τι άκουσες. Δεν ξέρεις; Αυτό όμως δεν είναι έτσι. Είναι .._.. κι ύστερα ... Τελεία - τελεία - παύλα - τελεία - τελεία, και μετά τρεις τελείες. Δε μπορεί αυτές οι τρεις τελείες να ‘ναι S. Γιατί τότε το .._.. τι είναι;

Δεν υπάρχει στον κατάλογο. Άρα δεν είναι λατινικό αλφάβητο. Γιατί, βλέπεις, το σύστημα Μορς είναι λατινικό αλφάβητο. Ο υπόλοιπος κόσμος όμως, δεν έμεινε με τα χέρια σταυρωμένα. Καθείς έφτιαξε και τον δικό του κώδικα. Άρα ψάχνουμε άλλη γλώσσα. Και για να είμαστε ακριβείς, ψάχνουμε γλώσσα που να μη γράφεται λατινικά. Όχι, λοιπόν, άλλη γλώσσα. Άλλο γλώσσα, κι άλλο γραφή. Άλλη γραφή ψάχνουμε.

Αρχίζει κι ευκολεύει. Ψάχνουμε κάτι που να μην γράφεται λατινικά. Ψάχνουμε .._.. κι ύστερα ... Τελεία - τελεία - παύλα - τελεία - τελεία, και μετά τρεις τελείες. Κάτι βρίσκουμε στα Κυριλλικά: .._.. σημαίνει Э. Και ... θα πει С. Δηλαδή S. Αλλά και πάλι. Τι σημαίνει τρεις φορές ЭС;

Τα ξαναβρίσκουμε όμως κι αλλού αυτά τα σήματα! Αυτή τη φορά όχι σε αλφάβητο ακριβώς. Σε μια συλλαβογραφή. Τα ξαναβρίσκουμε στην Κατακάνα. Είναι η μία από τις γραφές που χρησιμοποιούν τα ιαπωνικά, μαζί με τη Χιραγκάνα και τα Κάντζι. Συλλαβογραφή. Κάθε σύμβολο είναι συλλαβή – σύμφωνο και φωνήεν μαζί.

Στην Κατακάνα λοιπόν, το .._.. διαβάζεται ト. Δηλαδή to. Και το ... διαβάζεται ラ. Δηλαδή ra. Τρεις φορές κι έχεις tora, tora, tora.

Το κάντζι 虎, δηλαδή το γράμμα – λέξη tora, θα πει «τίγρη». Κάποιοι επισημαίνουν και ότι to και ra είναι και οι πρώτοι ήχοι των δύο λέξεων 突撃雷撃. Totsugeki raigeki. Επιχείρηση Κεραυνός.

Ό,τι και να πει, επτά Δεκεμβρίου ήταν. Λίγο πριν τις οκτώ το πρωί. Πριν ογδόντα χρόνια. Το 1941.




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...