Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Της Μεγαλομάρτυρος








Πώς έρχονται τα πράματα... Από δω τα βάνεις, από κει τα βάνεις, να 'τα στον ίδιο παρονομαστή.

Ήτανε που λες μια φορά μια έμορφη. Έμορφη πεντάμορφη και μυραναστημένη. Κόρη του Διόσκορου με τ’ όνομα, πλούσιου Έλληνα της Νικομήδειας, της μεγάλης και τρανής. Της πόλης που είχε χτίσει ο Νικομήδης Α΄ ο Φιλέλληνας – της πόλης πολύ κοντά στο Βυζάντιο, την κατοπινή πρωτεύουσα, την Κωνσταντινούπολη.

Εκεί λοιπόν μεγάλωνε αυτή. Τον καιρό του Αυτοκράτορα του Μαξιμιανού. Κόρη λαμπρή κι αστραφτερή, τόσο που ο πατέρας της δεν το άντεχε. Οι γριές οι δούλες του πάσχιζαν να τον φέρουν στα συγκαλά του.

– Εμ καλά, πώς κάνετε έτσι και σεις!
– Αμ πώς να κάνω! Δεν τη βλέπεις; Δεν είν’ άνθρωπος αυτό!
– Ελάτε τώρα! Ε, είναι όμορφη, εντάξει. Θα πάρει κι ένα καλό παιδί και θα ευτυχήσει – όλα θα ’ρθούν στη θέση τους – η πρώτη θα ’ναι;
– Ένα καλό παιδί; Και ποιος είν’ άξιος να πάρει εμένα το κορίτσι το δικό μου; Αυτοί ’ναι όλοι τους χαμένα κορμιά. Α πα πα!
– Καλέ τι ’ν’ αυτά που λέτε – έτσι γίνεται με τα κορίτσια – βρίσκουν έναν χριστιανό, τον παντρεύονται και όλα καλά.

Αυτό με τον χριστιανό ήταν η λάθος ατάκα. Ήταν που ήταν ερωτευμένος με το κορίτσι του ο μαύρος, είχε και κόλλημα με τους καταραμένους τους χριστιανούς, την είδε στραβά.

– Το κορίτσι μου με χριστιανό; Τι λέτε ρε. Θα φτιάξω πύργο και θα την κλείσω μέσα εγώ. Να μην την ιδεί μάτι ανθρώπου.

Τι πέσαν πάνω του να τον μεταπείσουν, βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου, αμάν άνθρωπέ μου, τίποτ’ αυτός. Εκεί. Βάνει και φκιάνουν σχέδια κι αρχίζουνε το χτίσιμο.

Παρακολουθούσε η μικρή, και πού ν’ αντιμιλήσει στον πατέρα της. Έλα όμως που —ως συνήθως, αλλιώς τα θέλει ο γονιός, άλλ’ αντ’ άλλων το παιδί— έλα που η δικιά σου ήδη μελετούσε τη νέα θρησκεία. Κι εκτός από πανέμορφη ήταν και πανέξυπνη. Και τα ’παιρνε τα γράμματα και πουλιά στον αέρα έπιανε και καταλάβαινε και μια χαρά τι της γινόταν. Πάει λοιπόν ένα πρωί και πιάνει τους μαστόρους εκεί που δουλεύαν.

– Αυτό εδώ είναι το δωμάτιό μου;

Ζαλίστηκε αυτός που την είδε – κόντεψε να πέσει από τη σκαλωσιά. Με το ζόρι βρήκε τη φωνή του.

– Μάλιστα, δεσποινίς.

– Εμ, κοτζάμ πύργος κι εγώ θα κάθομαι ολημερίς σ’ αυτήν εδώ την τρύπα; Δωμάτιο με δύο μόνο παράθυρα; Ανοίχτε κι έν’ ακόμα. Τρία παράθυρα να ’χει. Να ’ρχεται φως να μπαίνει, να με βλέπει η μέρα ν’ ανασαίνω.

Και περνάει μια τ’ απαλά της δάχτυλα στο μάρμαρο, κι ευθύς χαράχτηκε σταυρός, λες και τον είχε σκαλίσει καλέμι σιδερένιο.

Όλο το φως του κόσμου να ’ρχεται να σε βλέπει, πουλάκι μου, μέθυσε ο καημένος ο μάστορης. Να γελάει ο Θεός και να ομορφαίνει η πλάση. Χίλια κομμάτια έγινε. Έπιασε βοηθούς και παραγιούς.

– Ακούσατε ρε τι είπε η δεσποινίς;

Πώς δεν είχαν ακούσει. Στα χείλη την κοιτάζαν. Σα χάνοι.

– Δε σας βλέπω να τσακίζεστε! Γκρεμιστείτε! Μέχρι το μεσημέρι να το ’χετε ανοίξει το παράθυρο. Ρεμάλια.

Ματώσαν τα τσιράκια, σκοτωθήκαν τα καημένα, εγώ είμ’ ο καλύτερος, όχι εμένανε κοίταξε αυτή – μέχρι το μεσημέρι το ’χαν το τρίτο παράθυρο έτοιμο. Γυρίζει απ’ τις δουλειές ο Διόσκορος, του φέρνουν οι υπηρέτες να πλυθεί να φάει, γυρνάει κοιτάει το γιαπί, μένει στήλη άλατος.

– Ποιος σας είπε ρε ν’ ανοίξετε τρίτο παράθυρο; Δύο δεν έχω εγώ σχεδιασμένα εδωπέρα; Πώς την κάνατε αυτήν τη δουλειά;
– Το κορίτσι σας μας το ζήτησε, κύριε Διόσκορε! Χατίρι να της χαλάσουμε της έμορφης;

Ταμπλάς του ’ρθε του πατέρα.

– Σας την έφερε η αναθεματισμένη. Κακό χρόνο να ’χει το παλιόπαιδο! Την Αγία Τριάδα σάς έβαλε να παραστήσετε –  έχει γίνει χριστιανή, η άτιμη. Αμ τώρα θα σ’ τη σιάξω εγώ!

Βγάνει το ξίφος να την κυνηγάει σ’ όλο το αρχοντικό. Τι πέσαν πάνω του, τι να τον κρατήσουν, τι να προλάβουν, λυσσασμένος ο έρημος ο τράγος, εκεί, ναν τη σφάξει την παιδούλα. Σκιάχτηκε αυτή, το σκάει, πάει και κρύβεται στα όρη. Αφηνίασε αυτός. Πάει και βρίσκει τον Ρωμαίο έπαρχο της πόλης, τον Μαρτινιανό.

– Το παλιόπαιδο κρύβεται στο βουνό. Έγινε χριστιανή, άρχοντά μου. Πιάστηνε.

Στέλνει ο Μαρτινιανός τη δωδεκάδα, τη φέρνουνε στο παλάτι.

– Τι ακούω από τον κύριο πατέρα σας; Έχετε προσχωρήσει σ’ αυτήν την ανοησία που μας κατακλύζει και απειλεί να διαλύσει τη νεολαία μας και το κράτος μας;

Δεν ήταν ηλίθια η μικρή, ούτε μάσαγε. Του τα ’πε ένα χεράκι του Μαρτινιανού, έδωσε αυτός διαταγή να τη ρίξουν στα μαρτύρια. Και τι δεν της κάναν. Την σέρναν σ’ όλη την πόλη να την ιδεί ο κόσμος γυμνή να την ντροπιάσουν. Κι από κοντά ο πατέρας.

– Δώστε της να καταλάβει τη σιχαμένη. Ακούς εκεί, ν’ ατιμάζει το σπιτικό της! Το ρεμάλι!

Ο Μαρτινιανός δεν ήταν βλαξ. Εδώ ήταν προφανές ότι το θέμα ξέφευγε. Δεν ήταν πια μια βρωμοχριστιανή ναν τη συγυρίσει. Εδώ κάτι έπαιζε με πατέρα και κόρη. Εσωτερικό ήταν το ζήτημα. Έμπειρος ήταν, το πέταξε το μπαλάκι.

– Δίκιο έχετε. Της αξίζει βαριά ποινή, το παλιοκόριτσο. Την αφήνω στα χέρια σας. Εσείς είστε ο κύριος και αυθέντης της.

Τσίμπησε ο σαλεμένος ο πατέρας, βγάνει το μαχαίρι του και την έσφαξε τη βασανισμένη ο ίδιος με τα χέρια του. Πατρικαίς χερσί τω πατρικώ ξίφει την τελείωσιν δέχεται. Εκεί. Στο γόνατο.

Κι έγινε ησυχία.

Τέτοιο κενό δε γίνεται. Με μιας σκοτείνιασε ο ουρανός – μαζεμένη οργή από ώρα κι οι δυνάμεις σωρεύονταν. Μαυρίλα απερίγραπτη. Χιμάει ο κεραυνός από ψηλά και σκίστηκεν ο τόπος. Κακό και βρόντος και χαμός. Τινάχτηκαν όλα συθέμελα και κουνήθηκε το βουνό. Χίλιες φωτιές κατέκαψαν το μέρος. Κι έμεινε ο πατέρας κάρβουνο, στη στιγμή, ένα κομμάτι τοσοδούλι, ένα τίποτα στο χώμα πεταμένο – ένα με τα καμένα φρύγανα.

Και είδεν ο κόσμος και εθάμαξε και τρόμαξαν οι αθρώποι – να, σου λέει, τι γίνεται άμα γυρίσει και σ’ εύρει τόσο κακό που σκόρπισες. Στάχτη και μπούρμπερη.

Και σκέφθηκαν και είπαν, αυτή άγιασε – γι’ αυτό γινήκαν τόσα θάματα μαζεμένα. Και φοβήθηκαν και τη λάτρεψαν. Την κράτησαν στην ψυχή τους – εκδικήτρα κι αστραπή. Πάντα νέα και πανέμορφη, του κεραυνού αφέντρα κι αδερφή.

Περάσαν χρόνια, έκτοτε, και ζαμάνια. Άλλαξε ο κόσμος, ήρθαν τα πάνω κάτω – ο άνθρωπος όμως αλλάζει; Δεν αλλάζει. Μάθαν κάποτε τη μπαρούτη και τα πυροβόλα, και το ξαναθυμήθηκαν το περιστατικό.

– Ρε σεις, σαν κείνον κει τον βλάκα που ’πεσε ο ουρανός στο κεφάλι του και τον έκαψε, τέτοιος εφιάλτης είναι αυτό εδώ που ανακαλύψαμε.
– Φωτιά και όλεθρος! Ναι, ρε. Πώς τη λέγανε την έρημη την Αγία την αστραπή;
– Τη Βαρβάρα, ρε;
– Α, γειά σου. Βαρβάρα!

Και τη θυμήθηκαν. Και την εκάνανε προστάτιδα του Πυροβολικού. Και πάσης εκρήξεως. Και των ανθρακωρύχων και των λατομείων. Και φύλακα από τον θάνατο τον ξαφνικό. Συνομιλήτρια του σοκ. Βαρβάραν τὴν Ἁγίαν τιμήσωμεν· ἐχθροῦ γὰρ τὰς παγίδας συνέτριψε, καὶ ὡς στρουθίον ἐῤῥύσθη ἐξ αὐτῶν, βοηθείᾳ καὶ ὅπλῳ τοῦ Σταυροῦ ἡ πάνσεμνος.

Κι ευρήκαν ο κόσμος θέση για την Αγία των κανονιών, και τη βάλαν στη μέση και θρονιάστηκε, και πια τα προστατεύει, όλα τα κανόνια, και όλες τις πυριτιδαποθήκες και τις εκρήξεις όλες, κι όλους τους πυροσβέστες, σ’ όλην την Αυτοκρατορία.

Santa Barbara στην Ιταλία, Barbe d'Héliopolis στη Γαλλία, Варвара Илиопольская στη Ρωσία,  Bárbara de Nicomedia στην Ισπανία, Barbara von Nikomedien στη Γερμανία, Света Варвара στη Βουλγαρία, και βέβαια Saint Barbara στον αγγλόφωνο κόσμο.

Γιατί βάρβαρος εσήμαινε βαρ βαρ. Που δε μιλούσε ελληνικά. Για τους άντρες. Βαρβάρα όμως, τότε, παλιά, ήταν πολύ καλή κουβέντα για κορίτσι. Εσήμαινε πανέμορφη. Σαν ξένη. Σαν αλλούτερη.

Βαρβάρα. Εσήμαινε το πλάσμα. Την ξωτικιά.







Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σημεία

Καὶ ἐκόντευε νὰ παρέλθῃ ἡ μέρα τῆς πεντηκοστῆς, καὶ ἦσαν ἅπαντες μαζεμένοι ὁμόθυμοι. Καὶ ἐγένετο ἐξαίφνης ἐξ οὐρανοῦ ἦχος, ὥσπερ πνοὴ βιαία νὰ ὁρμᾷ ὁποῦ ἦσαν καθήμενοι, καὶ ἐγέμισεν ὁ οἶκος ὅλος. Και ὡσὰν να ἐξεχωρίστηκαν γλῶσσες φωτιᾶς, ἔκατσε καθεμιὰ στὸν καθένα τους, κι ἐγέμισαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν λαλιαῖς ἄλλες, καθὼς ποὺ τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς καὶ μιλοῦσαν. Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ κατοικοῦσαν Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους ὑπὸ τὸν ἥλιον. Γενομένης δὲ τῆς βοῆς ταύτης, ἐμαζεύθη πλῆθος. Καὶ τὰ ἔχασαν, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος στὴν δική του τὴν λαλιὰν νὰ τοῦ μιλούν. Κι ἐξίσταντο πάντες κι ἐθαύμαζον, λέγοντες πρὸς ἀλλήλους: καλὰ, Γαλιλαῖοι δὲν εἶναι πάντες αὐτοὶ οἱ λαλοῦντες; πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τη δική του τὴν λαλιά, τὴν μητρική; Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς Κυρήνης, καὶ οἱ παρεπιδημοῦντες ...

Σαρανταπέντε

Σαρανταπέντε είναι. Δε μπορεί. Κάποιος απ’ όλους θα ’ναι δικός σου. Γνωστός, φίλος, φίλος φίλου, φίλη, φιλεναδοφίλη – έχουμε απ’ όλα. Γιάννης και να γειάνεις είναι διπλανά, δεν είναι; Μπα. Ρίμα κάνει, τον κορέκτορα μπερδεύει, αλλά δεν έχει σχέση. Ή, νομίζεις ότι Ιωάννης κάτι έχει με αυγή. Το φως. Αλλά ούτε. Δεν είναι καν ελληνικά. Εβραίικα είναι. Yəhôḥānān (יהוחנן) και πιο σύντομα Yôḥānān (יוחנן). Δεν είμαστε και πολύ  μακριά από τον Εβραίο Θοδωρή. Το όνομα θα πει δώρο Θεού ή ο Θεός γενναιόδωρος. Παίζει κι έτσι, παίζει κι αλλιώς. Όπως το πάρεις. Κι έχουμε και τον Yaḥyā (يحيى). Αραβικά. Στο Κοράνι, στο Σουράτ Μαριάμ, ο γιός τού ηλικιωμένου Ζαχαρία και της επίσης ηλικιωμένης και στείρας γυναίκας του (19:1-15). Που όμως το Βιβλικό του όνομα είναι Yūḥannā (يوحنا). Όπως και να ΄χει, όχι σαρανταπέντε – εκατόν πέντε είναι, ζωή να ’χουν. Και τους ξέρουμε όλους. John F. Kennedy, Joan Baez, Johnny Depp, Jane Fonda, Janet Jackson, Janis Joplin, Jean Simmons για να πιάσουμε τους αγγλοτέτοιους....

Super flumina Babylonis

Super flumina Babylonis ilic sedimus et flevimus dum recordaremur tui, Sion in salicibus in medio eius suspendimus organa nostra. Στους ποταμούς της Βαβυλώνος εκεί καθίσαμε και κλάψαμε ενώ σε αναθυμόμασταν, Σιών (και) πάνω στις ιτιές, καταμεσής (της Βαβυλώνος) κρεμάσαμε τα όργανά μας. Πρόκειται για τους στίχους από τον Ψαλμό 136 κατά την εβραϊκή αρίθμηση (137 στη Βουλγκάτα), διάπυρη στιγμή του διωγμού, παρακάτω στη Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα: Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών· ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν· Οι Εβραίοι είναι εξόριστοι στους ποταμούς της Βαβυλώνας. Υποδουλωμένοι πλέον, θυμούνται την Ιερουσαλήμ και θρηνούν. Κι εκεί, στη Βαβυλώνα, πάνω στις ιτιές, κρεμούν το τραγούδι τους και δε θα το ξαναπιάσουν. Γιατί αυτοί που τους έφεραν εκεί, τους ζήτησαν να ψάλουν ιερά τραγούδια. Και τους έλεγαν: ψάλετέ μας τα ιερά άσματά σας, της Σιών. Κι οι Εβραίοι έλεγαν: πώς θα ψάλουμε εδώ τα ιερά μας άσματα; εδώ, στην...