Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Εμμανουήλ










Καμιά φορά και δύο λέξεις: עִמָּנוּ אֵל. Ιμάνου Ελ. Συνήθως μία: עמנואל. Ιμάνουελ. Μαζί μας (ιμάνου) ο θεός (ελ).

Είχε λάβει το σημείο ο Ησαΐας: τα πυρωμένα κάρβουνα που του είχαν εξαγνίσει τα χείλη. Ότι τα χείλη αυτά αλήθεια θα έλεγαν. Αυτόν ρώτησε ο Άχαζ, ο βασιλιάς τού Οίκου του Δαυίδ, ο γιος του Ιωάθαμ κι εγγονός του Οζία. Τι να κάνω, τον ρώτησε. Τι να κάνω τώρα που ο Ρασεὶμ, ο βασιλιάς του Αράμ, της Συρίας δηλαδή, και ο Φακεὲ, ο γιος τού Ρομελία και βασιλιάς τού Ισραήλ, έχουν συμμαχήσει για να κυριέψουν την Ιερουσαλήμ.

Τι να κάνει τώρα που το Βασίλειο του Βορρά, είχαν συμμαχήσει με τους Σύριους κατά των Ασσυρίων κι απειλούσαν και αυτόν; Τον βασιλέα της Ιερουσαλήμ;

Ιερουσαλήμ. Και Ιεροσόλυμα. יְרוּשָׁלַיִם. (Γ)ιερουσαλάιμ. Αρχαία Ασάμ. Και Ρουσλάμ. Κι αργότερα, από τον καιρό του Δεύτερου Ναού, από τον πρώτο αιώνα μ.Χ., Ουρσαλίμα. Με καταγωγή από τον Χαναανίτη θεό της Δύσης του Ηλίου – έτσι πιστεύουμε. Τον Σάλεμ. שלם είναι η ρίζα. Βλέπεις, έτσι λειτουργούν αυτές οι γλώσσες, οι σημιτικές – γράφεις σλμ —τρία σύμφωνα, σιν, λάμεντ και μεμ— κι έχεις σαλίμ, σάλεμ, σαλάμ, σαλόμ, ισλάμ. Ποταμός λέξεων για την ολοκλήρωση, την υποταγή, την ειλικρίνεια, την ασφάλεια και την ειρήνη. Ουρ, που σχετίζεται με το ιδρύω, θεμελιώνω, και σλμ. Ιδρύω ή θεμελιώνω, θεό ή θρησκεία.

Τι να κάνω, είχε ρωτήσει λοιπόν ο Άχαζ τον Ησαΐα. Κι ο Κύριος παρήγγειλε τού Ησαΐα να τον καθησυχάσει: μὴ φοβοῦ, μηδὲ ἡ ψυχή σου ἀσθενείτω ἀπὸ τῶν δύο ξύλων τῶν δαλῶν τῶν καπνιζομένων τούτων. Μη φοβάσαι· μην αποκαρδιωθείς απ’ αυτά τα δύο σβησμένα δαυλιά που καπνίζουν, τον Φακεέ, και τον Ρασείμ. Δεν θα πραγματοποιηθή η θέλησή τους. Ακόμη εξήντα πέντε χρόνια και θα εκλείψει η βασιλεία τού Εφραίμ. Δώσει Κύριος αὐτὸς ὑμῖν σημεῖον· ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει, καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ. Ο ίδιος ο Κύριος θα σας δώσει σημείον· ορίστε, η παρθένος θα συλλάβει στη γαστέρα και θα γεννήσει υιόν, και θα τον πεις Εμμανουήλ.

Κι ο Ματθαίος, επτακόσια χρόνια αργότερα, μας έδωσε και τη μετάφραση: ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον μεθ’ ἡμῶν ὁ θεός. Που θα πει, ο θεός μαζί μας. (1, 23).

Αλλά συνηθίζεται στις γραφές, λέει ο Χρυσόστομος, «τα συμβαίνοντα πράγματα αντί ονομάτων τιθέναι». Να αποκρυσταλλώνεις βούληση και ενέργεια για όταν θα είναι ώρα. Κάτι σαν τσιπάκι με έτοιμο κώδικα. Το γεγονός της ενσάρκωσης, το γεγονός των δύο φύσεων, της θείας και της ανθρώπινης, να το λες μ’ ένα όνομα. Μανουήλ. Για όταν θα ’ναι ώρα. Ο θεός μεθ’ ημών.

Και μπορείς και να το στριφογυρίσεις. Άνθρωπος είσαι, πρώτη φορά θα ’ναι; Gott mit uns, γράφαν στα εμβλήματά τους ο Πρώσοι και οι Γερμανοί Αυτοκράτορες. Αλλά και οι Γερμανοί φαντάροι στον Πρώτο και Δεύτερο Πόλεμο, έτσι γράφαν στην αγκράφα της ζώνης: Gott mit uns. Μια ερμηνεία που είχε αρχίσει να απλώνεται δύο χιλιάδες χρόνια νωρίτερα: nobiscum Deus ήταν η πολεμική κραυγή τών λεγεώνων τής Ρωμαϊκής και αργότερα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Και τον δέκατο έβδομο αιώνα, του Gustav II Adolph του Μεγάλου, του Σουηδού βασιλιά, αυτό ήταν το σύνθημα. Ακόμη και σήμερα τραγουδούν οι Sabaton οι Σουηδοί χεβιμεταλάδες την μάχη του Breitenfeld, την Slaget vid Breitenfeld, την μεγάλη μάχη τού τριακονταετούς πολέμου: Gott mit uns, våran konung har talat. Ο θεός μαζί μας. Ο βασιλιάς μίλησε.

Πώς έχει γίνει και οι μισοί Κρητικοί είναι Μανώληδες, κανείς δεν ξέρει. Μανώληδες και Μανωλιοί. Όνομα χωρίς τον άγιό του. Χωρίς κάποιον να μαρτύρησε ή να έκανε θαύματα. Όνομα σκέτο. Όνομα πνεύμα.

Κι επώνυμο. Τι Μανωλεδάκης, τι Μανωλιδάκης, Εμμανουήλ, Μάνος, Χατζημανώλης και Χατζηεμμανουήλ, Μανωλικάκης, Παπαεμμανουήλ – δεν συμμαζεύεται.

Και Μανόλης, με όμικρον, αυτοί που ήθελαν να σηματοδοτήσουν τον γλωσσικό και, με την τροπή που είχαν πάρει τότε τα πράματα, μάλλον και τον πολιτικό τους προσανατολισμό. Ο Τριανταφυλλίδης, ας πούμε, και ο Ανδρόνικος.

Και παροιμία, αφού μας κάνει η ομοιοκαταληξία: άλλαξε ο Μανωλιός, κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς. Μία από τα ίδια, δηλαδή. Και θα πεις το Χριστό Μανόλη, που λένε για τα καψόνια τους οι νεοσύλλεκτοι φαντάροι. Τον Μανωλιό τον βάλανε σ’ ένα καράβι μούτσο, και ήρθε ένα σκυλόψαρο, και του ’φαγε το πόδι, που λέει και η μαντινάδα. Εντάξει αυτό δεν έχει ομοιοκαταληξία. Έχει όμως Μανωλιό.

Μανουήλ οι Τραπεζούντιοι, οι Κομνηνοί. Μανουήλ ο Μυστριώτης Δεσπότης, ο Παλαιολόγος. Μανουέλ ντε Φάλια ο Ισπανός Μάγος Έρωτας, El Amor Brujo. Ιμάνουελ Καντ, ο Γερμανός Καθαρός Λόγος, Kritik der reinen Vernunft. Vittorio Emanuele II ο παλιός Ιταλός βασιλέας, και Emmanuel Jean-Michel Frédéric Macron, ο σημερινός Γάλλος Πρόεδρος.

Και Μάνος, ο Χατζιδάκις μας.








Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...