Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Κλίμαξ

Εἶδον σπόρον ἐν γῇ ἀκουσίως ἐκπεσόντα, καὶ καρπὸν πολύν, καὶ εὐθαλῆ πεποιηκότα· ὥσπερ καὶ ἔμπαλιν.

Σύρος αυτός. Λεβαντίνος. Από το Λεβάντε δηλαδή. Από την Ανατολή. Έτσι τα είπαν εκείνα τα μέρη, Ανατολική Μεσόγειο ή Δυτική Ασία, όπως θες πες το. Μείζων Συρία, βρε παιδί μου. Δυτικά του Ευφράτη και βόρεια της Αραβικής Ερήμου. Εκεί που σήμερα είναι Λίβανος, Ιορδανία, Συρία, Ισραήλ, Παλαιστίνη και κομμάτι Νότια Τουρκία. Όλο αυτό.

Σύρος. Κι έγραφε ελληνικά. Διότι εκείνα τα χρόνια, τα μέρη αυτά είχαν περάσει από τα ελληνιστικά βασίλεια στους Ρωμαίους, κι από κει στους Ρωμαίους της Ανατολής, όρα Βυζάντιο. Οπότε δεν ετίθετο γλωσσικόν ζήτημα. Ελληνικά. Ήταν δηλαδή Ρωμαίος, ο φίλος.

Και ήταν και Χριστιανός. Σπουδαία εφεύρεση το Βυζάντιο: τέτοια χρόνια, στον έκτον αιώνα δηλαδή, δεν πα να ’σουν απ’ όπου ήθελες. Ήσουν όμως Ρωμαίος πολίτης, ήσουν Χριστιανός και μιλούσες κι έγραφες ελληνικά. Άπαιχτο.

Εν πάση περιπτώσει, ο δικός μας ήταν και διανοούμενος. Σηκώθηκε, μόλις στα δεκάξι του, και πήγε στην Ιερά Μονή του Όρους Σινά να ησυχάσει, λέει, και να μελετήσει τα Πατερικά κείμενα. Τα μεγάλα συγγράμματα. Γιατί τότε τα αντιγράφαν οι μοναχοί στο χέρι τα σπουδαία κείμενα. Κώδικες, έτσι λέγονταν. Ήδη από τον τέταρτον αιώνα, ο Κωνσταντίνος είχε δώσει εντολή στον Καισαρείας Ευσέβιο να ετοιμάσει πενήντα τέτοιους κώδικες. Με ολόκληρη την Αγία Γραφή. Για να παν στις εκκλησίες, να ’χουν όλες από έναν. Κι ένας από δαύτους υπήρχε και στην Ιερά Μονή του Όρους Σινά, της Αγίας Αικατερίνης. Ο Codex Sinaiticus. Τετράστηλο χειρόγραφο, σε βιβλική μεγαλογράμματη. Όλα κεφαλαία, δηλαδή – έτσι γράφαν τότε. Είχαν παρατήσει τους παπύρους και γράφαν σε περγαμηνές. Γι’ αυτόν τον κώδικα είχαν δουλέψει τρεις διαφορετικοί γραφιάδες. Κι ένα σωρό σοφοί είχαν σημειώσει σχόλια πάνω στα φύλλα του. Ε, δεν αφήνεις τα εγκόσμια να πας να τον μελετήσεις;

Έτσι σκέφτηκε ο δικός μας. Και πήγε. Έκανε δόκιμος ένα διάστημα, κι ύστερα εκάρη μοναχός και πήρε τ’ όνομα Ιωάννης. Μέχρι τα 35 του που κοιμήθηκε ο Γέροντάς του, ο Μαρτύριος. Οπότε πήγε κι αυτός και βρήκε μια ερημιά στους πρόποδες του Σινά, να ησυχάσει περαιτέρω και να μελετήσει έτι περαιτέρω. Έτσι την είχε δει. Μέχρι που τριάντα χρόνια μετά, ήρθαν και τον βρήκαν από τη Μονή του Σινά.

– Να ’ρθείτε στη Μονή, πάτερ.
– Δεν ημπορώ, παιδί μου, είμαι γέρος.
– Έναν σοφό γέροντα χρειαζόμαστε, πάτερ.
– Δεν ημπορώ παιδί μου, δεν είμαι σοφός.
– Χα χα, μόλις προδοθήκατε ότι είστε και σοφός, πάτερ.

Τον πιάσαν, τον βάλαν πάνω στη γκαμήλα, και τσουπ στο μοναστήρι. Ηγούμενος. Έμεινε λίγα χρόνια. Αλλά δεν ήταν φτιαγμένος για τέτοια. Άφησε άλλον στο πόδι του, και σηκώθηκε και ξαναπήγε στην αγαπημένη του έρημο. Για λίγο. Και στα ογδόντα του, ήρθε και τον πήρε ο ύπνος.

Αλλά τα γραπτά του δεν είναι ενός αγράμματου παιδιού που πήγε σε μοναστήρι κι έμαθε γράμματα από τις Γραφές. Τα ελληνικά του είναι σπουδαία και μαρτυρούν βαθιά παιδεία, όλο ρητορικά σχήματα και παρομοιώσεις, μεταφορές υψηλού συμβολισμού και σπουδαία φιλοσοφική αντίληψη. Τόσο που να σκεφτόμαστε ότι αυτή η ιστορία που τον θέλει να πηγαίνει μοναχός στα δεκάξι του, μάλλον δεν στέκει και πολύ. Πρόκειται φαίνεται για σχήμα φορετό – έτσι τα θέλει η κατήχηση. Ο Ιωάννης πρέπει να ’ταν νομικός. Και καλοσπουδαγμένος φιλόλογος και φιλόσοφος.

Τέλος πάντων, ό,τι και να ’ταν ο Ιωάννης, ανάμεσα στ’ άλλα, μας άφησε και την Κλίμακα. Διότι περί αυτού πρόκειται. Περί του Ιωάννη της Κλίμακος. Της Κλίμακος της Θείας Ανόδου. Την και Scala Paradisi. Ένα αριστούργημα της Εκκλησιαστικής Γραμματείας. Φαίνεται ότι του είχε γράψει ο συνονόματός του ο Ιωάννης, ο ηγούμενος της Μονής Ραϊθού.

– Δε μας στέλνετε κανένα κειμενάκι περί πνευματικής ζωής να ’χουμε να μελετάμε;
– Και τι ξέρω εγώ, παιδί μου, από τέτοια;
– Ελάτε τώρα. Ό,τι ξέρετε. Αυτά να γράψετε.
– Καλά. Θα δω.

Κι έγραψε τον Λόγο τον Ασκητικό, τον επονομαζόμενο «Πλάκες Πνευματικές». Τριάντα κεφάλαια, υποτίθεται συμβουλές για την ασκητική ζωή. Τριάντα «Λόγοι» που εξηγούν τις αρετές κι αρχίζουν από τα χαμηλότερα και σκαλί σκαλί παν στα υψηλότερα.

Στον πρώτο Λόγο, τον Περί αποταγής, πώς δηλαδή να απαρνηθείς, πώς να αποκηρύξεις, πώς ν’ αλλάξεις ζωή —αποτάσσομαι, απεταξάμην— και πώς να μη γυρίσεις πίσω, εκεί είναι γραμμένο το απόσπασμα: να μην κατακρίνουμε. Και να μην αποστρεφόμαστε. Έχω γνωρίσει λιποτάκτες που μόλις γνώρισαν τον Βασιλέα τον ακολούθησαν και δείπνησαν μαζί του. Κι είδα σπόρο καταγής, που ’χε πέσει τυχαία, κι έκανε πολύν και καλόν καρπό, και πάλι είδα και το αντίθετο.

Ποιους μοναχούς; Τα Ιερά Κείμενα ως μάνιουαλ ψυχικής υγιεινής. Ως οδηγίες προς όλους τους ναυτιλλομένους.




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...