Ο Αλέξανδρος δε και γάμους εποίησεν εις τα Σούσα, δικούς του και των Εταίρων. Αυτός μεν, εκ των Δαρείου των θυγατέρων την πρεσβυτέραν, την Βαρσίνην, αυτήν επαντρεύτηκε, και, καθώς λέγει ο Αριστόβουλος, επήρε κι άλλη, την νεωτέρα των θυγατέρων τού Ώχου πήρε, την Παρύσατη. Ήν δε ήδη παντρεμένος και με του Οξυάρτου του Βακτρίου το παιδί, την Ρωξάνη. Την Δρύπετη δε, την έδωκε στον Ηφαιστίωνα, Δαρείου κόρη κι αυτήν, αδελφή της δικιάς του γυναικός, θέλοντας γαρ τα παιδιά τους των δυο, τα δικά του και του Ηφαιστίωνος, να βγουν ξαδέρφια. Στον δε Κρατερόν έδωκε την Αμαστρίνην, το παιδί του Οξυάρτη, του αδερφού τού Δαρείου, και στον Περδίκκα το παιδί του Ατροπάτου, του σατράπου της Μηδείας. Στον Πτολεμαίο, τον σωματοφύλακα, και στον Ευμένην, τον γραμματέα τον βασιλικόν, έδωκε τα παιδιά τού Αρταβάζου – στον μεν την Αρτακάμαν, στον δε την Άρτωνην. Και στον Νέαρχον το παιδί της Βαρσίνης και του Μέντορος. Και στον Σέλευκον την Απάμαν, το παιδί του Σπιταμένους του Βακτριανού.
Ωσαύτως και στους άλλους Εταίρους έδωκε τα ευγενή παιδιά Περσών τε και Μήδων, ογδοήκοντα τον αριθμόν. Οι δε γάμοι εποιήθησαν Περσικώ τω τρόπω. Θρόνοι ετέθησαν τοις νυμφίοις, και μετά τον πότον ήλθον αι γαμούμεναι και παρεκαθέζοντο, εκάστη δίπλα στον ιδικόν της, κι αυτοί την δεξιάν τοις έδωκαν και τοις εφίλησαν. Πρώτος ο Βασιλέας εξεκίνησεν, καθώς οι γάμοι γινήκαν ταυτοχρόνως. Και τούτο, περισσότερο απ’ ό,τι άλλο έπραξε ο Αλέξανδρος, φιλικό κι ευπρόσδεκτο θεωρήθηκε απ’ τους Εταίρους. Και πήραν τη δικιά του ο καθείς και φύγαν, και προίκες σε όλες επέδωκεν ο Αλέξανδρος, κι όσοι άλλοι Μακεδόνες είχαν πάρει Ασιάτισσες γυναίκες, διέταξε απογραφήναι κι αυτονών τα ονόματα, και ξεπεράσαν ταις χιλιάδαις δέκα, κι έδωκε δώρα γαμήλια και σ’ αυτούς.
Και θεώρησε να επιλύσει και τα χρέη της στρατιάς, όσων χρωστούσαν, και διατάζει απογράφεσθαι τί ποσόν χρεωστούσε έκαστος, ίνα το πληρωθεί. Αλλά στην αρχή λίγοι απογράψαν τα ονόματά τους, μήπως ήθελε να μάθει ο Αλέξανδρος ποιανού δε φτάναν ο μισθός του στρατιώτου και ποιος διήγε βίον πολυτελή. Όταν δε του τα είπαν, ότι δεν απογράφοντο οι πολλοί αλλ’ απέκρυπτον το συμβόλαιον οπού χρωστούσαν, την εκάκισε την απιστία τους. Ου γαρ είναι τον βασιλέα άλλο ή την αλήθεια να λέγει στους υπηκόους, ούτε σ’ αυτούς άλλο ή την αλήθεια να πιστεύουν ότι τους λέει. Κι έστησε τράπεζαις εν στρατοπέδω με λεφτά απάνω, και κανόνισε τους επιμελητάς, να δίδουν την δόσιν εκάστου που επεδείκνυε το χρεωστικόν του, και διέταξε να εξοφλούνται χωρίς απογραφήν του ονόματός των. Κι έτσι τον επίστευσαν τον Αλέξανδρον, και το πιο μεγάλο καλό αυτό ήτον, που δεν εφανερώθησαν μάλλον παρά που εξωφλήθησαν. Λέγεται δε γενέσθαι η δαπάνη ταύτη εις τάλαντα χιλιάδαις είκοσι.
Ήλθον δε αυτώ οι σατράπαι των πόλεων των νεοκτίστων αλλά και των άλλων μερών των κατακτημένων, και φέραν μαζή τους παίδας, ομηλίκους, στην εφηβείαν βαδίζοντας, ως και χιλιάδας τριάκοντα. Επιγόνους τους είπεν αυτούς ο Αλέξανδρος, κι είχαν όπλα Μακεδονικά, κι ήσαν γυμνασμένοι να πολεμάν σαν Μακεδόνες.
Αλλά λέγεται ότι με το που έφτασαν αυτοί, τους ελύπησαν τους Μακεδόνας, ότι τα πάντα μηχανευόταν ο Αλέξανδρος ώστε να μην έχει πια την ανάγκη τους. Ήταν γαρ και Μηδικά τα ρούχα του και άλγος ου σμικρόν ενιώθανε οι άνδρες βλέποντας και τους γάμους τούς Περσικώ τω τρόπω. Και δεν τους άρεσε, ούτε των παντρεμένων, κι ας γίνηκαν οι γάμοι τους μαζή με του Βασιλιά. Νομίζανε ότι ο Αλέξανδρος εβαρβάριζε, κι ατίμαζε και τα Μακεδονικά τα νόμιμα αλλά και τους ίδιους τους Μακεδόνες.
Όταν δε, αφού φτάσαν εις την Ώπιν, συναγαγών τους στρατιώτας είπεν εις αυτούς ότι τους απολύει, όσους λόγω γήρατος ή τραύματος δεν ημπορούσαν χρήσιμοι να είναι πλέον στη στρατιά, και σ’ όσους έμεναν μαζή του τους έδιδε τόσα που θα τους ζήλευαν όλοι στην πατρίδα, τότε πια πως τους περιφρονούσε κι άχρηστους τους θεωρούσε νόμισαν, και τους έπεσε πολύ βαρύ, αφού πολύ τους ελύπει ήδη η εσθήτα η Περσική και η κόσμησις και η ανάμιξις των αλλοφύλλων ιππέων στας των Εταίρων τάξεις.
Και δεν εκαρτέρησαν σιγήν. Όλους να μας απολύσεις, του παρήγγειλαν. Και να πα να πολεμήσεις μοναχός σου. Εσύ κι ο πατέρας σου. Ο Άμμωνας.
Έτσι του είπαν.
----------------------------
Μεταγραφή αποσπασμάτων από την Αρριανού, Αλεξάνδρου Ανάβαση, 7.4.4 ώς 7.8.3. Το μαρμάρινο άγαλμα είναι μια Νίκη τού 4ου αι. π.Χ., από το Αρχαιολογικό Μουσείο Αιανής.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου