Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Έντρομος



Που λες Γιώργο μου, εκεί που καθόμαν, ακούω έντρομος μια φωνή:

– Πώς συλαβίζεται ρε ο έντρομος;

Αμάν, λέω. Αυτό ήταν. Τέλος. Ότι χαρίκαμε, χαρίκαμε. Ήρθε η ώρα να το φτύσουμε πετρέλεο. Τώρα; Και πού ξέρω γώ ο καϋμένος πώς συλαβίζεται ο έντρομος; Εγώ δεν έχω βλάψει ούτε μυρμύγκι. Και φτωχούς δίνω ότι μου περσεύει, και τα παιδιά μου φροντίζω, και σχολείο πήγα – δεν έχω πειράξει άνθρωπο.

Έν, τρό και μός, ακούγεται μια φωνή. Είναι προφανές ρε. Διότι η ετοιμολογία έχει το πρόθυμα έν και την κατάληξη τρόμος. Κάπως έτσι το είπε. Ότι άλλος ο τρόμος, κι άλλος ο έν. Και πάνω κει, λέει ένας άλλος, και γιατί ρε ναν τη χορίσουμε έτσι τη λέξη; Επιδί έτσι σαρέσει εσένανε;

Πο πο Γιόργο μου είχε πάρει φοτιά το πράμα με το καλιμέρα, και δεν ήξερα τι να κάνω. Διότι εν και τρόμος σημαίνει ότι βρήσκομαι σε θέση τρόμος, το είπανε. Κατάλαβες Γιόργο μου; Έτσι είναι το δίκαιο. Άρα, από δω πάει το έν, κι από κει ο τρόμος, το κατάλαβες; Όχι ρε, πετιέτε άλλος. Ντρόμος πάει όλο μαζί. Ο ντρόμος είχε τη δική του ιστορία. Άντε ρε ψόνια, λέει ένας παρακάτω, αυτά δεν είναι γνήσια ελληνικά! Κορόϊδα! Κατάλαβες Γιώργο μου; Και τους τάχωσε: η ντομάτα δεν είναι γνήσια ελληνικά ρε!

Εκεί που λες την έχασα τη μπάλα Γιώργο μου. Δεν είναι η ντομάτα γνήσια ελληνικά; Και πώς είναι η γνήσια η ντοματούλα Γιώργο μου; Εγώ που τώρα θέλω ναφιερωθώ να μάθω γνήσια ελληνικά, που να αποτανθώ; Διότι στάσου ρε Γιώργο! Άμα δεν ξες πια ελληνικά είναι γνήσια και πια όχι, δε μπορείς να συλαβίσης, παιδί μου. Σε πιάνουνε κορόϊδο την σήμερον. Κι αν είναι όντος πρόθεση το έν; Τότε ανερεί τον κανώνα και πάει μόνο του. Το είπε! Έν δηλαδή από τη μία και τρόμος από την άλλη. Ανέρεση! Βέβαια, το καλό Γιώργο μου να ομολογίσω είναι που η συζήτηση γινόταν χωρίς παροπίδες – το είπαν. Τις είχαμε βγάλει όλη τις παροπίδες και κοιτάζαμε ο ένας τον άλλον έντρομοι.

Ας πούμε τόξερες πως τα ρούχα τα φιλάμε στο ερμάριο κι όχι στη ντουλάπα; Τόμαθα κι αυτό Γιώργο μου. Αυτό είναι το σωστό. Ότι ξεκινάει από ντου είναι μπάσταρδα ελληνικά, ντουλάπα, ντάμα, ντάκος, ντουβρουντζάς, η ντομάτα που λέγαμε – όλαυτα. Και η ντροπή η ίδια δεν είναι γνήσια. Το όνειδος είναι γνήσιο. Οδός ονείδων. Νταράκουλο έπαθα, Γιώργο μου. Το σωστό είναι ενταράκουλο και εντροπή, κι εντάλα μεσημέρι, έτσι κατάλαβα. Ας πούμε, ντύσου είναι λάθος – εντύσου είναι το σωστό, Γιώργο μου. Κάπως έτσι. Εντύσου. Αυτή είναι η σωστή ιδεολογεία.

Και μετά ένας πιο κατατοπιζμένος και λέει, με πιο δικαίωμα μιλάτε κήριοι, το έν τραβιέται πίσω, είναι, ας πούμε, οριλά – όχι μωρέ, κάπως αλλιώς τόπε, είναι φαρυγγίτιδα – μπα, κάπως αλλιώς, με τη μύτη, τέλος πάντων, αλλά τόπε επιστιμονικά, δε θυμάμαι τώρα, που άμα χώνεις τη μύτη σου, πέφτει παύλα και σε χωρίζει, από δώ τραβιέται η μύτη κι από κει τα ιππόλοιπα, ας πούμε έν και ντρέπομαι, έμ και μπόριο, κάπως έτσι – δεν το κατάλαβα απολήτως νάμαι ιλικρινής, εν και ντάξει – νάτο, το βρήκα. Και έχουμε και τον κλασσικό κανώνα, τα τρία παν μαζί, ότι κι αν κάνης, τρία από δω, τρία από κει, Τροία, τρία, τριγωνακάλαντα, τραγόπαπας – πάντα μιά λέξη, κατάλαβες; Χωρίς ανάσα. Μιά λέξη: τραγόπαπας. Έτσι είναι το σωστό. Δίκαιο κι αυτό, συμφωνώ.

Και μετά τα βάλλαν με τη γλώσσα Γιώργο μου. Και της τα σούραν, πώς αλλάζει αυτή η δημοτική και όλα μπάχαλο, που είναι άσχετη, και γιατί εμείς άλλα μάθαμε σχολείο, σωστό αυτό, δεν είναι Γιώργο μου; το σωστό να λέγεται, άλλα μας είπαν στο σχολείο, νάχουμε σέβας μας είπαν, και τους γονείς μας, και ν’ αγαπάμε τον πλησίον, τι πράματα είναι αφτά. Διότι εντρέπομαι θα πει σηστέλομαι, τόπανε κι αφτό, δηλαδή γυρίζω προς τα μέσα ένα πράμα, σα σκουλίκι, σαν να θέλω να φάω τάντερά μου δηλαδής και γιαφτό χωρίζει η λέξη έν και εντρέπομαι. Αυτή είναι η περίπτωση. Και είναι διπλή περίπτωση, απότι κατάλαβα, άμα οι λέξεις είναι συδεμένες, τότε χωρίζουν, ανά από τη μία και γκέος από την άλλη, βλά από τη μία και μένος από την άλλη, κατάλαβες; Χωρίζοντε οι λέξεις, Γιώργο μου. Πάει. Κανώνας.

Και μετά, άστα Γιώργο μου, άστα, μπήκαν κι άλλη σοφή στη κουβέντα και πλακόσαν τους κανώνες τους αρχαίους, και γίνηκε το έλα να δης, τη γραματική του Ταρζάνου, αυτή η μπλε, και τόγραψε κι αφτός ο Τριανταφυλλάκης και ο Μπεμπενιώτης, όλοι το γράψαν, ακόμη και ο Χατζηδάκης, αχ, το Χαμόγελο της Τζοκόντας, πάει κι αυτός – λιγοστέβουμε Γιώργο μου, λιγοστέβουμε.

Κι ίστερα ήρθε ένας άλλος και ζήτησε έλεος που γράφουνε όλοι βλακίες – αλήθεια, γιατί να ζητάς γονατιστός έλεος αφού ο άλλος τις γράφη τις βλακίες δηλαδή, δεν κατάλαβα, δικό σου είναι το φτέξιμο; Επίσης μας βρήκε τραγικούς αυτός ο αρχεοπρεπής κήριος και μάζεψε τη χλαμίδα του κι έφυγε, φάτε τη σκόνη μου. Αλλά είχε δίκαιο: γιατί επικαλόμαστε την ξοφλημένη τη γραμματική; Άσε που είμεθα και αδιάλλακτοι – το χοιρότερο είναι η αδιαλαξία Γιώργο μου, είναι πράμα φοβερό, η αδιαλαξία κλίνει σπίτια, να μη μπορείς να συνεννοηθής μιλάμε.

Και ειπόθηκε κι αυτό: η εκπέδευση διστιχός επτοχεύσαμεν. Πέστα χρισόστομε. Μπάχαλο κατάντησε. Το ξέρω με τα ίδια μου τα μάτια, Γιόργο μου. Περνάς απέξο κι όλο γραφίτι. Και φωνές απομέσα, χαλασμός κηρίου. Όλοι στο διάλυμα είναι. Εσείς κήριοι ιππεύθυνοι, πληρόνεστε το μισθούλι σας και όλα καλά;

Διότι χωρίζονται οι σύνθετες λέξεις Γιώργο μου. Αυτό είναι το καθοσπρέπει. Κι άστους να λένε. Ά και θήνα. Λά και μία. Χό και λαργός. Χωρίζονται. Πάει. Θες μάθε το θες μη μάθε το. Χώ και ρίζονται. Κι ας λεν οι άθλιοι οι γραμματικοί, την κατέστρεψαν τη γλώσσα, Γιώργο μου: εν-τα-φι-αζ-μός! Έτσι είπανε! Που τον παίρνεις τον πεθαμένο και τον παραχώνεις. Κλαιν οι χήρες, κλαιν τα ορφανά. Χους ήν και χούς θα παραμείνει. Και δόστου το θυμιατό, και δόστου ψαλμοδίες. Την χάσαμε τη γλόσσα μας Γιώργο μου. Πάει. Τη μια ο Τριανταφύλλου, την άλλη τα παλιόπεδα στα σχολεία και οι ανεφθηνοϊππεύθυνοι, ήρθε κι αυτός που πουλάει τα λεξικά – ο πώς τον λεν δε θυμάμαι, βάλε και τη δημοσιογραφεία, πάει – τέλος.

Έφυγα έντρομος, Γιώργο μου. Τα μάζεψα μιλάμε και ντρόμος. Όπου φύγη φύγη. Είναι να μην ανοίξη τέτοια κουβέντα – δεν ξέρεις τι μπορεί ν’ ακούσης. Και για στάσου ρε Γιώργο – γιατί να συλλαβίσουμε, μου λές; Νήπια είμαστε και δε μπορούμε να την πούμε μονοκοπανιά τη λέξη; Όχι βέβαια. Έντρομος. Ορίστε. Μια κι έξω. Δε μπαίνω εγώ σε διλήματα Γιώργο μου. Άπαπα. Δε μπαίνω. Έντρομος. Και σκουληκομερμυγκότρυπα λέω με τη μία. Και ασπρηπετραξέξασπρη. Πρώτος σαυτά. Σιγά που θα κολόσω. Με μια ανάσα Γιώργο μου. Άμα είναι να σκοτωθούμε πώς θα συλλαβίσουμε, άστο καλύτερα. Μια ανάσα, Γιώργο μου.

Μη σόσουμε και συλαβίσουμε. Μια ανάσα.

Έντρομος.



--------------------------

Εντυπώσεις από μια συζήτηση. Πού αλλού; Στο φέισμπουκ. Περί τίνος; Μα, περί συλλαβισμού. Ή μήπως όχι;









Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...