Ω βουλή! Λόγους καλούς φέρνω, και θέλω τα καλά πρώτα να σας πω! «ὦ βουλή, λόγους ἀγαθοὺς φέρων εὐαγγελίσασθαι πρῶτον ὑμῖν βούλομαι·»
Αυτό θα πει ευαγγελίζομαι. Λέω τα καλά. Ευαγγέλιο θα πει τα νέα τα καλά. Κι Ευάγγελος, ο άγγελος καλών. Ευαγγελισμός είναι το νοσοκομείο, εκεί, στην Υψηλάντου. Και Μαρασλή. Με την πλάτη στο Χίλτον άμα κοιτάξεις, αυτό βλέπεις. Θεόρατο. Από κει ώς πέρα. Βάλε ορόφους, βάλε διαδρόμους – χάνεσαι. Κόσμος, κακό, νοσοκόμες, παράθυρα, παλιά μπογιά και ανθρώποι βιαστικοί, καροτσάκια, τροχήλατα, σωληνάκια, δουλειές να προφτάσουν, οι ασθενείς που περιμένουν – ξέρεις τι ’ναι να περιμένει ο άνθρωπος; Και καλά να ’ναι κάνα παιδί, κάνα κορίτσι της παντρειάς, κάνα παλικάρι – δεν έχουν ανάγκη αυτοί. Αλλά ο γέρος κι ο ανήμπορος; Άμα το δέρμα ρυτιδιάσει και μπει η ιδέα ωχ με ξεχάσανε, ωχ δε στάζει ο ορός, ωχ τραβάει ο καθετήρας – τα πράματα στραβώνουν. Γιατί μετά δε σκέφτεσαι φυσιολογικά. Αρχίζουν και πολλαπλασιάζονται οι συνειρμοί οι ανάποδοι, και πού είναι, και τι κάνουν, γιατί δεν έρχονται, στον διπλανό πήγαν ξανά, εμένα μ’ αφήσαν, πού είναι η αποκλειστική – άμα αρχίσει και κατηφορίζει το κουβάρι και ξεδιπλώνεται, γίνονται οι σκέψεις μαντάρα, τα ράμματα πονάνε, άστα να πάνε. Άδικη κατάσταση.
Ευαγγελισμός όμως. Το χαρμόσυνο. Η αγγελία η καλή. Το ’χουμε κλειδώσει πια σήμερα, πάει, είναι που στάλθηκε ο Γαβριήλ εις πόλιν Γαλιλαίας με όνομα Ναζαρέτ, προς παρθένον μεμνηστευμένην ανδρί με όνομα Ιωσήφ, εξ οίκου Δαυίδ αυτός ο Ιωσήφ, και το όνομα της παρθένου Μαριάμ. Και εισελθών ο άγγελος προς αυτήν είπε· χαίρε, που ’χεις τη χάρι όλη· ὁ Κύριος μετά σού· ευλογημένη συ ανάμεσα στις γυναίκες πάσες. Η δε εταράχθη με τα λόγια του, και διελογίζετο τώρα τι να ’ν’ αυτός ο χαιρετισμός. Και είπεν ο άγγελος· μη φοβού Μαριάμ· βρήκες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ. Και ιδού θα πιάσης εν γαστρὶ και θα τέξης υιόν, και θα καλέσης το όνομα αυτού Ιησούς. Μεγάλος θα γίνει αυτός, και υιός υψίστου κληθήσεται, και θα δώση αυτώ Κύριος ο Θεός τον θρόνον τού Δαυίδ, του προγόνου του, και θα βασιλεύση στους αιώνας, και της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος.
Έχω ένα φίλο που τη θαυμάζει – ποια άλλη, λέει, θα ’χε τα κότσια να κάτσει και να πει εντάξει, προχωράμε – του ’χει κλέψει το είναι του, τέτοιο θάρρος χίλιοι στρατοί κατάφρακτοι, και πάλι δεν αρκεί. Είπε δε η Μαριάμ στον άγγελον· και πώς θα σταθεί πράμα τέτοιο σε μένα, που άντρα δε γνωρίζω; και αποκριθείς άγγελος είπεν αυτή· Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε, και δύναμις υψίστου σε σκεπάση· και το άγιον που θα γεννηθεί, υιός Θεού κληθήσεται – δεν υπάρχει για τον Θεό πράμα να μη δε γίνεται. Είπε δε η Μαριάμ, ιδού η δούλη Κυρίου, ας μου γίνει ό,τι μου λες. Τέτοια αποκοτιά. Και απήλθεν απ’ αυτής ο άγγελος.
Επίδεσμοι, πιεσόμετρα, καθετήρες – είναι που δοκιμάζεσαι και θες τα θάρρητα του κόσμου όλου, μην κοιτάς που είμαστε αθάνατοι και δε λογαριάζουμε, καμιά φορά δεν είναι έτσι, κι άμα το καταλάβεις, τότε αρχίζουνε τα ζόρια. Έρχεται και σου φανερώνεται, η αδυναμία είναι ο κανόνας, και η ανημποριά – δεν είναι τα λούσα τα καλά – είναι ο πόνος κι η σουβλιά. Τα ζόρια. Και δε μπορείς ν’ ανασηκωθείς και θες να ’ρθεί να σου σηκώσει την πλάτη και τότε είναι που καταλαβαίνεις ότι αυτό είναι το φυσιολογικό.
Με γελάσανε τα πουλιά, με γέλασαν και μου ’πανε ποτές δε θα πεθάνω, κι έχτισα το σπιτάκι μου ψηλότερο από τ’ άλλα. Και τότε θες τα νέα τα καλά, ανάγκη οπωσδήποτε, ο Ευαγγελισμός, το νέο το χαρμόσυνο, υιός Κυρίου θα γενεί, και τότε ελπίζεις και μπορείς – εντάξει, λες, υπάρχει κι άλλο, δεν τελειώσαμε. Όλο εκεί παίζεται. Να μη φανεί ότι τελειώνει.
Επόμενη στάση, Ευαγγελισμός. Νεξτ στέισον, Ευαγγελισμός. Πλιζ μάιντ γιορ πέρσοναλ μπιλόνγκινγκς. Θενκ γιου. Φωτάκια κάθε τρεις και μία στο τούνελ, οι ασφάλειες, οι έξοδοι, και να ’μαστε, Ευαγγελισμός, οι απέναντι κάθονται αναπαυτικά κι η πόλη κρατάει. Αδιατάρακτη. Γυαλισμένα τα μάρμαρα, Γραμμή Τρία, Σύνταγμα – Μοναστηράκι, μετά βάλαν ώς Ελαιώνα. Ευαγγελισμός, περνά η γραμμή υποκάτω της γης, και κοιτά η έφηβη η ατρόμητη, η Βλέπουσα – πάνω και κάτω, παντού, απ’ το Νοσοκομείο και τα ύψη ώς κάτω στα τάρταρα στον Σταθμό, η χαρμοσύνη και το νέο το σπουδαίο, έτσι είναι, στην πραγματικότητα δηλαδή μια υπόσχεση, ένας λόγος, ότι θα κανονιστεί κι ο Γιος του Ανθρώπου θ’ αληθέψει. Κι η Φέρουσα, η Πρέσβειρα, τα μάτια τ’ ανοιχτά, όλα να δει να τα προφτάσει, Αθηνά σωστή, ίδιες οι φτέρνες οι λευκές, φτέρνα γερή, ρωμαλέα, κοριτσίστικη, κοιτάς τον τένοντα και ξέρεις ότι αντέχει έναν κόσμο, λυγίζει ο νους τι μπορεί να σηκώσει αυτό το πόδι το άσπιλο, το μικρό, το κοριτσίστικο.
Απ’ έξω ο Δρομέας, η υπόσχεση να παραμένει κραταιά, γυαλιά σε κίνηση, εδώ είμαστε κι εδώ θα είμαστε, το κρύο το βραδινό που ετοιμάζει την Επανάσταση, παλουκοκάφτης, έρχεται κι Ανάσταση, κυκλοφόρησε η φήμη για το μεγάλο ζητούμενο κι αμέσως οι γλώσσες όλες, ρωμέικα, αρβανίτικα, και βλάχικα και τούρκικα – τι σημασία, μία είναι η υπόσχεση, μια αστραπή το γένος και συντήχθηκαν τα μέταλλα, από δω το πετάρισμα κι η ζωή η νέα – έπρεπε μ’ ένα τίναγμα, να διώξει απ’ τα βλέφαρα τον ύπνο, ο θάνατος της αυτοκρατορίας, κι ήρθε να γεννηθεί το έθνος – ό,τι ήταν να γίνει έγινε, πόνος πολύς, δυστοκία, πανιά ματωμένα, ίδρωτας, βλέπεις η σκέψη ήταν καινούργια, είχε δεν είχε τριάντα χρόνια, σαν του Χριστού, και ξαφνικά το καύσιμο εξερράγη και πήρε η μπάλα παντού, φωτιά στα τόπια.
Υπόσχεση είναι το πράμα το ζῶν, το πράμα το όντως. Η ύλη έχει συστατικά, έχει και τους περιορισμούς της. Αλλά η υπόσχεση έχει πολύ πιο πολύ. Είναι αυτό που θα γίνει κι η δύναμή του αστρική – περιγράφεται δια της θελήσεως οπότε εκτείνεται στον αιώνα. Γεννάει σύμπαντα.
Υπόσχεση. Νέο καλό. Με το καλό.
Ευαγγελισμός.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου