Εξαιρετικά τα διαλυτικά, και εξαιρετικό το άρθρο της ακάματης κυρίας Μπίρμπα: τι κανόνες και ξεκανόνες, άμα υπάρχει κίνδυνος να το περάσεις για δίψηφο φωνήεν, για αι=ε, οι=ι, ου=u κ.λπ., βάλε άνθρωπέ μου διαλυτικά να ’χεις το κεφάλι σου ήσυχο: προϊστορικός και όχι προιστορικός, γιατί θα διαβάσεις πριστορικός. Ευρωπαϊκός και όχι ευρωπαικός, που διαβάζεται ευρωπεκός. Και προϋπόθεση και όχι προυπόθεση. Εντάξει; Απλό.
Αμ δε. Στα σχόλια που ακολούθησαν την ανάρτηση θυμηθήκαμε και τον Μωϋσή – σιγά που θα τον ξεχνάγαμε. Όχι μόνο το ’χουμε δει σε παλιά βιβλία, αλλά μερικοί το ’χουμε δει και στα αναγνωστικά μας. Όταν ακόμη τα νύχια μας ήταν απαλότερα απ’ ό,τι είναι σήμερα. Εντάξει, βλέπω έναν εκεί στο βάθος και γελάει. Ησυχία, παρακαλώ.
Τι ελέγαμε; Α, ναι, ότι σε παλιότερη τυπογραφία, αλλά και σε χειρογραφή βεβαίως, όλο και κάτι διαλυτικά κολλούσαμε – άνευ λόγου και αιτίας, όπως συν τω χρόνω συνειδητοποιήσαμε. Δείτε στην εικόνα: τι δουλειά είχαν τα διαλυτικά στο φύλλο της Τετάρτης 25 Δεκεμβρίου 1940 της Πρωΐας; Επειδή ήταν Χριστούγεννα; Επειδή ήταν πόλεμος; Δηλαδή πώς αλλιώς μπορούσε να διαβαστεί; Πρία; Μερικοί εξακολουθούν και γελάνε. Ησυχία, είπα.
Ας δούμε λίγο πιο προσεκτικά παρακαλώ, κυρίες και κύριοι. Η γραφή δεν είναι η γλώσσα. Είναι σημαδάκια – μια οπτική επινόηση, με την οποία προσπαθούμε να παγιδεύσουμε πάνω σε επιφάνεια κάτι που κανονικά ζει στον αέρα, στο στόμα και στο αυτί. Και στην ψυχή. Ασφαλώς δεν τίθεται θέμα ότι η γραφή είναι μέρος τής γλώσσας, και μάλιστα με σχέση αλληλεπίδρασης. Αλλά και δεν τίθεται θέμα ότι ουδόλως ανέκαθεν ήταν μέρος της. Ναι, η ανθρωπότητα μιλά από καταβολής. Αλλά γράφει τις πολύ πρόσφατες χιλιετίες, μόλις πεντέξι. Και όχι με τον ίδιο τρόπο. Έχει σκεφθεί και διατηρεί λογιών λογιών τεχνικές και κόλπα: εικονογραφικές γραφές, συλλαβογραφικές, φθογγογραφικές – ό,τι να ’ναι μετερχόμεθα ως είδος, προκειμένου να καταγράψουμε αυτό που λέει ο στόμας μας. Και μάλιστα όχι για τον λόγο αυτόν. Το πρώτο, δηλαδή, μέλημα δεν ήταν η καταγραφή του λόγου. Όλα ξεκίνησαν από τα λογιστικά, τόσα μου χρωστάς, τόσα κάνει να σου δίνω. Και τους φορολογικούς καταλόγους – τόσα βόδια ο τάδε, τόσα πιθάρια ο δείνα, πιάστε τον. Και βεβαίως τους νόμους: ου μοιχεύσεις λέμε, τι δεν κατάλαβες; Δεν το βλέπεις εδώ γραμμένο; Πρώτο μέλημα λοιπόν, η καταγραφή όσων κατά διαβολική σύμπτωση ξεχνάμε κατά σύστημα. Μη γελάτε, λέμε. Ορίστε.
Οπότε στην προσπάθειά του αυτό το είδος να αποτυπώσει ό,τι μπορεί από τον λόγο, κάποιοι —γνωστοί και μη εξαιρετέοι— επινόησαν και το γνωστό μας αλφάβητο. Ιδέα σούπερ: ένας κατάλογος συμφώνων και φωνηέντων, συνδυασμός που θα μπορούσε να καυχηθεί κανείς ότι εγγίζει το αμφιμονοσήμαντο: ένα σημαδάκι για κάθε φωνούλα και μια φωνούλα για κάθε σημαδάκι. Απλό; Ποιος στη χάρη μας. Αμ δε.
Διότι γλώσσα είναι και κινείται. Και πάνω που την καταγράφεις, εφόσον μπεις στη λογική του αλφαβήτου —που δε μπαίνουν όλοι, εντάξει; το ’παμε αυτό— αν λοιπόν μπεις στην αλφαβητική λογική, καταγράφω ήχους, τότε αρχινάν και ζόρια. Διότι ο καιρός περνά, οι γενιές έρχονται και παρέρχονται, ο κόσμος ανακατεύονται, αρχίζουν και τα ίδια τα λένε αλλιώς, και καθώς η γραφή είναι αργόσουρτο καράβι, ξαφνικά ένα πρωί βρίσκεσαι τωρινά να λες αλλά παλιά να γράφεις. Σαρπράιζ. Τι κάνουμε τώρα; Τι να κάνουμε. Βάνουμε μια στρατιά γραμματικούς να λύσουν το πρόβλημα. Κι άλλος έτσι, άλλος αλλιώς, καυγάς τον καυγά, δεν ξέρετε τι σας γίνεται, χάνεται η γλώσσα μας, ωιμέ, το ξέρουμε το μοτίβο – πασίγνωστο, μέσα λοιπόν στην ταραχή και το κακό, επίμονα η ποιητική ιδέα πάει κι έρχεται: να φτιάξουμε και σημαδάκια, να τα βάζουμε στο γραπτό μας, να μας βοηθάν πώς να διαβάζουμε σωστά.
Κι απ’ τα πρώτα σημαδάκια που σκεφθήκαμε, κάτι τελίτσες, κάτι πνεύματα και τέτοια, σκεφθήκαμε και τα διαλυτικά, κυρίες και κύριοι. Απαραίτητα τότε. Διότι ήδη από τους πρώτους καιρούς που εχάναμεν την γλώσσα μας, όταν δηλαδή ο Αλέξανδρος και οι συν αυτώ την ταξίδεψαν στα πέρατα, ο αντίλαλος που επέστρεψε δεν ήταν ακριβώς τα ελληνικά που γνώριζαν οι τότε ελλαδίτες. Κάτι σαν αυτό που συνέβη στα αγγλικά εσχάτως: έχετε ακούσει Ινδό ή Πακιστανό να τα μιλάει; Ή Σιγκαπουριανό; Ή Γάλλο; Μπράβο. Άρα ευκόλως μπορείτε να φανταστείτε τι ελληνικά θα μίλαγε στα Πάταλα ένας τοπικός εργολάβος καθώς θα συνεννοείτο με τους μηχανικούς του Αλεξάνδρου για την κατασκευή του σχετικού λιμένος, της Αλεξανδρείας επί του Ινδού ποταμού. Και καθόλου να μη γελάτε εσείς οι τελευταίοι στη γαλαρία – η γλώσσα που μιλάτε σήμερα ακούγεται πολύ κοντύτερα στα Πατάλικα και καθόλου στα αττικά του Ευριπίδη, εντάξει; Άντε μπράβο. Χαίρομαι που σας εκόπηκε το γέλιο.
Πάμε λοιπόν στα διαλυτικά μας: ένα από τα παλαιότερα ίχνη της αγωνίας, πώς να αποτυπώσουμε σωστά αυτό που λέγεται. Τω καιρώ εκείνω, που λέτε, καθώς η γλώσσα ταραζόταν κι οι ήχοι της εποίκιλλαν, επτά θάλασσες και πέντε ανέμοι, ένα από τα πρώτα πράματα που σκέφθηκαν οι γραμματικοί, λέμε, ήταν να φτιάξουν ένα σημαδάκι που να ξεχωρίζει —πολλαπλώς— ένα φωνήεν από το προηγούμενό του. Πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε σήμερα την ανάγκη: ΟΥΔΕΝΑΪΝΑ γράφει ο Σιναϊτικός Κώδικας, το αρχαίο χειρόγραφο που περιέχει τα βιβλία της Καινής Διαθήκης και μέρος της Παλαιάς. Κεφαλαιογράμματη τετραγωνισμένη ελληνική γραφή, μέσα του 4ου αιώνα. Κι αναρωτιόμαστε: ΟΥΔΕΝΑΪΝΑ. Τι να θέλει να πει ο ποιητής; Λοιπόν, είναι από το χωρίον 18,31 ώς 32: «εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· λάβετε αὐτὸν ὑμεῖς καὶ κατὰ τὸν νόμον ὑμῶν κρίνατε αὐτόν. εἶπον οὖν αὐτῷ οἱ Ἰουδαῖοι· ἡμῖν οὐκ ἔξεστιν ἀποκτεῖναι οὐδένα· ἵνα ὁ λόγος τοῦ Ἰησοῦ πληρωθῇ ὃν εἶπε σημαίνων ποίῳ θανάτῳ ἤμελλεν ἀποθνήσκειν.»
Τι βλέπουμε δηλαδή; Μεταξύ του «ἡμῖν οὐκ ἔξεστιν ἀποκτεῖναι οὐδένα·» και της συνέχειας, «ἵνα ὁ λόγος τοῦ Ἰησοῦ πληρωθῇ», υπάρχει αλλαγή στίχου, αλλαγή νοήματος, αλλαγή ομιλητή. Οι Ιουδαίοι λένε «ἡμῖν οὐκ ἔξεστιν ἀποκτεῖναι οὐδένα·», και ο Ευαγγελιστής σχολιάζει τα λόγια τους, «ἵνα ὁ λόγος τοῦ Ἰησοῦ πληρωθῇ». Τεράστια απόσταση. Σήμερα θα αλλάζαμε παράγραφο, θα γράφαμε με όρθια τα μεν, με πλάγια τα δε, θα βάζαμε κεφαλαία, καμπανάκια, σφυριχτρούλες, σήματα της τροχαίας. Ε, τότε είχαν μόνο διαλυτικά να βάλουν. Αυτό σήμαιναν πρωτίστως τότε τα διαλυτικά: προσοχή! μην το κολλήσεις φωνητικά με ό,τι προηγήθηκε. Πρόσεχε, αναγνώστα! ΟΥΔΕΝΑΪΝΑ.
Ίδια λογική στον παλαιότερο σωζόμενο κώδικα που καταγράφει διαλόγους του Πλάτωνος. Στον Οξφορδιανό Bodleianus Clarkianus 39, αυτόν που ο λόγιος αρχιεπίσκοπος Καισαρείας Αρέθας, ο μέγας ελληνιστής από την Πάτρα, ναι, από την Αχαΐα με τα διαλυτικά της, αυτός ανέθεσε στον Ιωάννη τον Καλλιγράφο το 895. Πέντε αιώνες αργότερα από το προηγούμενο παράδειγμά μας δηλαδή, όταν είχε πια εισαχθεί η μικρογράμματη γραφή: όλο το χειρόγραφο με μικρά πλέον γράμματα, αλλά πού τα σημερινά μας αυτονόητα – πού η σταθερή στίξη, πού τα διαστήματα μεταξύ λέξεων, πού σίγμα τελικό, τίποτα, τρένο οι λέξεις, η μια κολλητή στην άλλη, σερί. Στον κώδικα αυτόν λοιπόν διαβάζουμε – σε μεταγραφή με διαστήματα για να καταλαβαινόμαστε:
«ἔρωσ μὴ ἐφάψηται σκοτεινόσ: τοξικην γε μην καὶ ἰατρικὴν || και μαντικὴν. ἀπόλλων ἃν εὐρεν ἐπιθυμίασ καῖ ἔρωτοσ ἡγεμο || νεύσαντοσ ὥστε καὶ οὕτοσ ἔρωτοσ ἃν εἴη μαθητήσ· καὶ μοῦσαι»
Και παρακάτω:
«ἀγριότητα δ’ ἐξορίζων· φιλόδωροσ εὐμενείασ· ἄδωρος || δυσμενείασ· ΐλεωσ ἀγαθόσ· θεατὸσ σοφοῖσ· ἀγαστὸσ»
Τι βλέπουμε: στην πρώτη πρώτη αράδα στη φράση «καὶ ἰατρικὴν», έχουμε ψιλή και διαλυτικά μαζί στην «ιατρική»! Και στην τελευταία αράδα, στη φράση «δυσμενείασ· ΐλεωσ ἀγαθόσ», νάσου πάνω στο «ίλεως» τα ωραία μας διαλυτικά. Τότε οι άνθρωποι ακούγαν τι γράφαν. Κι ο καλλιγράφος αισθάνεται εδώ υποχρεωμένος να χτυπήσει καμπανάκι: να μη διαβάσουμε καιιατρικήν ή κιατρικήν, ας πούμε, αλλά και--ι-α-τρι-κήν. Όχι δυζμενειασίλεως αλλά δυζ-με-νεί-ας--ί-λε-ως.
Και περάσαν τα χρόνια κυρίες και κύριοι. Η μικρογράμματη σενιαρίστηκε, καλλωπίστηκε, να σιγά σιγά και διαστήματα μεταξύ των λέξεων, και παράγραφοι, και πεζοκεφαλαία εισήχθησαν – ν’ αρχίζει η παράγραφος με κεφαλαίο κι όλα τ’ άλλα να ’ναι μικρά, εξελίξεις, μιλάμε, τεχνολογία, αριστουργήματα τα βιβλία, να ’σου και τα πρωτογράμματα, μεγάλα, και γύρω τους το κείμενο, έργα τέχνης, να και τα ελληνικά στοιχεία των τυπογραφείων της Βενετίας – πλην στις χώρες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν ήνθισε το σπορ για τα ελληνικά γράμματα. Μόνο στα μέρη τα μεμακρυσμένα, κάτι Ιάσια, κάτι Οδησσοί, τα χρόνια περάσαν, ξεκίνησε η Επανάσταση, ο Ρήγας τύπωνε στη Βιέννη, στο τυπογραφείο Αφοι Μαρκίδες Πούλιου, αυστριακοί υπήκοοι εκ Σιατίστης. Μάλιστα. Και στο μεταξύ ήδη ταξιδεύαν και τα διαλυτικά. Και διαίρεσις λεγόταν το σημαδάκι. Και τρήμα. Γαλλιστί tréma. Όπως Citroën. Όπως Noël. Όπως pingüino στα ισπανικά και qüestió στα καταλανικά. Όπως naïve στα αγγλικά. Δρόμος πολύς.
Ναι, άλματα. Ας μας επιτραπούν. Πόσα πια να πούμε. Δεν τελειώνει το θέμα. Κι ας προσγειωθούμε στον Τριανταφυλλίδη τού 1941 που αναφέρει η κυρία Μπίρμπα: να με ποια λογική ο σπουδαίος γλωσσολόγος πρότεινε τη χρήση των διαλυτικών όταν δε θέλουμε τη συνίζηση: τα παιδιά αλλά η παιδϊά, το ίδιο βιβλίο αλλά το ίδϊον συμφέρον. Αλλά κι όταν δε θέλουμε ενιαίο ηχηρό σύμφωνο – ας πούμε όταν θέλουμε να πούμε κομ̈πρέσα κι όχι κοmbρέσα, αν̈τένα και όχι αdένα. Καλά τα είπε ο Δάσκαλος. Αλλά πόσα πια τυπογραφικά στοιχεία να κατασκευάσουμε; Και πόσα κοντρολ σιφτ να μάθουμε να πληκτρολογούμε τώρα που αποχτήσαμε πληκτρολόγια; Πόσα να πληρώσουμε σε διορθωτές και επιμελητές; Άσε καλύτερα, καλά είμαστε κι έτσι – μη γελάτε είπα οι τελευταίοι, θα σας βάλω να διαβάσετε «αντίο» κι όποιος το προφέρει λάθος θα κόβεται, συνεννοηθήκαμε;
Έτσι που λέτε, κυρίες και κύριοι. Διαλυτικά. Ένας τρόπος να πεις, πρόσεχε αναγνώστα. Εδώ είναι άλλο. Τι άλλο; Βρες το μόνος σου. Βέβαια σήμερα, με τη νέα μας γραμματική, δεν έχει και τόσα πολλά να μαντέψει ο αναγνώστης. Ίσως ούτε κι αυτά που προέβλεπε ο Τριανταφυλλίδης. Σήμερα τα πράματα είναι απλά: κινδυνεύεις να πεις «ενδιατρικός»; ε, βάλε διαλυτικά να το κάνεις «ενδοϊατρικός».
Και μην τα μπλέξετε – ακούτε μερικοί; Ινδουιστικός δε θέλει διαλυτικά για λόγους προφανείς: έχει ήδη διαμορφωθεί το δίψηφο φωνήεν ου, και δεν υπάρχει άλλο υποψήφιο δίψηφο που θα πρέπει να αποκλεισθεί. Ούτε ο παλαιικός θέλει. Για τον ίδιο λόγο κι αυτός. Ούτε η επιπλοποιία που σας πιάνει ο πόνος και της αλλάζετε τα φώτα. Εντάξει;
Ορίστε. Διάλειμμα. Με τάξη, παρακαλώ.
-------------------------
Με τις ευχαριστίες μας στην ομάδα Μιλάμε σωστά... Γράφουμε σωστά... και στους φίλος που έλαβαν μέρος στη συζήτηση. Πρωτίστως βέβαια, στην συνήθως εναύουσα, κυρία Τούλα Μπίρμπα.
-------------------------
Εικόνες:
1. Εφημερίδα «Η Πρωΐα», 25 Δεκεμβρίου 1940. Πρωτοσέλιδα.
2. Κατά Ιωάννην. Κεφ. 18, στ. 31-33. Greek P 457. Codex Sinaiticus.
3. Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, Bodleianus Clarkianus 39. Αποσπάσματα.



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου