Ποιο είν’ το μέσα, ποιο το έξω; – φτου ξελεφτερία. Από ποια μεριά το κοιτάς και πώς σου κάθεται στο βλέμμα, από κει αν καταλάβεις.
Αν κοιτάξεις μες τη μέση της μορφής, τι βλέπεις; δυο μάτια θα δεις και δυο χείλια. Και μια μύτη όμορφη, καλογραμμένη. Από κείνες τις παλιές, όμορφο πρόσωπο, κι ένα στεφάνι μαλλιά. Είμαστε στο τέλος στα ελληνιστικά χρόνια. Δηλαδή πολύ πολύ μετά την εκστρατεία, τότε που η κατοικουμένη έφθασε ώς τις Ινδίες. Πολύ μετά που αρρώστησε ο Στρατηγός και πέθανε. Μετά που οι Διάδοχοι κυβέρνησαν τα αχανή – την επικράτεια. Κι αφού αναμετρήθηκαν μεταξύ τους κι ύστερα που εμφανίστηκαν οι Ρωμαίοι στη σκηνή. Αφού τα ελλαδικά μέρη καταλήφθηκαν, μετά την Πύδνα και τον Αιμίλιο Παύλο, μετά κι από τον Κόιντο Καικίλιο Μέτελλο τον Μακεδονικό. Αυτόν που ισοπέδωσε τις Αιγές, τις έκανε πούδρα.
Είμαστε δηλαδή στα πρώτα ρωμαϊκά. Αφού άλλαξε ο αιώνας κι εξεγέρθηκαν οι δούλοι, ο Σπάρτακος, εκεί, λίγο πριν τα χρόνια της Τριανδρίας, του Ιούλιου Καίσαρα, του Πομπήιου και του Κράσου, ή μπορεί και λίγο αργότερα, κατά τη διάβαση του Ρουβίκωνα, ή και πιο αργά, κατά τη δολοφονία, αλλά και μπορεί κι ακόμη αργότερα, καθώς Αντώνιος και Κλεοπάτρα κάναν σχέδια. Ή μπορεί κατά το Άκτιο, που τα σχέδια ναυάγησαν, κι ο Οκταβιανός γινόταν Αύγουστος.
Ηλεκτροφόρα σύρματα πρέπει να βρήκε το κιρκινέζι γι’ αυτό σερνόταν στα ερείπια του λουτρού – για την Πέλλα σου λέω τώρα – από κει είναι η μορφή που βλέπεις. Αλλά τι ωραίο χρώμα που είχε πάνω απ’ το ράμφος του ο Τάκης – έτσι λεγόταν το κιρκινέζι, ένα μάτι γερακίσιο, Παναγία μου, μέρα που ’ναι, το απόλυτο μάτι και το ράμφος το μισανοιχτό, έτοιμο να σε κομματιάσει. Αλλά δε μπορούσε να πετάξει ο Τάκης ο καημένος, μόνο έτρεχε σαν παλαβός από δω κι από κει, με σεντόνια τον κουτουπώσαμε, με το ζόρι, να τον πάμε στον γιατρό να τον σιάξει.
Μεγάλη πολιτεία η Πέλλα εκείνα τα χρόνια τα παλιά, κι ώς και σήμερα μεγάλη, με το ορθοκανονικό της, το μεταγενέστερο, εδώ έχει μπέρδεμα, δεν πολυξέρουμε πώς ήταν πρώτα, 5ο ή 4ο αιώνα δεν ξέρουμε, αλλά ξέρουμε πώς έγινε μετά, απ’ τον Κάσσανδρο και κάτω, αυτό εννοούμε μεταγενέστερο – οικοδομικά τετράγωνα ισοπλατή, σαρανταεφτά μέτρα όλα τους, και δρόμοι κάθετοι εξάμετροι και οριζόντιοι εννιάμετροι, κι η λεωφόρος, από ανατολή σε δύση, δεκαπέντε μέτρα πλάτος – θαμπώνεσαι, πολλά τα λεφτά, ήταν λιμάνι τότε η Πέλλα, το ’ξερες; δεν είχαν κατεβεί οι προσχώσεις νότια που έχει φτάσει σήμερα, η θάλασσα την έγλειφε την πόλη, κι οι δρόμοι ήταν πλακοστρωμένοι κι είχαν πεζοδρόμια και στοές από δω κι από κει – χρήμα λέμε.
Στο λουτρό λοιπόν κρυβότανε ο Τάκης, πληγωμένος, στο λουτρό της πόλης, τι δάπεδα βοτσαλωτά, τι μαρμαροθετήματα, λουτήρες, πισίνα – με υποδαπέδιο αγωγό για τη θέρμανση, κι ύστερα εξέλιξαν τα υπόκαυστα οι Ρωμαίοι, λουξ, κι ο Τάκης να σε κοιτάζει και να σε καρφώνει, εκεί, δίπλα στο φρεάτιο, βρε μπας και δεν είναι στα καλά του, αναρωτιέσαι, εμ βέβαια δεν είναι – χαζό είναι το πουλί; άμα ήταν στα καλά του θα πέταγε, δε θα καθόταν εκεί με το βλέμμα του το μαύρο και το ράμφος το γαμψό, κι εκείνη την πινελιά στα πούπουλα – τι χρώμα ο άτιμος.
Νομίζεις ότι βλέπεις πρόσωπο ανθρώπου στη φωτογραφία, έτσι δεν είναι; Με προεξοχές, μύτη, χείλη, όλες τις ομορφιές – μάτια και μαλλιά. Κούκλα, λες. Αμ δε. Καλούπι είναι αυτό που κοιτάς. Δεν παρατηρείς τα όριά του ένα γύρω; γύρω γύρω απ’ τη μορφή; Για κοίτα καλύτερα! Είναι κοίλο! Αυτό που νομίζεις ότι είναι μύτη, είναι κοιλότητα, που μέσα της θα χυθεί το υλικό και θα γίνει μια μύτη που θα εξέχει. Κι αυτά που βλέπεις σα χείλη, κοιλότητες είναι κι αυτά. Έρχεται το φως και πέφτει και κάνει τις σωστές σκιές και τα μπερδεύεις. Εκεί που θα χυθούν τα μάτια, τώρα είναι λακκούβες, αλλά εσένα σου φαίνονται μάτια. Άμα το δεις με τα μάτια σου το καλούπι, ζωντανά, δε μπερδεύεσαι. Γιατί τα δυο τα μάτια βλέπουν άλλο το δεξί κι άλλο το αριστερό. Και το μυαλό τις συνδυάζει τις δυο αυτές τις λήψεις, ελαφρά διαφορετικές, και βγάζει συμπέρασμα και καταλαβαίνεις το βάθος. Χωρίς αμφιβολία. Κι εμείς, και όλα τα πρωτεύοντα, όλοι που έχουμε δυο μάτια βαλμένα δίπλα, να κοιτάν το ίδιο πράμα ταυτόχρονα. Αυτός είναι ο λόγος. Να καταλαβαίνουμε τις αποστάσεις. Ενώ η φωτογραφία είναι ο κόσμος μέσα από ένα μόνο μάτι. Είναι μονόφθαλμη η φωτογραφία. Πολύφημος. Και δε νογάει. Γελιέται.
Η Άννα θα τον φροντίσει τώρα τον Τάκη, η γιατρίνα, πρωτεύον και η Άννα, δυο μάτια, διόφθαλμη όραση, έτσι λέγεται αυτό, στερεοψία λέγεται έτσι που βλέπουμε, στερεοσκοπική όραση. Η χρήση και ο συντονισμός και των δύο οφθαλμών ταυτόχρονα με αλληλοεπικάλυψη του οπτικού πεδίου. Ενώ ο Τάκης, το κιρκινέζι, βλέπει άλλο απ’ το κάθε μάτι του, έχει και διόφθαλμο πεδίο, αλλά άλλη δουλειά έχει να κάνει αυτός, να βλέπει παντού, ένα γύρω, γι’ αυτό άμα σε κοιτάζει το γέρνει το κεφάλι του και το ένα του το μάτι, από κείνη την πλευρά, να σε σιγουρέψει, αυτό σε καρφώνει και λες Παναγία μου, μέρα που ’ναι.
Καλούπι που λες, μήτρα, ἐκμαγεῖον < ἐκμάσσω / ἐκμάττω < ἐκ- + μάσσω, πλάθω δηλαδή, διαμορφώνω πιέζοντας, όπως ο οδοντογιατρός, πατάει το πράμα το μαλακό πάνω στα δόντια και παίρνει το αποτύπωμα, ακριβές, ακριβέστατο, μάσσω και μάττω, από κει και το μάγμα, η εύπλαστη και ζυμωμένη μάζα, αλλά και η μάζα η ίδια, και η μάλαξη, πώς κάνει η γάτα άμα χουρχουρίζει και σου κάνει πατουσάκια με τα μάτια μισόκλειστα – δεν εμπιστεύεται όποιον κι όποιον, να ξέρεις. Είναι καλό σημάδι να σε μαλάζει η γάτα και να μισοκλείνει μάτια – σ’ έχει διαλέξει, άμα μισοκλείνει μάτια το αρπακτικό πάει να πει παύει να ’χει τον νου του, σ’ εμπιστεύεται θα πει, κανόνισε την πορεία σου.
Να είχα το κουράγιο, στη γειτονιά σου να μην ξαναρχόμουνα. Τα ηχεία κλαψουρίζουν, κράχτης, έτοιμη η ταβέρνα για τη μέρα, έτοιμα όλα, τη γιορτή, την Παναγιά – θα καταφθάσουν και θα φαν θα πιουν. Κάτω απ’ το πουκάμισό μου, η καρδιά μου σβήνει. Κι αν το σφάλμα είναι δικό μου, δείξε καλοσύνη. Λίστες γιουτιούμπ, όλα τα ζεϊμπέκικα. Τρεις ώρες πρόγραμμα. Μάσσω, που λέγαμε, εκμαγείον και έκμαγμα, κι έρχεται η γλώσσα και τα μπερδεύει, τ’ ανακατεύει την τράπουλα, εδώ παπάς εκεί παπάς, το ’να παίρνει το νόημα του αλλουνού, και χάνεις ποιο ’ναι το καλούπι και ποιο το αποτέλεσμα, εκμαγείο και το ’να και τ’ άλλο, κι έκμαγμα – που κανονικά θα πει καλούπι, κι έρχεται ο άλλος και σου λέει έκμαγμα το αγαλματάκι που προκύπτει απ’ το χύσιμο. Μ’ έναν οφθαλμό κοιτά η γλώσσα, όχι με δύο, θέλεις συμφραζόμενα για να ’σαι σίγουρος τι λες. Θες συγκείμενο.
Κι η γάτα θηλαστικό που λες – δυο μάτια, σε κοιτάν και βλέπουν το καθένα κάτι λίγο διαφορετικό, ακριβής αίσθηση βάθους, στερεοσκοπική όραση, σαν τη δικιά σου. Ποιος ξέρει τι γάτα και κακό θα κυκλοφορούσε στην Πέλλα, στους δρόμους τους μεγάλους και στα σπίτια τα δημόσια τα κτήρια, τα λαμπρά, τα εργαστήρια με τα καλούπια, πα να πει παραγωγή σε κλίμακα, όχι αστεία, έχυνε ο μάστορης κι εγώ δεν ξέρω πόσα πήλινα αγαλματούδια τη μέρα, έτσι τα λεν σ’ εκείνα τα μέρη χαϊδευτικά τα αγαλματάκια, τα λεν αγαλματούδια, σφηνούδια, κορτσούδια, λιανοχορταρούδια, δεν είναι τίποτε τωρινό – πανάρχαιο είναι, αγαλματίδιον, αγαλματάκι, τρυφερότητες χιλιετιών, οι ίδιοι άνεμοι, κι ας πέσαν οι προσχώσεις και τώρα η Πέλλα βρέθηκε μες τη μέση και γύρω ίσωμα κι η θάλασσα πολύ μακριά πια, να πετάν τα κιρκινέζια να φέρνουν γύρες να καρφώνουν το θύμα, τα ύψη τ’ ουρανού ίδια πάντα, τότε και τώρα, κι ο κάμπος ίδιος, κι ο ήλιος τα ίδια να κοιτά, κι αποκάτω κυλάν σαν την ταινία, το πολεοδομικό, τα εργαστήρια, το αμάλγαμα, οι Ρωμαίοι που μιλούν ελληνικά κι η πόλη που σφύζει, ύστερα ο σεισμός, η παρακμή, η εγκατάλειψη – τώρα ο χώρος ο αρχαιολογικός κι οι τουρίστες. Τ’ αυτοκίνητα τα παρκαρισμένα. Κι ανάμεσά τους ένας ξερακιανός που κατουράει – κει δα στην ακρούλα και ρίχνει λοξές ματιές μη και τον βλέπει κανένας, μια ένα γύρω μη τον δούνε, και μια το πουλί του, λες κι άμα δεν το κοιτάς το πουλί σου και πού πάει το κάτουρο, δε γίνεται να κατουρήσεις.
Αλλάζει ο άνθρωπος;

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου