Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Οὐκ ἔστιν ὧδε


Ασχέτως θρησκευτικότητας, τέτοιες μέρες, με τον ένα με τον άλλο τρόπο, η καθημερινότητά μας είναι γεμάτη απ’ αυτόν τον λόγο. Λόγο παμπάλαιο. Ελληνικά; ασφαλώς. Αρχαία; όχι πολύ. Σαν τα σημερινά; θα μας γελάσω. Δηλαδή; άλλη γλώσσα; όχι δα. Τότε;

Ελληνιστική Κοινή. Ή Αλεξανδρινή. Ή Βιβλική. Όπως θες τη λες. Μια εξέλιξη της Αττικής κυρίως διαλέκτου. Τα Ελληνικά που μιλήθηκαν και γράφτηκαν κατά τα Ελληνιστικά Χρόνια, από τα στρατεύματα του Μεγαλέξανδρου κι απ’ τους λαούς στην Ελλάδα και σ’ όλη την τότε (κατ)οικουμένη. Στη Μεσόγειο και στην καθ’ ημάς Ανατολή. Ένας ευρύς κοινός ελληνικός γλωσσικός χώρος που περιλαμβάνει την επίσημη γλώσσα του Μακεδονικού Κράτους και των βασιλέων του, τις ποικιλίες στον κόσμο των Επιγόνων, τη γλώσσα του Πλουτάρχου και του Πολυβίου, τη γλώσσα του Αδριανού και του Μάρκου Αυρηλίου. Και φυσικά τη γλώσσα των Εβδομήκοντα. Των ελληνόφωνων Εβραίων που έλεγαν τον τόπο λατρείας τους «συναγωγή» και το δικαστικό τους συμβούλιο, «σανχεντρίν»: συνέδριον. Που μετέφρασαν την Παλαιά Διαθήκη από τα Εβραϊκά. Κι αργότερα τη γλώσσα των Ευαγγελιστών. Του Ματθαίου, του Μάρκου, του Λουκά και του Ιωάννη.

Είπαμε: Ελληνικά; βεβαίως. Και σε τι διαφέρουν από τα σημερινά; Δεν το περιγράφεις με μια κουβέντα. Πάνε πάνω από δύο χιλιετίες. Δεν είναι παίξε γέλασε. Εδώ δυο δεκαετίες περνάνε και το παίρνουμε επί πόνου – μας πιάνει η αγωνία ότι χάνεται η γλώσσα μας. Χρήσεις αλλάζουν, κανόνες αχρηστεύονται, νέοι αναφύονται, το συντακτικό αλλάζει, το ίδιο και το λεξιλόγιο, νέες λέξεις δημιουργούνται, άλλες ξεχνιούνται, και, το κυριότερο, έννοιες μετακινούνται. Άλλο σημαίναν οι λέξεις τότε, κι άλλο θα πουν οι ίδιες λέξεις σήμερα.

Μεγάλη διαφορά; όπως το πάρει κανείς. Ας αφήσουμε τον Μάρκο να μας τα πει:

«Ἦν δὲ τὸ πάσχα καὶ ἐζήτουν πῶς αὐτὸν κρατήσαντες ἀποκτείνωσιν.» Ήταν, δηλαδή, Πάσχα, και ψάχνονταν πώς να τον συλλάβουν και να τον σκοτώσουν. «Καὶ ὄντος αὐτοῦ ἐν Βηθανίᾳ, ἦλθε γυνὴ ἔχουσα ἀλάβαστρον μύρου καὶ συντρίψασα τὸ ἀλάβαστρον κατέχεεν αὐτοῦ κατὰ τῆς κεφαλῆς.» Με μύρο σε αλαβάστρινο δοχείο ήρθε αυτή, κι έσπασε το αλάβαστρο κι έχυνε το μύρο πλούσια στο κεφάλι του. «Ἦσαν δέ τινες ἀγανακτοῦντες καὶ ἐνεβριμῶντο αὐτῇ.» Αγανακτούσαν κάποιοι, και την αγριεύονταν. «Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· ὃ ἔσχεν αὕτη ἐποίησε·» αυτό είχε αυτή, αυτό έκανε· «προέλαβε μυρίσαι μου τὸ σῶμα εἰς τὸν ἐνταφιασμόν·» από τώρα μού εμύρωσε το σώμα για τον ενταφιασμό. «Καὶ λέγει αὐτοῖς· ὑπάγετε εἰς τὴν πόλιν, καὶ ἀπαντήσει ὑμῖν ἄνθρωπος κεράμιον ὕδατος βαστάζων.» Θα συναντήσετε άνθρωπο που θα βαστά πήλινη στάμνα με νερό. Εκεί να κανονίσετε να γίνει το δείπνο.

Κι έγινε το δείπνο κι εξήλθαν εις το Όρος των Ελαιών. Και λέγει, «σκανδαλισθήσεσθε ἐν ἐμοὶ.» Θα κλονιστείτε. «Ἀλλὰ μετὰ τὸ ἐγερθῆναί με προάξω ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν» – μετά που θ’ αναστηθώ, θα σας βγάλω ώς τη Γαλιλαία. Κι αφού προσευχήθηκε, κατέφθασαν και οι στρατιώτες κι ο Ιούδας τον εφίλησε. Και τον πιάσαν. Και κάποιος, «σπασάμενος τὴν μάχαιραν ἔπαισε τὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως καὶ ἀφεῖλεν αὐτοῦ τὸ ὠτίον.» Ετράβηξε τη μάχαιρα κι έπαιξε μια του δούλου και του ’κοψε το αυτί.

Και τον πήγαν στον Άννα. Κι από κει στον Καϊάφα. Κι εκεί μια παιδούλα «ἰδοῦσα τὸν Πέτρον θερμαινόμενον», που ζεσταινόταν στη φωτιά, «ἐμβλέψασα αὐτῷ», τον κοίταξε προσεκτικά και «λέγει· καὶ σὺ μετὰ τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναζαρηνοῦ ἦσθα.»

Και ξημέρωσε το πρωί και τον παρέδωσαν στον Πιλάτο. «Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς ἀνέσεισαν τὸν ὄχλον ἵνα μᾶλλον τὸν Βαραββᾶν ἀπολύσῃ αὐτοῖς», ξεσηκώσαν τον κόσμο, τον Βαραββά να τους απολύσει. «Οἱ δὲ στρατιῶται συγκαλοῦσιν ὅλην τὴν σπεῖραν·» συγκαλούν ολόκληρο το απόσπασμα. Και αργότερα «ἀγγαρεύουσιν παράγοντά τινα Σίμωνα Κυρηναῖον», έναν Σίμωνα Κυρηναίο που έτυχε να περνά. Τον παν τον Ιησού στον Γολγοθά, «καὶ ἐδίδουν αὐτῷ πιεῖν ἐσμυρνισμένον οἶνον· ὁ δὲ οὐκ ἔλαβε·» του δώσαν να πιεί κρασί με σμύρνα, κι αυτός δεν ήπιε.

Κι αφού εξέπνευσε, «ὁ κεντυρίων», ο εκατόνταρχος, «εἶπεν· ἀληθῶς ὁ ἄνθρωπος οὗτος υἱὸς ἦν Θεοῦ». Και πήρε το σώμα ο «Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας», και «κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ·» τον απέθεσε σε μνήμα. «Καὶ διαγενομένου τοῦ Σαββάτου, Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη» «ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον·» φθάνουν στο μνήμα. «Καὶ εἰσελθοῦσαι» «εἶδον νεανίσκον» και «λέγει αὐταῖς·» «οὐκ ἔστιν ὧδε.»

«Εζήτουν». Θα πει αναζητούσαν τρόπο. Έψαχναν πώς. Και «κρατώ» εδώ θα πει πιάνω, συλλαμβάνω – από κει κι ο κρατούμενος σήμερα. «Συντρίβω» είναι θρυμματίζω και «καταχέω» είναι χύνω πλούσια, λούζω. «Εμβριμώμαι» —λέξη χαμένη σήμερα— θα πει τινάζομαι και χρεμετίζω – όπως το άλογο που αναστατώνεται. Κάποιοι το συγγενεύουν με τα σημερινά βρίθω και εμβριθής. Ένας πολιτισμός αγκαλιά με άλογα, χρησιμοποιεί μεταφορικά και λέξεις από τον κόσμο των αλόγων – όπως κατ’ αναλογίαν σήμερα, σ’ έναν πολιτισμό οχημάτων, πάντα μεταφορικά, φρενάρει κανείς τις σκέψεις του ή εκτροχιάζεται ηθικώς.

«Προλαμβάνω» τότε δε σήμαινε προλαβαίνω αλλά κάνω προκαταβολικά, και «μυρίζω» δε θα πει οσφραίνομαι που θα πει σήμερα, αλλά μυρώνω. Αλείφω με μύρο. Μετά η χρήση θάμπωσε, και το αλειμμένο ήρθε και μύρισε το ίδιο. «Απαντώ» δε θα πει αποκρίνομαι αλλά συναντώ, το σημερινό συναπαντώ και συναπάντημα. Και «κεράμιον» είναι το πήλινο σταμνί. «Σκανδαλίζομαι» είναι αναστατώνομαι, κλονίζομαι, πατώ σε κάτι που βάζει μπρος διαδικασία, συναντώ πρόσκομμα. Σκαλώνω και προκαλούμαι. Κι ένα γραμματικό: ο σημερινός μέλλων ο συνοπτικός του προάγω είναι «θα προαγάγω». Σωστά γράφει εδώ ο Μάρκος «προάξω», αλλά άμα τον πάρουν χαμπάρι τίποτε σύγχρονοι λαθοθήρες, αλίμονό του.

«Σπασάμενος» από το σπᾶ, δηλαδή αποσπά. Που τράβηξε. Και «παίω» θα πει χτυπώ, ρίχνω, βάλλω. «Αφείλεν» θα πει αφαίρεσε, αόριστος του αφαιρώ, διαδρομή από την οποία παράγεται και ο αφελής, αυτός δηλαδή που κάτι του λείπει, ο καημένος. Κι απ’ τον Άννα στον Καϊάφα – όποιος έχει ποτέ μπλέξει με Δημόσιο, δε χρειάζεται να του εξηγήσεις τι θα πει. Ο Πέτρος ο «θερμαινόμενος» είναι αυτός που στέκεται κοντά στη φωτιά και ζεσταίνεται. Καμία σχέση με τα θερμαινόμενα σώματα που χρησιμοποιούμε σήμερα, που στην πραγματικότητα είναι θερμαντικά.

«Εμβλέπω» θα πει παρατηρώ, καρφώνω με το βλέμμα, κοιτάζω βαθιά. «Ανασείω» είναι ανακινώ, αναστατώνω, ξεσηκώνω. Και η «σπείρα» που συγκλήθηκε δεν είναι καμιά συμμορία. Είναι το σώμα το στρατιωτικό, το απόσπασμα. Ο «παράγων» δεν ήταν καθόλου του ποδοσφαίρου, ο άνθρωπος. Απλώς περνούσε από κει – παρά και ήγε. Κι έμεινε στην αιωνιότητα – Σίμων ο Κυρηναίος, με τ’ όνομα.

Ο οίνος ο «εσμυρνισμένος», το κρασί με σμύρνα δηλαδή, συχνά βρίσκουμε στα χαρτιά και τα βιβλία ότι ήταν μίγμα καταπραϋντικό, αναλγητικό, για την άμβλυνση των αισθήσεων. Κι ο «κεντυρίων», ο εκατόνταρχος, είναι ασφαλώς ο γνωστός και μη εξαιρετέος centurion. «Κατέθηκε αυτόν» θα πει τον απέθεσε. Και «μνημείον» ήταν το μνήμα. Και σήμερα είναι, αλλά σήμερα μπορεί να μην έχει μέσα άνθρωπο. «Διαγίγνομαι» θα πει περνώ – αφού πέρασε, δηλαδή, το Σάββατο. Και τέλος, ο «νεανίσκος»: τουλάχιστον αυτός, μετά από τόσους αιώνες, έχει παραμείνει νεαρός.

«Ὧδε» τι θα πει; Εδώ μάς θέλω. Δεικτικόν επίρρημα, λέει. Της αντωνυμίας ὅδε, κατά τούτον τον τρόπο δηλαδή. Ὧδε και ὡδί. Οὕτω, έτσι δηλαδή, στην έκφραση ὧδέ πως. Το Μέγα Ετυμολογικόν μάς λέει ότι σημαίνει ούτως, έτσι, αλλά σημαίνει και νῦν, τώρα, και σημαίνει και ἐνταῦθα. Είναι η λεξούλα που με αντιμετάθεση των δύο φωνηέντων της κινείται προς το σημερινό «εδώ»:

Οὐκ ἔστιν ὧδε. Δεν είν’ εδώ, λέμε!


---------------------------------

[Κείμενα (εντός των εισαγωγικών) από το Κατά Μάρκον, 14,1 έως 16,6, συρραμμένα κατάλληλα. || Επιγραφή: «Η Επιγούς στη μνήμη του άνδρα της και του παιδιού της». Πρώιμος 3ος αι. μ.Χ. Αρχαιολογικό Μουσείο Βέροιας. || Λεξικά: Logeion, Liddell-Scott, Ησύχιος, Φώτιος, Μέγα Ετυμολογικόν, Lexigram, Chantraine]









Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σημεία

Καὶ ἐκόντευε νὰ παρέλθῃ ἡ μέρα τῆς πεντηκοστῆς, καὶ ἦσαν ἅπαντες μαζεμένοι ὁμόθυμοι. Καὶ ἐγένετο ἐξαίφνης ἐξ οὐρανοῦ ἦχος, ὥσπερ πνοὴ βιαία νὰ ὁρμᾷ ὁποῦ ἦσαν καθήμενοι, καὶ ἐγέμισεν ὁ οἶκος ὅλος. Και ὡσὰν να ἐξεχωρίστηκαν γλῶσσες φωτιᾶς, ἔκατσε καθεμιὰ στὸν καθένα τους, κι ἐγέμισαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν λαλιαῖς ἄλλες, καθὼς ποὺ τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς καὶ μιλοῦσαν. Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ κατοικοῦσαν Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους ὑπὸ τὸν ἥλιον. Γενομένης δὲ τῆς βοῆς ταύτης, ἐμαζεύθη πλῆθος. Καὶ τὰ ἔχασαν, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος στὴν δική του τὴν λαλιὰν νὰ τοῦ μιλούν. Κι ἐξίσταντο πάντες κι ἐθαύμαζον, λέγοντες πρὸς ἀλλήλους: καλὰ, Γαλιλαῖοι δὲν εἶναι πάντες αὐτοὶ οἱ λαλοῦντες; πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τη δική του τὴν λαλιά, τὴν μητρική; Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς Κυρήνης, καὶ οἱ παρεπιδημοῦντες ...

Σαρανταπέντε

Σαρανταπέντε είναι. Δε μπορεί. Κάποιος απ’ όλους θα ’ναι δικός σου. Γνωστός, φίλος, φίλος φίλου, φίλη, φιλεναδοφίλη – έχουμε απ’ όλα. Γιάννης και να γειάνεις είναι διπλανά, δεν είναι; Μπα. Ρίμα κάνει, τον κορέκτορα μπερδεύει, αλλά δεν έχει σχέση. Ή, νομίζεις ότι Ιωάννης κάτι έχει με αυγή. Το φως. Αλλά ούτε. Δεν είναι καν ελληνικά. Εβραίικα είναι. Yəhôḥānān (יהוחנן) και πιο σύντομα Yôḥānān (יוחנן). Δεν είμαστε και πολύ  μακριά από τον Εβραίο Θοδωρή. Το όνομα θα πει δώρο Θεού ή ο Θεός γενναιόδωρος. Παίζει κι έτσι, παίζει κι αλλιώς. Όπως το πάρεις. Κι έχουμε και τον Yaḥyā (يحيى). Αραβικά. Στο Κοράνι, στο Σουράτ Μαριάμ, ο γιός τού ηλικιωμένου Ζαχαρία και της επίσης ηλικιωμένης και στείρας γυναίκας του (19:1-15). Που όμως το Βιβλικό του όνομα είναι Yūḥannā (يوحنا). Όπως και να ΄χει, όχι σαρανταπέντε – εκατόν πέντε είναι, ζωή να ’χουν. Και τους ξέρουμε όλους. John F. Kennedy, Joan Baez, Johnny Depp, Jane Fonda, Janet Jackson, Janis Joplin, Jean Simmons για να πιάσουμε τους αγγλοτέτοιους....

Super flumina Babylonis

Super flumina Babylonis ilic sedimus et flevimus dum recordaremur tui, Sion in salicibus in medio eius suspendimus organa nostra. Στους ποταμούς της Βαβυλώνος εκεί καθίσαμε και κλάψαμε ενώ σε αναθυμόμασταν, Σιών (και) πάνω στις ιτιές, καταμεσής (της Βαβυλώνος) κρεμάσαμε τα όργανά μας. Πρόκειται για τους στίχους από τον Ψαλμό 136 κατά την εβραϊκή αρίθμηση (137 στη Βουλγκάτα), διάπυρη στιγμή του διωγμού, παρακάτω στη Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα: Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών· ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν· Οι Εβραίοι είναι εξόριστοι στους ποταμούς της Βαβυλώνας. Υποδουλωμένοι πλέον, θυμούνται την Ιερουσαλήμ και θρηνούν. Κι εκεί, στη Βαβυλώνα, πάνω στις ιτιές, κρεμούν το τραγούδι τους και δε θα το ξαναπιάσουν. Γιατί αυτοί που τους έφεραν εκεί, τους ζήτησαν να ψάλουν ιερά τραγούδια. Και τους έλεγαν: ψάλετέ μας τα ιερά άσματά σας, της Σιών. Κι οι Εβραίοι έλεγαν: πώς θα ψάλουμε εδώ τα ιερά μας άσματα; εδώ, στην...