Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τελειώσαμε


Αυτό τώρα, δεν ξέρεις πώς να το κουβεντιάσεις. Πάντως πάει – τελειώσαμε κι απ’ αυτό. Ένταση. Της κακομοίρας. Δεν έχει ξαναγίνει. Κόσμος και κοσμάκης σταυρώνεται. Κι όλο και κάποιος καινούριος ξεφυτρώνει, και όλο κάποιος ξανασταυρώνεται. Έτσι είν’ αυτοί. Έναν κόβεις, δέκα βγαίνουν. Δεν υπάρχει να συνεννοηθείς.

Αυτό όμως ήταν αλλιώτικο. Απόκοσμο. Αυτός ο Καϊάφας τον έφερε ώς εδώ – αυτός και οι δικοί του. Ποιος άλλος. Και οὐκ εἰσῆλθον εἰς τὸ πραιτώριον – εδώ να δεις γέλιο. Καθόσαντε απ’ έξω, ἵνα μὴ μιανθῶσιν. Το ’χουν σε κακό, κατάλαβες; Έχουνε δικά τους – μιλάν με το θεό αυτοπροσώπως αυτοί – ξέρουν καλύτερα από μάς τους υπόλοιπους – τέτοια πετριά. Περιμέναν απ’ όξω. Τίνα κατηγορίαν φέρετε κατὰ τοῦ ἀνθρώπου τούτου; Και τι είπανε; Θα τον παραδίδαμε εἰ μὴ ἦν οὗτος κακοποιός; Άκου κατηγορία ρε φίλε. Πολύ προχώ νομικά. Τι έκανε, ρωτάς, εμ θα στον φέρναμε αν δεν έκανε, σου απαντάν. Άπαιχτοι, φίλε. Άλλος κόσμος.

Χτυπάγαν καμπανάκια – ρεντ αλερτ, κατάλαβες. Ε, ωραία. Λάβετε αὐτὸν ὑμεῖς καὶ κρίνατε αὐτόν κατὰ τὸν νόμον ὑμῶν, κι είμαστε οκέι. Νόου πρόμπλεμ. Από μάς τι θέτε; Όχι αυτοί: ἡμῖν οὐκ ἔξεστιν ἀποκτεῖναι οὐδένα. Τώρα να σου πω, ένα δίκιο το ’χαν. Δε γίνεται, πρέπει να εγκρίνει το Επαρχεῖο, κατάλαβες; Δε γίνεται να σκοτώνονται μεταξύ τους, όποιον θέλουνε.

Ότι δήλωνε, λέει, Βασιλεύς των Ιουδαίων. Σιγά ρε. Να σταυρώναμε τον κάθε που δηλώνει Βασιλεύς. Ξέρεις πόσοι τέτοιοι; Της Οικουμένης, τ’ Ουρανού – ένας μάς έλεγε του Βασιλείου. Τίνος Βασιλείου, ρε; Βασιλεύς του Βασιλείου – ξέρετε εσείς, να λέει. Ότι ξέραμ’ όλοι κάτι και δεν το μολογούσαμε.

Αλλ’ αυτοί χθες, φίλε, αυτοί δίναν ρεύμα ο ένας τον άλλον. Κι αβγάταινε και θέριευε, μια τρέλα τους είχε πιάσει, αμόκ, κι όλο και χειρότερο, και γύρευε αίμα. Ένας ένας άμα τους ρώταγες, ούτε που ξέραν ποια κατηγορία και γιατί. Άμα τους ξεμονάχιαζες, δεν υπήρχε περίπτωση να επιμείνουνε, πάω στοίχημα. Ούτε να ξέρουν τι παίζει. Κι όμως: όλοι μαζί, λες και χανόνταν ο ένας μέσ’ τον άλλον. Δεν καταλάβαινε πια ο καθένας τους ξεχωριστά. Αυτό το πράμα, αυτό το όλοι μαζί, αυτό είχε δικιά του συνείδηση. Δικιά του θέληση. Άμα το ’βλεπες. Μόνο με τα νερά του θα πας. Αλλιώς σε παίρνει και σε σηκώνει. Γίνεσαι εσύ το εμπόδιο. Και πέφτουν και σε πνίγουν. Κατακλυσμός.

Μ’ έπιασε το ανάποδο. Σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; Σὺ λέγεις, λέει αυτός. Όχι τίποτ’ άλλο – ήταν και πανέξυπνος. Δυο λογάκια, δυόμιση έλεγε – δεν τον έπιανες από πουθενά. Καὶ ἐν τῷ κατηγορεῖσθαι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν πρεσβυτέρων οὐδὲν ἀπεκρίνατο. Ρε συ, οὐκ ἀκούεις πόσα σου καταμαρτυροῦσι; Μιλιά αυτός. Άλλος στη θέση του θα ’χε ξεκινήσει διάλεξη – όχι εγώ, δεν καταλάβατε, παρεξηγήθησαν τα λεγόμενά μου, να, δείτε το βίντεο – μούγγα αυτός. Ένα πράμα λες κι ήταν έργο. Σαν κανονισμένα να γίνουν όλα. Σα σενάριο που τρέχει και δε μπορείς να σταματήσει. Δεν το ’χω ξαναδεί. Ούτε μισή λέξη παραπάνω, από κάπου να το πιάσουμε το πράμα. Τίποτα. Τον εβάλαμε μέσα με τις κλωτσιές.

Σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; μιλάμε ωραῖα καὶ καλά. Ἀφ᾿ ἑαυτοῦ σὺ τοῦτο λέγεις ἢ οἱ ἄλλοι σοῦ εἶπον περὶ ἐμοῦ; Βλέπεις; Δεν παιζότανε – έκανε κι ερωτήσεις. Κι ούτε σκιαγμένος, ούτε τίποτα. Στα ίσα το είχε. Ρε, Ἰουδαῖός εἰμι ἐγώ; τὸ δικό σου τὸ ἔθνος, καὶ οἱ ἀρχιερεῖς σου, αυτοί παρέδωκάν σε· τί ἐποίησες; λέγε. Ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν τοῦ κόσμου τούτου, λέει αυτός. Γιατί ἂν ἦτο, οἱ ὑπηρέται οἱ δικοὶ μου θὰ ἠγωνίζοντο ἵνα μὴ παραδοθῶ τοῖς Ἰουδαίοις. Ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν τοῦ κόσμου τούτου.

Δεν ξέρω πώς θα το πάρεις, ούτε αγιοσύνες, ούτε καλοσύνες – τίποτα, ο πιο έξυπνος άνθρωπος που έχω δει. Αυτό μόνο. Και να μη βοηθάει πουθενά. Ρε, είσαι βασιλεύς γιὰ ὄχι; Σὺ λέγεις ὅτι βασιλεύς εἰμι ἐγώ. Ἐγὼ γεγέννημαι καὶ ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον, ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ. Κι οι άνθρωποι της ἀληθείας τὴ φωνή μου την ἀκοῦνε.

Σκιάχτηκα. Απαντούσε λες κι απαντούσες εσύ στον εαυτό σου, κι έλεγες και το αυτονόητο. Δε μου ’χει ξανασυμβεί. Λες και διάλεγε από τις δικές σου σκέψεις τη μία και σωστή. Μιλούσε λες και μιλούσες εσύ, κι είχες και δίκιο.

Οι τράγοι είχανε κολλήσει στην πόρτα. Ἐγὼ οὐδεμίαν αἰτίαν εὑρίσκω ἐν αὐτῷ, λέω. Σιγά μη σας κάνω τη χάρη. Τι να  ’λεγα; Να δουλευόμαστε; Αλλά μπα. Σα να μιλάς σε τοίχο. Δεν είναι ότι έχεις μια κατηγορία και την κουβεντιάζαμε την κατηγορία, να βρούμε, φταίει, δε φταίει – ποιος φταίει. Όχι. Αυτοί θέλαν να πεθάνει. Τέλος. Το ’χω ξαναδεί. Θυσία – πώς το λένε. Εκτέλεση. Εξάλειψη. Να αποτρέψουν τον δικό τους τον θάνατο θέλαν – αυτό παιζόταν. Κινδυνεύαν οι ίδιοι, κατάλαβες; Πού να ξέρω – εμένα ρωτάς; Αλλά ήσαντε σε πανικό. Κάτι τους είχε ανακατέψει αυτός. Τους διέλυσε. Γιάτρευε λέει αρρώστους – ανάσταινε κόσμο. Σιγά μην έφερνε και τη βροχή και τη λιακάδα. Αλλά για να λεν αυτοί, κάποιο χάος τούς άνοιξε. Κάτι σκίστηκε, χάσμα, ξέρω ’γώ τι τους έκανε, σοφός σου λέω, και τώρα έμπαζε από παντού το σύστημα. Έπρεπε να τον τελειώσουν.

Ἔστι συνήθεια ἵνα ἕναν ἀπὸ σᾶς ἀπολύσω γιὰ τὸ Πάσχα. Βούλεσθε οὖν ὑμῖν ἀπολύσω τὸν βασιλέα τῶν Ἰουδαίων; Εκεί εγώ. Είχαμε τον Βαραββά στο μπουντρούμι, τον δαίμονα. Τον τρέμαν. Τίνα θέλετε ἀπολύσω ὑμῖν; Βαραββᾶν ἢ Ἰησοῦν τὸν λεγόμενον Χρισμένον; Μπας και πιάσει, κατάλαβες.

Βαραββᾶν, λέει! Μια φωνή. Ούτε σκέψη ρε. Με τη μία. Καὶ τί ποιήσω Ἰησοῦν τὸν λεγόμενον Χρισμένον; Αυτός στο μεταξύ, κιχ. Σταυρωθήτω! ουρλιάξανε.

Πεθαμένο τον θέλαν, σου λέω, κι αυτός και το ’ξερε, και ήξερε ότι μόνο να πεθάνει γινόταν. Τρόμος. Πήρα και ἀπενιψάμην τὰς χεῖρας ἀπέναντι τοῦ ὄχλου λέγων: ἀθῶός εἰμι ἀπὸ τοῦ αἵματος τοῦ δικαίου τούτου· ὑμεῖς ὄψεσθε. Ξέρεις. Μπας και. Τίποτα ρε, εκεί αυτοί: τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ἡμῶν.

Τελειώσαμε κι απ’ αυτό, φίλε. Τον θάψαν. Ήρθαν κάτι δικές του, τον κατεβάσαν, τον πλύναν. Τέλος. Τον κλάψανε, πάει.

Κατάλαβες; Το λέω μπας και το πιστέψω κι εγώ ότι πάει. Αλλά δεν. Σαν εκκρεμότητα το ’χω. Δε βλέπω να τελειώσαμε. Κοίτα τι μέρα που ’χει. Σαν ανακατάταξη. Δε θα πάει καλά αυτό. Δεν ξέρω. Μπορεί να επηρεάστηκα. Πιο έξυπνον δεν έχω δει ρε. Σκέψη απόλυτη. Λες και μιλούσε ο νόμος.

Ναι, να φύγεις. Δεν πειράζει. Μη μ’ ενοχλήσουνε πες – έχω δουλειά, έτσι πες.

Κι εγώ. Χαίρε.









Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...