Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Γεθσημανῆ


Ἔρχεται τότε μετὰ τῶν μαθητῶν ὁ Ἰησοῦς εἰς χωρίον τὸ λεγόμενον Γεθσημανῆ. Καὶ λέγει αὐτοῖς: γιὰ λίγο μόνο θὰ εἶμαι ἀκόμη μεθ᾿ ὑμῶν. Θὰ μὲ ἀναζητήσετε, ἀλλὰ ἐκεῖ ὅπου ὑπάγω ἐγώ, ὑμεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν. Δίδω ὑμῖν νὰ ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἐγὼ ἠγάπησα ὑμᾶς. Καί, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἀλλήλοις, θὰ τὸ καταλαβαίνουν οἱ πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε.

Μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία· πιστεύετε εἰς τὸν θεόν, καὶ εἰς ἐμὲ πιστεύετε· οὐκ ἀφήσω ὑμᾶς ὀρφανούς· ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς. Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή, ὑμεῖς τὰ κλήματα. Κι ὅταν ἔλθῃ ὁ παράκλητος ποὺ ἐγὼ θὰ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ποὺ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος θὰ μαρτυρήσῃ περὶ ἐμοῦ.

Καθίσατε τώρα αὐτοῦ. Ὑπάγω νὰ προσευχηθῶ.

Ἐπῆρε μαζή του μόνο τὸν Πέτρον καὶ τοὺς δύο υἱοὺς τοῦ Ζεβεδαίου. Καὶ λύπη πιὰ τὸν κατέλαβε καὶ αγωνία. Καὶ λέγει αὐτοῖς: περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου· μείνατε ἐδῶ καὶ τὸν νοῦ σας. Πῆγε λοιπὸν λίγο παρακεῖ κι ἔπεσεν χάμω προσευχόμενος, καὶ λέγων: πάτερ μου, εἰ δυνατόν, παρελθέτω ἀπ᾿ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο· όμως, ἅς γίνει οὐχ ὃπως ἐγὼ θέλω, ἀλλ᾿ ὃπως ἐσύ.

Καὶ γυρίζει στοὺς μαθητὰς καὶ εὑρίσκει αὐτοὺς καθεύδοντας. Καὶ λέγει τῷ Πέτρῳ: γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν· τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής.

Και πάει πάλι πιὸ κεῖ καὶ πάλι προσευχήθηκε λέγων: πάτερ μου, ἂν δὲ γίνεται τοῦτο τὸ ποτήριον παρελθεῖν ἀπ᾿ ἐμοῦ, καὶ μόνο νὰ τὸ πίω γίνεται, γενηθήτω τὸ θέλημά σου.

Κι ἔρχεται καὶ τοὺς εὑρίσκει ξανὰ καθεύδοντας· ἦσαν βλέπεις οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν βεβαρημένοι.

Καὶ τρίτη φορά ἐπῆγε, καὶ πάλι προσευχήθηκε, καὶ πάλι τὰ ίδια εἶπε. Καὶ πάλιν ἐγύρισε καὶ τοὺς βρῆκε κι ἐκοιμόνταν. Λέει: ἤγγικεν ἡ ὥρα· ἐγείρεσθε· ἄγωμεν.

Καὶ νά τὸ ἀπόσπασμα μὲ τὸν χιλίαρχον, καὶ τοὺς ὑπηρέτας τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν Φαρισαίων, μαζὴ καὶ ὁ Ἰούδας, κι ερχόνταν. Μετὰ φανῶν καὶ λαμπάδων καὶ ὅπλων. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς: τίνα ζητεῖτε; ἀπεκρίθησαν αὐτῷ: Ἰησοῦν τὸν Ναζωραῖον. Λέγει αὐτοῖς: ἐγώ εἰμι. Καὶ μὲ τὸ ποὺ τοῦς λέει, ἐκάμαν ὀπίσω αὐτοὶ καὶ ἔπεσον χαμαί. Καὶ τοὺς ξαναρωτᾶ: τίνα ζητεῖτε; και εἶπον αυτοί: Ἰησοῦν τὸν Ναζωραῖον. Ἀπεκρίθη αὐτός: σᾶς εἶπον ὅτι ἐγώ εἰμι. Ἐμὲ ζητεῖτε. Ἄφετε τούτους ἐδῶ νὰ φύγουν.

Κι ἔτσι ἐκπληρώθηκε ὅτι ἀπ’ τοὺς Δώδεκα ποὺ τοῦ δόθηκαν, δὲ θὰ ἔχανε κανέναν.

Τότε ὁ Σίμων ὁ Πέτρος ποὺ εἶχε μάχαιραν, τὴν ἐτράβηξε καὶ τὴν ἔπαιξε στὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως καὶ τοῦ ἀπέκοψεν τὸ ὠτίον τὸ δεξιόν· ἦν τὸ ὄνομα τοῦ δούλου Μάλχος. Καὶ λέγει ὁ Ἰησοῦς τῷ Πέτρῳ: βάλε τὴν μάχαιραν εἰς τὴν θήκην· οἱ λαβόντες γὰρ μάχαιραν, ἐν μαχαίρᾳ ἀποθανοῦνται.

Καὶ τὸν πιάσαν, τὸ απόσπασμα καὶ ὁ χιλίαρχος καὶ οἱ ὑπηρέται τῶν Ἰουδαίων, τὸν συνέλαβον τὸν Ἰησοῦν καὶ τὸν ἔδεσαν, καὶ ἀπήγαγον αὐτὸν κατ’ ἀρχὰς πρὸς Ἄνναν, τὸν πενθερὸ τοῦ ἀρχιερέως ἐκείνη τὴ χρονιά, τοῦ Καϊάφα.

Ἦτο δὲ ὁ Καϊάφας ὁ συμβουλεύσας τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι συμφέρει ἕναν ἄνθρωπον ἀπολέσθαι ὑπὲρ τοῦ λαοῦ.








Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σημεία

Καὶ ἐκόντευε νὰ παρέλθῃ ἡ μέρα τῆς πεντηκοστῆς, καὶ ἦσαν ἅπαντες μαζεμένοι ὁμόθυμοι. Καὶ ἐγένετο ἐξαίφνης ἐξ οὐρανοῦ ἦχος, ὥσπερ πνοὴ βιαία νὰ ὁρμᾷ ὁποῦ ἦσαν καθήμενοι, καὶ ἐγέμισεν ὁ οἶκος ὅλος. Και ὡσὰν να ἐξεχωρίστηκαν γλῶσσες φωτιᾶς, ἔκατσε καθεμιὰ στὸν καθένα τους, κι ἐγέμισαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν λαλιαῖς ἄλλες, καθὼς ποὺ τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς καὶ μιλοῦσαν. Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ κατοικοῦσαν Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους ὑπὸ τὸν ἥλιον. Γενομένης δὲ τῆς βοῆς ταύτης, ἐμαζεύθη πλῆθος. Καὶ τὰ ἔχασαν, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος στὴν δική του τὴν λαλιὰν νὰ τοῦ μιλούν. Κι ἐξίσταντο πάντες κι ἐθαύμαζον, λέγοντες πρὸς ἀλλήλους: καλὰ, Γαλιλαῖοι δὲν εἶναι πάντες αὐτοὶ οἱ λαλοῦντες; πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τη δική του τὴν λαλιά, τὴν μητρική; Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς Κυρήνης, καὶ οἱ παρεπιδημοῦντες ...

Σαρανταπέντε

Σαρανταπέντε είναι. Δε μπορεί. Κάποιος απ’ όλους θα ’ναι δικός σου. Γνωστός, φίλος, φίλος φίλου, φίλη, φιλεναδοφίλη – έχουμε απ’ όλα. Γιάννης και να γειάνεις είναι διπλανά, δεν είναι; Μπα. Ρίμα κάνει, τον κορέκτορα μπερδεύει, αλλά δεν έχει σχέση. Ή, νομίζεις ότι Ιωάννης κάτι έχει με αυγή. Το φως. Αλλά ούτε. Δεν είναι καν ελληνικά. Εβραίικα είναι. Yəhôḥānān (יהוחנן) και πιο σύντομα Yôḥānān (יוחנן). Δεν είμαστε και πολύ  μακριά από τον Εβραίο Θοδωρή. Το όνομα θα πει δώρο Θεού ή ο Θεός γενναιόδωρος. Παίζει κι έτσι, παίζει κι αλλιώς. Όπως το πάρεις. Κι έχουμε και τον Yaḥyā (يحيى). Αραβικά. Στο Κοράνι, στο Σουράτ Μαριάμ, ο γιός τού ηλικιωμένου Ζαχαρία και της επίσης ηλικιωμένης και στείρας γυναίκας του (19:1-15). Που όμως το Βιβλικό του όνομα είναι Yūḥannā (يوحنا). Όπως και να ΄χει, όχι σαρανταπέντε – εκατόν πέντε είναι, ζωή να ’χουν. Και τους ξέρουμε όλους. John F. Kennedy, Joan Baez, Johnny Depp, Jane Fonda, Janet Jackson, Janis Joplin, Jean Simmons για να πιάσουμε τους αγγλοτέτοιους....

Super flumina Babylonis

Super flumina Babylonis ilic sedimus et flevimus dum recordaremur tui, Sion in salicibus in medio eius suspendimus organa nostra. Στους ποταμούς της Βαβυλώνος εκεί καθίσαμε και κλάψαμε ενώ σε αναθυμόμασταν, Σιών (και) πάνω στις ιτιές, καταμεσής (της Βαβυλώνος) κρεμάσαμε τα όργανά μας. Πρόκειται για τους στίχους από τον Ψαλμό 136 κατά την εβραϊκή αρίθμηση (137 στη Βουλγκάτα), διάπυρη στιγμή του διωγμού, παρακάτω στη Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα: Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών· ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν· Οι Εβραίοι είναι εξόριστοι στους ποταμούς της Βαβυλώνας. Υποδουλωμένοι πλέον, θυμούνται την Ιερουσαλήμ και θρηνούν. Κι εκεί, στη Βαβυλώνα, πάνω στις ιτιές, κρεμούν το τραγούδι τους και δε θα το ξαναπιάσουν. Γιατί αυτοί που τους έφεραν εκεί, τους ζήτησαν να ψάλουν ιερά τραγούδια. Και τους έλεγαν: ψάλετέ μας τα ιερά άσματά σας, της Σιών. Κι οι Εβραίοι έλεγαν: πώς θα ψάλουμε εδώ τα ιερά μας άσματα; εδώ, στην...