Δός μοι πᾷ στῶ καὶ τὰν γᾶν κινήσω – δώσε μου τόπο να σταθώ, και τη γη θα μετακινήσω. Έτσι λένε ότι είπε ο Αρχιμήδης. Εντάξει. Λένε. Αλλά τα φέικ έπαιζαν από τότε. Σιγά μην είπε έτσι ο άνθρωπος. Ἐφ’ ᾧ λέγεται εἰρηκέναι, σημειώνει ο Πάππος ο Αλεξανδρεύς, δός μοί (φησι) ποῦ στῶ καὶ κινῶ τὴν γῆν. Στω, πάντως. Πού να σταθεί, έψαχνε ο αρχαίος σοφός.
Ο Λούθηρος πάλι δεν είχε θέμα πού να σταθεί: Hier stehe ich. Σαφής. Ich kann nicht anders – αλλιώς δεν δύναμαι. Μάλιστα. Ούτε αυτός το ’πε ακριβώς έτσι. Αλλά τέλος πάντων είναι γενικώς παραδεδεγμένο ότι αυτό ήτο το νόημα: εδώ στέκομαι, κύριοι.
Ούτε ο σταυρός έχει θέμα πού να στέκεται. Κι αυτός γνωρίζει πολύ καλά. Αφού δε θα πει ένα ξύλο κάθετο κι ένα ξύλο οριζόντιο, όπως το ’χουμε σήμερα στο μυαλό μας. Όχι. Σταυρός θα πει πάσσαλος. Βεβαίως – μη με κοιτάς έτσι: καὶ ἐπαναχωρήσασα ἡ πᾶσα στρατιὰ τήν τε ὑποτείχισιν καθεῖλον καὶ τὸ σταύρωμα ἀνέσπασαν καὶ διεφόρησαν τοὺς σταυροὺς παρ᾽ ἑαυτοὺς καὶ τροπαῖον ἔστησαν, γράφει ο Θουκυδίδης. Και συμπτύχθηκε, δηλαδή, πας ο στρατός, κατεδάφισαν το αντιτείχισμα, ξεριζώσαν το πασσαλόφραγμα, κουβάλησαν τους πασσάλους στο δικό τους στρατόπεδο, και στήσαν τρόπαιον.
Μια ριζούλα τα κάνει όλα αυτά τα κόλπα, ίσταται, στέκεται, στήνει, ξεστήνει, σταυρώνει, ανασταίνεται κι αναστατώνει, παίρνει αυτήν ή την άλλη στάση, σταθεροποιεί και αποσταθεροποιεί, αντιστέκεται και κοντοστέκεται, μιλάμε δε βρίσκεις άκρη, μην το ζαλίζουμε, μας παραμονεύει παντού: *steh₂- αγαπητέ μου. Τι ’ν’ αυτό, θα μου πεις τώρα, και δικαίως. Είναι μια υπόθεση εργασίας, θα σου πω εγώ. Μια βάση απ’ την οποία ξεπετάγονται συγγενικά.
Των τρένων ο σταθμός, κι ένας σταθμός στην ιστορία, να κι ο Σταύρος, να κι ο στάβλος, να των νερών η στάθμη, να οι φάσεις οι στημένες, να και τα στασίδια των ανδρών από δω, των γυναικών από κει – άστατος ο καιρός λέμε, θα κάνω στάση στη διπλή γραμμή του δρόμου, κατάλαβες; να σταματήσω θέλω την κυκλοφορία.
Σε σταντ τα βάζουμε τα προϊόντα μας, όπως here I stand δηλαδή, σε σταντ-απ κόμεντι πηγαίνουμε, στατικές μελέτες κάνουμε, μη μας έρθουν στο κεφάλι τα μπετά, κι οι στατήρες ήταν βάρη, το ’ξερες; βάρη που μετρούσες. Και μετά νομίσματα. Le quattro stagioni dell’anno, οι τέσσερεις στάσεις του χρόνου, εποχές πα να πει, stagione, από το statio, -onis, από το stare που θα πει στέκομαι, να το πάλι. Που πήρε κι άλλο δρόμο: και stagione αλλά και stazione, απ’ την ίδια ρίζα. Και station ασφαλώς, και stay, να και PlayStation, να κι η στάνη με τα πρόβατα – μην αρχίσουμε τώρα, δε θα πάει καλά αυτό – δε θα τελειώσουμε ποτέ.
Μπαρμπαστάθης, ας πούμε, εκτός από μάρκα που φύεται στα σούπερ μάρκετ, είναι και ο Ευστάθιος – η ευστάθεια του πλοίου, ο constans, ο άλλος σταθερός, ο βέβαιος, ο μόνιμος, και πείσμων κάποτε, ο τον χαβά του, και η constantia, η σταθερότητα, stabat mater, ίστατο η μήτηρ, από κοντά ο ιστός της αράχνης, πιθανά και το στάδιον που μετρά τις αποστάσεις, Σταθόπουλος και Κωνσταντόπουλος – αποστάσεις είπα και θυμήθηκα την Κωνσταντινούπολη.
Ύπουλη ριζούλα. Αποστάτης, επιστάτης κι επαναστάτης. Επιστήμη, των ανθέων οι στήμονες και του αργαλειού τα στημόνια, στάσου ρε Σταμάτη, ιστιοπλοΐα και καθεστώς. Ό,τι κι αν σκεφτείς, κάπου κοντά θα στέκεται. Αναντικατάστατη. Το πιάνεις τώρα το υπονοούμενο; Do you understand?
Verstehst du, Κώστα μου;

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου