Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τι κάνουμε τώρα;



Τι κάνουμε τώρα, με ρωτάς.

Αυτό αναρωτιόμαστε όλοι. Αυτός είναι όλων μας ο τρόμος. Τι κάνουμε τώρα που το σύστημα κλυδωνίζεται. Το σύνδρομο της Βαϊμάρης. Γι αυτό φωνάζουμε ότι πρέπει επειγόντως να βρεθεί η εξώπορτα. Αλλιώς κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να βγάλει το σκοτάδι. Τα αδιέξοδα εκκολάπτουν εφιάλτες. Ο Χίτλερ θα είχε παραμείνει ένας άσημος Αυστριακός δεκανέας αν δεν είχε βρει ταπεινωμένους Γερμανούς να τον ψηφίσουν για να πετύχει την απαλλαγή από την οικονομική ασφυξία και το SPD, την εθνική ανόρθωση, την ακύρωση της συνθήκης των Βερσαλλιών και τον επανεξοπλισμό της Ράιχσβερ. Σου θυμίζουν τίποτα όλ' αυτά; Ας είναι καλά ο Νοβότνι που τα ξεστόμισε, τραπεζίτης άνθρωπος. Κι ο Κράισκι τα 'χει πει.

Αυτήν τη στιγμή ο προφανής κίνδυνος είναι ο μικρός καταληψίας. Ο Άγγελος Εξάγγελος, που τάζει ό,τι να 'ναι. Γιατί πίνει από την κυρίαρχη σήμερα φλέβα, την αριστερή. Αλλά έχουμε άλλα δύο πουλάκια που καραδοκούν. Για την ώρα η πολιτική τους οργάνωση είναι μηδαμινή. Αλλά τα δύσκολα έπονται. Κάθονται τα δυο τους στο δεξί κλαδί, δίπλα δίπλα. Το ένα από τα δύο δεν έχει και πολλά να κελαϊδήσει. Αλλά το δεύτερο έχει και παραέχει. Είναι βαμπίρ. Είναι σιγανό ποτάμι. Μόλις ανοίξει το στόμα του και ξεράσει τα δίκια του, αλίμονό μας στην κατάσταση που είμαστε και χρειαζόμαστε χάιδεμα στ' αυτιά. Για την ώρα περιορίζεται να δέρνει μετανάστες και να βοηθάει γιαγιές. Πίσω του όμως έχει την Άνιμα. Τον Εωσφόρο.

Ο καταληψίας είναι πολιτικό ζώο και τόπιασε με τη μία. Έτσι, προεκλογικά πρότεινε συνεργασία στο ένα από τα δύο τα πουλάκια. Στο καμμένο. Ήξερε τι έκανε. Αν του καθότανε, θα 'τρωγε λίγο απ' τ' άλλο το πουλάκι. Αν όχι, τότε θα 'τρωγε το ίδιο το καμμένο. Όπερ και εγένετο. Το καμμένο πέταξε μακριά τραυματισμένο, και το άλλο κράτησε τα ποσοστά του. Και τώρα οι δυό τους. Ο καταληψίας και το πουλάκι που απέμεινε.

Ο ένας είναι προϋπόθεση και αποτέλεσμα του άλλου. Και οι δύο φύονται στους ίδιους αγρούς. Το ίδιο κτήνος καβαλούν για να επικρατήσουν. Και οι δύο απαντούν στην ίδια παρόρμηση για δίκιο. Και οι δυο ακούν τον ίδιον άνεμο.

Αυτή τη στιγμή νομίζουμε ότι το έργο είναι δωσιλογική κυβέρνηση μνημονίου βέρσους αμόλυντη αντιμνημονιακή αντιπολίτευση. Μας διαφεύγει ότι όσο κρατάει η καταιγίδα, κυβέρνηση από αντιπολίτευση δεν μπορούν να χωρίζονται από χάος. Ο καταληψίας μάς την έφερε ολωνών. Για να τον ψηφίσουμε, μας είπε να μην ανησυχούμε, αυτός θα διαπραγματευτεί σαν άνθρωπος. Μόλις ήρθε δεύτερος, φόρεσε την άλλη στολή: πώς να συμμετάσχω εγώ σε κυβέρνηση; Αφού με ψηφίσατε να καταγγέλλω! Και άλλαξε και τη ρητορική του. Ο χοντρός τόπιασε αμέσως, αλλά με το κακό όνομα πούχει, ποιος τον ακούει. Ο καλαματιανός περί άλλα τυρβάζει, και δεν έδωσε σημασία. Κι ο ανιαρός με το άιπαντ τώρα είναι που δεν τολμά να θέσει το θέμα, αφού έχει ήδη φορτωθεί την ευθύνη της πρώτης φοράς.

Έτσι ο μικρός θα πάρει την προσφιλή του θέση. Θα κάτσει στην κερκίδα και θα πετάει πέτρες μες τον αγωνιστικό χώρο. Και θα προσπαθεί να κερδίσει χρόνο. Να γίνει άνθρωπος. Να συγκροτήσει το κόμμα του. Γιατί αυτό το πενταπλάσιο που πήρε σε σχέση με την προηγούμενη φορά, μπορεί και να τον χαλάσει αν δεν προσέξει πολύ.

Καταλαβαίνεις ότι η πύλη στο χάος έχει ανοίξει. Έτσι και γίνουν επεισόδια στον αγώνα, που είναι βέβαιο ότι θα γίνουν, θα δυναμώσει τις κραυγές του το πουλάκι το δεξί, οι εωσφόροι: αξιοπρέπεια, εθνική ανεξαρτησία, η Ελλάδα στους Έλληνες.

Κανείς δε θ' αντιδράσει. Ο μικρός καταληψίας θα μας έχει συνηθίσει σ' αυτήν τη συνθηματολογία. Δε θα καταλαβαίνουμε τη διαφορά. Κι ύστερα θα πυρποληθεί η Βουλή. Και κανείς δε θα πιστέψει ότι δεν το 'κανε το παλιόπαιδο. Και μετά τα συνθήματα θα χοντρύνουν: έξω οι ξένοι και οι φίλοι τους τα κουμμούνια, θάνατος στις αδερφές και στους εβραίους.

Το σύνδρομο της Βαϊμάρης: επονείδιστη συνθήκη που συνήψαν προδότες + οικονομική ασφυξία -> άνοδος της αριστεράς -> βασανιστική επιμήκυνση της ασφυξίας + αναρχία + χάος -> άνοδος του φασισμού για απαλλαγή από τα κουμμούνια, κατάργηση του μνημονίου, εθνική ανόρθωση.

Αν πάμε εκεί, θα είναι ήδη αργά. Το φίδι θα 'χει ήδη εκκολαφθεί και θα κυκλοφορεί ελεύθερο.

Κι αλίμονό μας.



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...