Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ρομπέν των Δασών

Απόκριες θα πει βελούδο

Θα πει συγκεκριμένη μυρωδιά – γιατί τα ρούχα που φοράμε την Κυριακή της Αποκριάς έχουν συγκεκριμένη μυρωδιά

Βελούδο. Τσόχα. Που δεν τα φοράς αλλού και άλλοτε. Μόνο την Αποκριά. Ρομπέν των Δασών. Ο Ρομπέν των Δασών έχει ένα καπέλο με ένα φτερό. Κι ένα τόξο αλλά αντί για χορδή έχει μισινέζα. Πετονιά. Απ’ αυτή που πιάνουμε ψάρια. Όχι και πολύ χοντρή. Μα γίνεται αυτό; Πώς είναι μια αληθινή χορδή τόξου τού Ρομπέν των Δασών; Έτσι; Σαν πετονιά παιχνιδιού;

Και για βέλος ένα βεργάκι ξύλινο πανάλαφρο που στην πίσω άκρη έχει μια εγκοπή ώστε να σκαλώνει εκεί η μισινέζα, η χορδή του τόξου, και να το τραβάς προς τα πίσω τανύζοντάς το, και δίνοντας φόρα, και το τόξο να καμπυλώνει, και μπροστά το βέλος και καλά έχει μια μύτη από γλασέ σκληρό χαρτί – δήθεν μεταλλικό, αλλά είναι χάρτινο – διαρκώς τσαλακωμένο είναι – δε μπορώ να καταλάβω γιατί γλασέ χαρτί; αυτό δεν κάνει καλά τη δουλειά του – έτσι ήταν το βέλος του Ρομπέν;

Αλλ’ αυτό μας μάρανε; το βέλος; και το τόξο χάλια είναι και ο Ρομπέν φορά κι ένα πράσινο καλσόν – πράσινο καλσόν φορούσε ο Ρομπέν στ’ αλήθεια; ναι, έτσι λέει η μαμά.

Είχαν εκείνη την εποχή – αλήθεια – ποια ήταν εκείνη η εποχή; είχαν εκείνη την εποχή καλσόν πράσινα; κι αν είχαν καλσόν πράσινα πάντως δε φορούσαν μπορντό σκαρπίνια. Αυτό είναι σίγουρο. Είναι λάθος αυτά τα μπορντό σκαρπίνια μου αλλά δεν ξέρω γιατί και ούτε ξέρω τι πρέπει να κάνω. Πάντως είναι λάθος.

Και όλος μαζί μυρίζω τσόχα – σιγά μη μύριζε τσόχα ο Ρομπέν των Δασών. Τσόχα από το πράσινο σακάκι του Ρομπέν και κρέμονται και δερμάτινα καφέ κρόσια αλλά δεν είναι καλά ραμμένα πάνω στο σακάκι κι εδώ έχουν ψιλοξηλωθεί – χάλι μαύρο.

Ενοχλητική αυτή η ατέλεια. Και μια φαρέτρα από σκληρό χαρτόνι τυλιγμένο σε χαρτί γλασέ μαύρο ολόκληρη, και το στόμιό της σε χαρτί γλασέ μεταλιζέ, κι έχει μέσα η φαρέτρα δύο βέλη... σιγά μην είχε δύο βέλη ο Ρομπέν των Δασών – ένα σωρό βέλη θα είχε, είμαι σίγουρος...

Η μαύρη ζώνη ψεύτικη, γυαλιστερή, από κάτι πλαστικό, και μια αγκράφα γυαλιστερή μεταλιζέ αλλά κι αυτή από κάτι πλαστικό – γιατί είμαι βέβαιος ότι όλ’ αυτά είναι ένα μεγάλο λάθος; πώς θα μ’ αγαπάει ένα κορίτσι με τόσα λάθη πάνω μου;

Κι αυτό σαν φουστίτσα που φορώ δεν είμαι και τόσο βέβαιος ότι είναι το κατάλληλο – φουστίτσα φορούσε ο Ρομπέν των Δασών; Κι αυτά τα σκαρπίνια γλιστρούν – πώς έκανε τις δουλειές του ο Ρομπέν των Δασών – με σκαρπίνια;

Δε μπορεί να μύριζε τσόχα ο Ρομπέν – τι ωραίο όνομα που είχε! Ρομπέν – μ’ αρέσει να με λένε Ρομπέν – αποκλείεται όμως, κάπως αλλιώς θα μύριζε αλλά δε μπορώ να το βρω πώς θα μύριζε. Και είχε ένα φτερό στο καπέλο κόκκινο; Μα αυτό εδώ είναι παρμένο από το φτερό που ξεσκονίζει η κυρία Ανδρονίκη και της δείχνει η μαμά πού να ξεσκονίσει, και είναι φτερό μικρό και τσουρούτικο και δε φουντώνει ψηλά όπως πρέπει και είναι περασμένο στο καπέλο κι άμα κάνεις ηρωισμούς ως Ρομπέν των Δασών, το φτερό στραβώνει και θέλει ξανά ίσιωμα, και η φαρέτρα ανεβαίνει στο λαιμό και σε πνίγει – όλα λάθος είναι...

Κάτι δεν πάει καθόλου καλά με τον Ρομπέν των Δασών – κάτι δεν πάει γενικώς καλά – το βλέπω. Τ’ άλλα παιδιά γελούν και είναι χαρούμενα αλλά αυτό είναι όλο ένα λάθος. Δεν είναι δυνατόν – είναι σκλαβιά αυτό το να μην είσαι μεγάλος και να μη μπορείς να βρεις την άκρη – και να μυρίζεις τσόχα – μεγάλη σκλαβιά γιατί εδώ όλα δείχνουν λάθος.

Και τόσο μελαγχολικά




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σημεία

Καὶ ἐκόντευε νὰ παρέλθῃ ἡ μέρα τῆς πεντηκοστῆς, καὶ ἦσαν ἅπαντες μαζεμένοι ὁμόθυμοι. Καὶ ἐγένετο ἐξαίφνης ἐξ οὐρανοῦ ἦχος, ὥσπερ πνοὴ βιαία νὰ ὁρμᾷ ὁποῦ ἦσαν καθήμενοι, καὶ ἐγέμισεν ὁ οἶκος ὅλος. Και ὡσὰν να ἐξεχωρίστηκαν γλῶσσες φωτιᾶς, ἔκατσε καθεμιὰ στὸν καθένα τους, κι ἐγέμισαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν λαλιαῖς ἄλλες, καθὼς ποὺ τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς καὶ μιλοῦσαν. Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ κατοικοῦσαν Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους ὑπὸ τὸν ἥλιον. Γενομένης δὲ τῆς βοῆς ταύτης, ἐμαζεύθη πλῆθος. Καὶ τὰ ἔχασαν, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος στὴν δική του τὴν λαλιὰν νὰ τοῦ μιλούν. Κι ἐξίσταντο πάντες κι ἐθαύμαζον, λέγοντες πρὸς ἀλλήλους: καλὰ, Γαλιλαῖοι δὲν εἶναι πάντες αὐτοὶ οἱ λαλοῦντες; πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τη δική του τὴν λαλιά, τὴν μητρική; Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς Κυρήνης, καὶ οἱ παρεπιδημοῦντες ...

Σαρανταπέντε

Σαρανταπέντε είναι. Δε μπορεί. Κάποιος απ’ όλους θα ’ναι δικός σου. Γνωστός, φίλος, φίλος φίλου, φίλη, φιλεναδοφίλη – έχουμε απ’ όλα. Γιάννης και να γειάνεις είναι διπλανά, δεν είναι; Μπα. Ρίμα κάνει, τον κορέκτορα μπερδεύει, αλλά δεν έχει σχέση. Ή, νομίζεις ότι Ιωάννης κάτι έχει με αυγή. Το φως. Αλλά ούτε. Δεν είναι καν ελληνικά. Εβραίικα είναι. Yəhôḥānān (יהוחנן) και πιο σύντομα Yôḥānān (יוחנן). Δεν είμαστε και πολύ  μακριά από τον Εβραίο Θοδωρή. Το όνομα θα πει δώρο Θεού ή ο Θεός γενναιόδωρος. Παίζει κι έτσι, παίζει κι αλλιώς. Όπως το πάρεις. Κι έχουμε και τον Yaḥyā (يحيى). Αραβικά. Στο Κοράνι, στο Σουράτ Μαριάμ, ο γιός τού ηλικιωμένου Ζαχαρία και της επίσης ηλικιωμένης και στείρας γυναίκας του (19:1-15). Που όμως το Βιβλικό του όνομα είναι Yūḥannā (يوحنا). Όπως και να ΄χει, όχι σαρανταπέντε – εκατόν πέντε είναι, ζωή να ’χουν. Και τους ξέρουμε όλους. John F. Kennedy, Joan Baez, Johnny Depp, Jane Fonda, Janet Jackson, Janis Joplin, Jean Simmons για να πιάσουμε τους αγγλοτέτοιους....

Super flumina Babylonis

Super flumina Babylonis ilic sedimus et flevimus dum recordaremur tui, Sion in salicibus in medio eius suspendimus organa nostra. Στους ποταμούς της Βαβυλώνος εκεί καθίσαμε και κλάψαμε ενώ σε αναθυμόμασταν, Σιών (και) πάνω στις ιτιές, καταμεσής (της Βαβυλώνος) κρεμάσαμε τα όργανά μας. Πρόκειται για τους στίχους από τον Ψαλμό 136 κατά την εβραϊκή αρίθμηση (137 στη Βουλγκάτα), διάπυρη στιγμή του διωγμού, παρακάτω στη Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα: Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών· ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν· Οι Εβραίοι είναι εξόριστοι στους ποταμούς της Βαβυλώνας. Υποδουλωμένοι πλέον, θυμούνται την Ιερουσαλήμ και θρηνούν. Κι εκεί, στη Βαβυλώνα, πάνω στις ιτιές, κρεμούν το τραγούδι τους και δε θα το ξαναπιάσουν. Γιατί αυτοί που τους έφεραν εκεί, τους ζήτησαν να ψάλουν ιερά τραγούδια. Και τους έλεγαν: ψάλετέ μας τα ιερά άσματά σας, της Σιών. Κι οι Εβραίοι έλεγαν: πώς θα ψάλουμε εδώ τα ιερά μας άσματα; εδώ, στην...