Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πρωτομαγιά


– Πρωτομαγιά σήμερα.
– Συγγνώμη;
– Λέω, Πρωτομαγιά σήμερα.
– Καθόλου.
– Τι καθόλου; Να το ημερολόγιο.
– Πρώτη Μαΐου λέει το ημερολόγιο.
– Το ίδιο λέμε.
– Όχι. Εσείς είπατε Πρωτομαγιά.
– Ε, πρώτη Μαΐου δεν είναι Πρωτομαγιά;
– Ουδόλως. Άλλο πρώτη Μαΐου, κι άλλο Πρωτομαγιά.
– Δεν σας αντιλαμβάνομαι.
– Σήμερα είναι πρώτη Μαΐου και του Θωμά.
– Παρακαλώ;
– Του Θωμά, κύριε. Κυριακή του Θωμά.
– Α, ναι! Του απίστου.
– Που αμφιβάλλει, κύριε, όχι του απίστου. Που αμφιβάλλει.
– Παρντόν;
– Ο Θωμάς που αμφιβάλλει. Doubting Thomas. Δεν είναι άπιστος. Αμφιβάλλει. Θέλει να διαπιστώσει. Ν’ αγγίξει. Να πιάσει.
– Δεν τη βλέπω τη διαφορά – μη σας γελάσω φοβάμαι.
– Ο άπιστος δεν πιστεύει, αγαπητέ. Αυτό. Μεγάλη διαφορά. Και τα σημάδια ν’ ακουμπήσει, είναι συνωμοσία θα σου πει. Τον γελάς αυτόνε;
– Ένα δίκιο το ’χετε.
– Ενώ ο Θωμάς αμφέβαλλε.
– Αυτό. Αμφέβαλλε.
– Ακριβώς. Θεία προοικονόμησις.
– Ποιανής θεία;
– Προοικονόμησις. Αμφέβαλλε για να πιστέψει.
– Αμφέβαλλε για να πιστέψει;
– Ακριβώς.
– Έχετε κοιταχτεί εσχάτως;
– Όπως και στη Μετάσταση της Θεοτόκου. Κι εκεί αμφέβαλλε.
– Μπα;
– Βέβαια. Κι όταν φτάσαν εκεί οι άλλοι Απόστολοι και θαύμαζαν, να ο τάφος της, αυτός, τι λέτε ρε, τους λέει. Έχει αναληφθεί, κύριοι. Ορίστε η Ζώνη της.
– Το είπε αυτό ο Θωμάς;
– Εμ!
– Δηλαδή ο Θωμάς πρώτα αμφέβαλλε και μετά πίστευε.
– Ακριβώς.
– Και γιατί το ’χε αυτό το χούι;
– Διότι αν δεν αμφέβαλλε πώς θα πίστευε.
– Με τρομάζετε.
– Έπρεπε να αμφιβάλλει, κύριε, ώστε να πιστέψει μετά. Τι σας τρομάζει;
– Παραδοξολογείτε.
– Είπαμε, πρόκειται για θεία προοικονόμηση. Αυτό που οι κινηματογραφιστές λένε σενάριο. Οι θεολόγοι το λένε προοικονόμηση. Τι σας δυσκολεύει τόσο πολύ;
– Και γιατί το σενάριο να θέλει να αμφιβάλλει;
– Ώστε μετά να πιστεύει.
– Χαααχαχαχαχα!
– Μη γελάτε, κύριε. Χρειάζεται ο αμφιβάλλων να βεβαιωθεί. Ως γνήσιος δίδυμος. Να πληρωθεί το ζητούμενο. Και μαζί του να βεβαιωθούμε άπαντες.
– Σας έχασα.
– Δίδυμος, κύριε. Θωμάς θα πει δίδυμος. תְּאוֹמָא. Αραμαϊκά.
– Δεν σας παρακολουθώ.
– Δεν πειράζει. Αφήστε το. Άμα κάτι το πιστεύουν όλοι, τότε δεν υπάρχει. Πρέπει κάποιος να αμφιβάλλει κι έτσι αυτό να λάβει δικαίωση. Έτσι δεν είναι;
– Είστε έτσι από μικρός;
– Δε βοηθάτε τη συζήτηση.
– Ποια συζήτηση. Παραλογίζεσθε.
– Καθόλου, κύριε.
– Πού κολλάν αυτά με την Πρωτομαγιά;
– Όχι Πρωτομαγιά. Πρώτη Μαΐου.
– Άντε πάλι. Εντάξει. Πρώτη Μαΐου.
– Διότι Πρωτομαγιά είναι άλλο πράμα. Είναι απεργία.
– Ενώ πρώτη Μαΐου δεν είναι;
– Όχι βέβαια.
– Πάτε καλά;
– Εσείς δεν πάτε καλά. Απεργία κυριακάτικα;
– Τι σας χαλάει;
– Ότι για να απεργήσουν πρέπει να ’ναι μέρα που δουλεύουν.
– Μπερδεμένο.
– Καθόλου.
– Κι αυτό θεολογικό, να υποθέσω.
– Περίπου.
– Ασχολείται με τα εργατικά η θεολογία;
– Δεν πέφτετε και πολύ έξω.
– Δηλαδή;
– Ασχολείται με τα της πίστεως. Κι αφού τα εργατικά είναι κι αυτά της πίστεως...
– Τώρα με χάσατε.
– Τι δεν καταλαβαίνετε; Πρέπει οι αθρώποι να μην πάνε δουλειά, λέμε. Αλλά με τσαμπουκά. Όχι γιατί πέφτει Κυριακή. Γιατί έτσι γουστάρουν. Οπότε για να πιάσει, πρέπει να γίνει μέρα εργάσιμη.
– Άρα;
– Άρα άμα η πρώτη Μαΐου πέφτει αργία, η Πρωτομαγιά πρέπει να γίνει την πρώτη εργάσιμη που έπεται.
– Για σκέψου.
– Ενεός μένετε.
– Κολιάτσου μένω. Και δε σας καταλαβαίνω.
– Είναι κινητή εορτή η Πρωτομαγιά, κύριε. Πώς είναι τ’ Άη Γιωργιού που είναι εικοσιτρείς Απριλίου, εκτός κι αν πέσει πριν το Πάσχα, οπότε πάει μετά;
– Και;
– Έτσι είναι και η Πρωτομαγιά. Είναι πρώτη Μαΐου, εκτός κι αν πέσει αργία, οπότε πάει μετά.
– Έχει κι αυτή σχέση με το Πάσχα, δηλαδή;
– Μπορεί. Πέρσι δεν έπεσε Μέγα Σάββατο η πρώτη Μαΐου, και τρέχαμε να στριμώξουμε τον Άη Γιώργη τη Δευτέρα της Διακαινησίμου, να κάνουμε Πρωτομαγιά την Τρίτη; Τέσσερεις Μαΐου δεν πήγε πέρυσι η Πρωτομαγιά;
– Κάτι θυμάμαι, τώρα που το λέτε.
– Είδατε;
– Θρησκευτικά. Ποτέ δεν ήμουν φίλος.
– Δεν πειράζει. Πάντα κάποιος βρίσκεται που είναι.
– Και γιατί πέφτουν όλα μαζί και μπουρδουκλωνόμαστε;
– Διότι έτσι. Κάθε τέτοιον καιρό γίνεται ανάστα ο Κύριος. Το σύμπαν. Άνοιξη. Η ανάσταση του παντός.
– Θεολογικό κι αυτό;
– Περίπου. Ανθεστήρια. Φλοράλια. Μαϊούμα. Η Μαία και ο Μάιος. Ο Άδωνις – κάντε και κανένα γκουγκλάρισμα, δεν παθαίνετε κάτι.
– Και η Πρωτομαγιά;
– Τι η Πρωτομαγιά;
– Τι δουλειά έχει με τη θεολογία;
– Άνθρωποι δεν είναι κι αυτοί;
– Οι κομμουνισταί;
– Βέβαια.
– Ναι, αλλά είναι άθεοι.
– Ναι, αλλά είναι άνθρωποι.
– Οπότε;
– Άνθρωπος χωρίς Ανάσταση;
– Δε γίνεται, ε;
– Εσείς τι λέτε;
– Δεν έχουν το θεό τους.
– Ενώ οι υπόλοιποι τον έχουν;





Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...