Όταν γύριζες το από κάτω ερχόταν η πίσω πλάκα και κατέβαινε κι έφερνε τους σφιγκτήρες στη θέση που τους ήθελες οπότε έπρεπε να γυρίσεις και το αποπάνω που τους έκλεινε να μπορούν να την πιάσουν τη φλάντζα να την κρατήσει σωστά ή μήπως γύρναγες πρώτα το αποπάνω δε θυμάμαι τώρα εσείς τα φκιάνετε στον αυτόματο βάνεις τη φλάντζα και μετράει αυτό και ξέρει το μηχάνημα να μπορέσεις εσύ μετά να το δουλέψεις αλλά δουλειά έτσι δε γίνεται αυτό ξέρω εγώ – όχι μην το πετάξεις τι παλιοσίδερα όλο και κάποιος θα βρεθεί να το θέλει τρελός είσαι; μην το πετάξεις σου λέω.
Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου