Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Μού(ν)τζα

Μού(ν)τζα και μου(ν)τζώνω ήταν οι δυο λεξούλες που απασχόλησαν φίλη μας χθες σε ανάρτησή της. Η σημασία και η καταγωγή τους. Να την ευχαριστήσουμε θερμά για την αφορμή, κι ας μας επιτραπεί να σκαλίσουμε το θέμα λίγο βαθύτερα. Κάτω από τις δύο λεξούλες και πλάι τους, αναζητώντας την ιστορία τους, βρίσκουμε πολύ πράμα.

Μού(ν)τζα, λοιπόν, από το μου(ν)τζώνω ή μου(ν)τζαλώνω, που θα πει γεμίζω το πρόσωπο κάποιου με καπνιά ή ακαθαρσίες. Το ΕΛΝΕΓ υποθέτει σύνδεση με το περσικό muzh, αλλά η λατινική αυτή γραφή της λέξης δεν βοηθά στη διασταύρωση της πληροφορίας.

Ας πάμε όμως στο Βυζάντιο, όπου πράγματι υπήρχε σχετική ποινή. Όχι απλώς της μούντζας, κι όχι για μικρά παραπτώματα – ήταν ποινή σοβαρή. Και δεν την εκτελούσε ο δικαστής. Μπορούσε να διαρκέσει ώρες. Διάφοροι κατώτεροι υπάλληλοι έκαναν την προεργασία και οδηγούσαν τον καταδικασμένο στο πλήθος, το οποίο αδημονούσε να αναλάβει τα υπόλοιπα. Κλέφτες, μοιχοί και μοιχαλίδες, αλλά και πατριάρχες και βασιλείς, πρώτα κουρεύονταν. Ή, όπως λεγόταν τότε, κουράζονταν – λέξη που κι αυτή σήμαινε καταναγκαστικό κούρεμα.

Προετοιμασία από την οποία σήμερα επιβιώνει στη γλώσσα μας η κούραση κι ο κουρασμένος. Κουράστηκα, λέμε, κι η λέξη σημαίνει καταπονήθηκα, ίσως και εξουθενώθηκα. Και κατάγεται από κείνη την καταναγκαστική κουρά που, το πρώτο που κατάφερνε, σε μια εποχή που η πλούσια κόμη ήταν εκ των ων ουκ άνευ, συστατικό της εικόνας ανδρών και γυναικών, ήταν να μειώσει και να εξουθενώσει το θύμα.

Κατόπιν τους άλειφαν το πρόσωπο με ασβόλη, δηλαδή καπνιά. Τους αποσβόλωναν. Όπως οι αρχαίοι με πηλό, που τους προπηλάκιζαν. Η ασβόλη είναι που λεγόταν και μού(ν)τζα, από το μουντό χρώμα. Τους μούντζωναν, λοιπόν. Κι ύστερα τους ανέβαζαν σε γάιδαρο να κάθονται στραμμένοι προς τα καπούλια του ζώου και κρατώντας την ουρά του. Και τους τριγύριζαν στους δρόμους, τους συγύριζαν, πομπή ολόκληρη με φωνές, τραγούδια και χάχανα. Δηλαδή τους διαπόμπευαν. Μια καλή συνοδεία για την διαπόμπευση ήταν οι καμπάνες που ηχούσαν πανηγυρικά ένα γύρω. Την άκουγε λοιπόν ο διαπομπευόμενος την καμπάνα. Και συνήθως ο όχλος φρόντιζε να κρεμάσει στον δυστυχή και κουδούνια, κι έτσι σήμερα λέμε ότι κρεμάμε κουδούνια σε κάποιον που ντροπιάζουμε.

Μάλιστα κατά τη διάρκεια της σεμνής τελετής, το φιλοθεάμον κοινό περιέλουε τον διαπομπευόμενο με εντόσθια, αρνίσια και κατσικίσια, ή και περιττώματα, δηλαδή τον έχεζε. Κι ήταν πολύ τυχερός ο περί ου ο λόγος αν ήταν σε θέση να τα βλέπει όλα αυτά. Αν δηλαδή το αδίκημα ήταν έλασσον ή η περιρρέουσα ατμόσφαιρα ήπια, πράγμα που θα πει ότι είχε γλιτώσει την τύφλωση.


Μού(ν)τζα, μου(ν)τζώνω, μου(ν)τζαλώνω, μούντζωσέ τα. Με μούντζωσαν οι μοίρες. Τον μούντζωσε η τύχη. Κι από κει η μουντζούρα, από κει κι ο μούρτζουφλος, δηλαδή ο μουτζωμένος και τυφλωμένος. Κουρεύω – θα σε κουρέψω, καημένε. Ρε δεν πα να κουρεύεσαι. Κουράζω, κουράστηκα, είμαι κουρασμένος, τον κούρασαν οι αναποδιές. Αποσβολώνω, έμεινα αποσβολωμένος και τον κοίταζα. Προπηλακίζω – κατηγορούνται για τον προπηλακισμό του θύματος. Θα φας καμπάνα που θα ’ναι όλη δική σου, μεγάλε. Κρεμάω κουδούνια – έτσι που πας θα σου τα κρεμάσουνε τα κουδούνια. Διαπομπεύω, η διαπόμπευση και η πομπή ή και μπομπή: τις ξέρει τις (μ)πομπές της όλο το χωριό. Ξεχέζω – τους ξέχεσε πατόκορφα. Κι αφού ο κουρεμένος ήταν ο κουτρούλης, γινόταν του κουτρούλη ο γάμος – ένα γερό συγύρισμα, να μάθει ο αφιλότιμος.

Να επιμείνουμε στην παλάμη; Μπα. Θα πάμε πολύ πιο πίσω. Δεν υπάρχει παρθενογένεση στα ανθρώπινα. Η παλάμη είναι αποτροπαϊκό σημείο. Και η επίδειξή της είναι και προσβολή, από την αρχαία Ελλάδα και την Περσία, κι από την Αρμενία ώς τη Λατινική Αμερική. Ας το αφήσουμε εδώ για σήμερα.

Δεν ξετρυπώσαμε και λίγα, έτσι δεν είναι; Εκφράσεις που επιβιώνουν σήμερα στη γλώσσα μας και που δύσκολα υποπτευόμαστε την καταγωγή τους. Κι όλες από μια μόνο έκφανση της ζωής εκείνου του καιρού. Δεν είναι οι μόνες. Χίλια χρόνια είναι αυτά. Έχει τις ρίζες της η γλώσσα.

Όρεξη να ’χει κανείς να τα σκαλίζει.


----------------------------------------------
Πηγή: Φαίδωνος Κουκουλέ, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός.
Εικόνα: Αποτροπαϊκή στήλη, οδός Εθνικής Αμύνης, Ανατολικά Τείχη, Θεσσαλονίκη.









Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...