Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τραπεζικά



Τραπεζικών θεμάτων συνέχεια:

Λέει ο ένας: «τράπεζαν ἡμῖν <ἔκ>φερε, τρεῖς πόδας ἔχουσαν, τέτταρας δὲ μὴ ᾿χέτω.» Βγάλε μας δηλαδή τραπέζι, τρία πόδια να ’χει, αλλά τέσσερα να μην έχει. Κι απαντάει ο άλλος: «καὶ πόθεν ἐγὼ τρίπουν τράπεζαν λήψομαι;» Και πού θα ’βρω ’γώ τραπέζι τρίποδο;

Κι εδώ ξεκαρδιζόταν ο κοσμάκης. Είναι από χαμένη κωμωδία του Αριστοφάνη ο διάλογος. Τίποτε δεν απέμεινε απ’ το έργο. Δεν ξέρουμε περισσότερα. Και πώς ξέρουμε τις ατάκες αυτές; Τις αναφέρει ο σοφός Αθήναιος στους Δειπνοσοφιστές του. Αθήναιος ο Ναυκρατίτης. Τύπος και πολύ αρχαίος, αλλά πολύ μεταγενέστερος του Αριστοφάνη. Να φανταστείς μιλάμε για τον 2ο αι. μ.Χ., αρχές τρίτου. Πρέπει να είχε δει τον Μάρκο Αυρήλιο να τα βάζει με τις διάφορες γερμανογοτθικές αγέλες στον Δούναβη ο Αθήναιος, και μάλιστα σέρνει τα εξ αμάξης στον Κόμμοδο, τον γιό τού Μάρκου Αυρήλιου, τον ανεκδιήγητο, αυτόν που τον σκότωσε ο Ράσελ Κρόου στην ταινία του Ρίντλεϊ Σκοτ – αυτήν που τον Κόμμοδο τον έπαιζε ο Χοακίν Φίνιξ – μεγάλε Χοακίν Φίνιξ!

Ξεφύγαμε τελείως. Ο Αθήναιος, λέγαμε, τον 2ο αι. μ.Χ. παραθέτει ατάκες από έργο του Αριστοφάνη, έργο δηλαδή γραμμένο τον 5ον αιώνα π.Χ.! Μάλιστα, κύριε. Εξακόσια χρόνια νωρίτερα. Και πώς τηνε λέγαν την κωμωδία; Οι «Ταγηνισταί». Δηλαδή οι «Τηγανισταί», διότι τάγηνον είναι το τηγάνι, φίλε μου. Από το τήγᾰνον και ἤγανον, μην τυχόν και πρόκειται και για παλαιογραφικό λάθος, θα σε γελάσω – ετυμολογία; πιασ’ τ’ αυγό και κούρευτο. Πάντως τηγάνι θα πει. Ναι. Αρχαιοτάτη λέξις η χοιρινή η τηγανιά.

Αχ, πάλι ξεφύγαμε. Λέγαμε ρε παιδί μου ότι ο Αριστοφάνης κάνει πλάκα, λέει ο ένας, βγάλε τραπέζι με τρία πόδια, κι απαντάει ο άλλος, και πού να το ’βρω εγώ το τραπέζι με τα τρία πόδια; Και ξεκαρδιζόσαντε οι θεατές.

Που πάει να πει ότι τον 5ο αι. π.Χ. η λέξη τραπέζι στο γλωσσικό αίσθημα του κοσμάκη ήταν συνδεδεμένη με το πράμα που καθόσουν να φας, και που καταγόταν από τα τέσσερα πόδια. Που με τη σειρά του πάει να πει ότι αν έστεκε η ετυμολογική υπόθεση περί καταγωγής τού τραπεζιού από το tr̥- δηλαδή τρία και πους, τότε γιατί λέγαν και τρίποδο; Είχαν δηλαδή κατά τη γνώμη σου την τράπεζα που καταγόταν από το tr̥-πους και σήμαινε τραπέζι, αλλά και τη λέξη τρί-πους που σήμαινε τρίποδο; Και πού ήταν το αστείο του Αριστοφάνη, αν δεν ήταν βαθιά στρογγυλοκαθισμένη στη γλωσσική αντίληψη του ακροατηρίου του ότι τράπεζα είναι η τετράπεζα;

Αλλά να ’ταν η μόνη φορά που αναφέρεται σε τράπεζα ο Αθήναιος ο Ναυκρατίτης; Όχι βέβαια. Φυτολόγος και ζωολόγος και εν γένει βιολόγος, πόλιμαθ ρε παιδί μου, γαστρονόμος και διαιτολόγος, επί παντός μιλάμε, γραμματικός, φιλολογάρα, ρήτορας, συγγραφεύς, γιου νέιμ ιτ. Ναυκρατίτης, δηλαδή από τη Ναυκράτιδα της Αιγύπτου, αρχαία πόλη και λιμάνι, στον Βολβίτιον βραχίονα του Νείλου, κοντά στην Αλεξάνδρεια, όπου και έζησε αργότερα. Για να μετακομίσει ύστερα στη Ρώμη – Ρωμαίος πολίτης γαρ.

Πάει, όλο ξεφεύγουμε. Ο Αθήναιος, λέμε. Και οι Δειπνοσοφισταί του. Έργο τριαντάτομο, μόνο η δεκαπεντάτομη σύνοψη σώζεται, αλλά και τι δεν έγραψε εκεί μέσα ο άνθρωπος – ότι και καλά γίνεται δείπνο και κουβέντα και μιλάνε οι πάντες επί παντός, για τη ζωή, τις συνήθειες, τα έθιμα, τις τέχνες, τις επιστήμες, μιλάνε για πλείστα όσα βιβλία του καιρού του, τα πάντα όλα είναι μέσα σ’ αυτό το έργο του, ένα μωσαϊκό, μια καταγραφή, πώς ήταν τότε ο κόσμος, τι ήξερε, τι σκεφτόταν και τι κουβέντιαζε.

Να, πάλι ξεφύγαμε – στο ίδιο βιβλίο μιλάει ο Αθήναιος ξανά για τράπεζες, λέμε. Και γράφει: «γαυριῶσαι δ᾽ ἀναμένουσιν ὧδ᾽ ἐπηγλαϊσμέναι, μείρακες φαιδραὶ τράπεζαι τρισκελεῖς σφενδάμνιναι. εἰπόντος τινὸς κυνικοῦ τρίποδα τὴν τράπεζαν.» Δηλαδή, σαν χαρωπά νεαρούδια, περήφανα περιμένουν στολισμένα τα τρίποδα τραπέζια τα σφενδάμινα – αφού, βλέπεις, αν και τραπέζια, κάποιος κυνικός τα είπε τριπόδια.

Πλάκα κάνει δηλαδή ο Αθήναιος. Πλάκα με τους εξυπνάκηδες που επειδή κάποια τραπέζια είχαν τρία πόδια, τα λέγαν τριπόδια. Σαν να πηγαίνεις σήμερα στο καφενείο με τα τραπεζάκια τα στρόγγυλα τα σιδερένια με τα τρία τα πόδια και να λες «γκαρσόν, μας κρατάτε ένα τριπόδιον, περικαλώ»; Σαν να έρθει ο άλλος στο φέισμπουκ και να γράψει, όχι, κακώς ο Σαββόπουλος είπε «Τραπεζάκια έξω», αφού έχουν τρία πόδια. Το σωστό είναι να λέμε «Τριποδάκια έξω».

Το εξυπνακίζειν είναι παλιά τέχνη. Αυτό σατιρίζει ο Αθήναιος. Βέβαια τότε δεν είχαν όλοι από ένα πληκτρολόγιο. Αλλά παρ’ όλ’ αυτά, η εξυπνάδα, ότι πώς το λέμε τραπέζι αφού έχει τρία πόδια, έφτασε μέχρι τις μέρες μας. Προφανώς για να κάνει παρέα στην άλλη εξυπνάδα, πώς δηλαδή την ευχόμαστε καλή; Υπάρχει και κακή Παναγιά;

Ποιος είπε ότι είναι τα σόσιαλ που μας κάνουν εξυπνάκηδες. Πάντα ήμασταν. Τα σόσιαλ απλώς μάς καθρεφτίζουν.

Κοιτάζομαι να πούμε στον καθέφτη και φταίει εκείνος για το τέρας που βλέπω.


--------------------------------

Με τις ευχαριστίες μας στον κύριο Κατσαραγάκη που άνοιξε τα «Τραπεζικά θέματα», και στον κύριο Αγγελόπουλο με τη «Μύτη που τρέχει». Χωρίς τους δικούς τους κόπους, το άρθρο αυτό δε θα είχε γραφτεί.










Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σημεία

Καὶ ἐκόντευε νὰ παρέλθῃ ἡ μέρα τῆς πεντηκοστῆς, καὶ ἦσαν ἅπαντες μαζεμένοι ὁμόθυμοι. Καὶ ἐγένετο ἐξαίφνης ἐξ οὐρανοῦ ἦχος, ὥσπερ πνοὴ βιαία νὰ ὁρμᾷ ὁποῦ ἦσαν καθήμενοι, καὶ ἐγέμισεν ὁ οἶκος ὅλος. Και ὡσὰν να ἐξεχωρίστηκαν γλῶσσες φωτιᾶς, ἔκατσε καθεμιὰ στὸν καθένα τους, κι ἐγέμισαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν λαλιαῖς ἄλλες, καθὼς ποὺ τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς καὶ μιλοῦσαν. Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ κατοικοῦσαν Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους ὑπὸ τὸν ἥλιον. Γενομένης δὲ τῆς βοῆς ταύτης, ἐμαζεύθη πλῆθος. Καὶ τὰ ἔχασαν, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος στὴν δική του τὴν λαλιὰν νὰ τοῦ μιλούν. Κι ἐξίσταντο πάντες κι ἐθαύμαζον, λέγοντες πρὸς ἀλλήλους: καλὰ, Γαλιλαῖοι δὲν εἶναι πάντες αὐτοὶ οἱ λαλοῦντες; πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τη δική του τὴν λαλιά, τὴν μητρική; Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς Κυρήνης, καὶ οἱ παρεπιδημοῦντες ...

Σαρανταπέντε

Σαρανταπέντε είναι. Δε μπορεί. Κάποιος απ’ όλους θα ’ναι δικός σου. Γνωστός, φίλος, φίλος φίλου, φίλη, φιλεναδοφίλη – έχουμε απ’ όλα. Γιάννης και να γειάνεις είναι διπλανά, δεν είναι; Μπα. Ρίμα κάνει, τον κορέκτορα μπερδεύει, αλλά δεν έχει σχέση. Ή, νομίζεις ότι Ιωάννης κάτι έχει με αυγή. Το φως. Αλλά ούτε. Δεν είναι καν ελληνικά. Εβραίικα είναι. Yəhôḥānān (יהוחנן) και πιο σύντομα Yôḥānān (יוחנן). Δεν είμαστε και πολύ  μακριά από τον Εβραίο Θοδωρή. Το όνομα θα πει δώρο Θεού ή ο Θεός γενναιόδωρος. Παίζει κι έτσι, παίζει κι αλλιώς. Όπως το πάρεις. Κι έχουμε και τον Yaḥyā (يحيى). Αραβικά. Στο Κοράνι, στο Σουράτ Μαριάμ, ο γιός τού ηλικιωμένου Ζαχαρία και της επίσης ηλικιωμένης και στείρας γυναίκας του (19:1-15). Που όμως το Βιβλικό του όνομα είναι Yūḥannā (يوحنا). Όπως και να ΄χει, όχι σαρανταπέντε – εκατόν πέντε είναι, ζωή να ’χουν. Και τους ξέρουμε όλους. John F. Kennedy, Joan Baez, Johnny Depp, Jane Fonda, Janet Jackson, Janis Joplin, Jean Simmons για να πιάσουμε τους αγγλοτέτοιους....

Super flumina Babylonis

Super flumina Babylonis ilic sedimus et flevimus dum recordaremur tui, Sion in salicibus in medio eius suspendimus organa nostra. Στους ποταμούς της Βαβυλώνος εκεί καθίσαμε και κλάψαμε ενώ σε αναθυμόμασταν, Σιών (και) πάνω στις ιτιές, καταμεσής (της Βαβυλώνος) κρεμάσαμε τα όργανά μας. Πρόκειται για τους στίχους από τον Ψαλμό 136 κατά την εβραϊκή αρίθμηση (137 στη Βουλγκάτα), διάπυρη στιγμή του διωγμού, παρακάτω στη Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα: Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών· ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν· Οι Εβραίοι είναι εξόριστοι στους ποταμούς της Βαβυλώνας. Υποδουλωμένοι πλέον, θυμούνται την Ιερουσαλήμ και θρηνούν. Κι εκεί, στη Βαβυλώνα, πάνω στις ιτιές, κρεμούν το τραγούδι τους και δε θα το ξαναπιάσουν. Γιατί αυτοί που τους έφεραν εκεί, τους ζήτησαν να ψάλουν ιερά τραγούδια. Και τους έλεγαν: ψάλετέ μας τα ιερά άσματά σας, της Σιών. Κι οι Εβραίοι έλεγαν: πώς θα ψάλουμε εδώ τα ιερά μας άσματα; εδώ, στην...