Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Σαχαφλάρ Τσαρσισί



Η φάτσα του Αδόλφου πρώτη και καλύτερη, πάνω δεξιά. Ο Καβγάς μου. Ο Αγών μου, δηλαδή. Μάιν Καμπφ. Τούρκικα είναι τα βιβλία – τι να κάνουμε.

Να πατάει πάνω σε μια στοίβα ετερόκλητη αυτός ο Καβγάς – βιβλία το ’να πάνω στ’ άλλο: το βιβλίο της Σεβγκί Σαμπαντζί, της δυναστείας των Σαμπαντζί: πώς είναι να μεγαλώνεις μέσα στα πλούτη τα αμύθητα, αλλά και στον πόνο και την περιθωριοποίηση που παίζουν εντός των ανακτόρων. Από κάτω απ’ αυτό, δυο Κόλινς, εκπαιδευτικά βιβλία – για να μαθαίνεις. «Μικρά παιχνίδια, μεγάλες ιδέες», λέει ο τίτλος. Για την ανάπτυξη του παιδιού. Μετά ο Ριζά Ναρινλί με τον «Αμπντουλχαμίτ», κι αριστερά του, όρθια, πάλι ο «Αμπτουλχαμίτ: χορεύοντας με τους λύκους». Τα τρία βιβλία τού Μουσταφά Αρμαγάν. Οι στρατηγικές και η επιβίωση τού Σουλτάνου, από τη μια οι ξένοι κι από την άλλη οι νεότουρκοι. Κάτω απ τον Ριζά Ναρινλί, η Τουτσέ Ισινσού. «Κισμέτ» το λέει το βιβλίο της. Μοίρα. Κατάλαβες: πνευματικότητα, προσωπική ανάπτυξη, μυστικισμός, μεταφυσική – τέτοιο πακέτο. Σιβυλλική προειδοποίηση: το βιβλίο ανήκει μόνο στον ιδιοκτήτη του. Έτσι γράφει. Κι από κάτω η Μαντλίν Μίλερ με τη «Γαλάτειά» της. Ναι, στα τούρκικα. Ίθακι Γιαγινλαρί – Εκδόσεις Ιθάκη. Ύστερα ο Ιστίν Ντοκμέν, ψυχολόγος και σοφός και τηλεπερσόνα. Σεβαστός. «Η τελευταία μία ώρα», λέγεται το έργο του. Πάνε, φεύγουν τα παιδιά σε άλλη χώρα και μένει το ζευγάρι μόνο του. Οι δυο τους. Αλλαγές που τίποτα δε μπορείς να κάνεις. Και χαμένες ευκαιρίες.

Από κάτω ο Τζιχάτ Τσιτσέκ. «Προσοχή: μπορεί να γίνεις πλούσιος!» Κατάλαβες τώρα: όλα τα πάντα, πώς να κάνεις με τα οικονομικά σου, τα περιουσιακά σου, τι είναι η φούσκα, τι τα ακίνητα, ο πληθωρισμός, τέτοια. Κάτω απ’ αυτόν ο Μπονόμο, ο Τούρκος σεφαρδίτης. Αυτός που πήγε Γιουροβίζιον με το «Λαβ μι Μπακ». «Όπλα και Μπιλιάρδο» λέγεται το βιβλίο του. Μαύρη κωμωδία και σάτιρα, τα καταναλωτικά ήθη, ποιος είμαι, ποιος δεν είμαι, ευνοιοκρατία και κοινωνική αποξένωση. Μάλιστα. Από κάτω ο Σουκρού Κουλεγίν. Άλλο ένα βιβλίο για τον Αμπτουλχαμίτ και την κατάρρευση. Και κάτω απ’ αυτόν ο Τζανέρ Γιαμάν: «Ουνουταμαντίμ». Πώς να ξεχάσω! Ναι, ερωτική ιστορία. Και βία και υπαρξιακή απελπισία.

Να και το «3391 χιλιόμετρα» κάτω απ’ αυτά. Που έγινε και σινεμά. Δύο εκδόσεις αυτό, η μια πάνω στην άλλη, με τάξη, καρτόν καπάκ, χαρτόδετη δηλαδή, και τζιλτλί – δεμένη, σκληρόδετη. Νεαρή η Μπεϊζά Αλκότς που το ’γραψε, μόλις τριανταρίζει, κι έγραψε και το «Μηδέν χιλιόμετρα» αμέσως μετά. Το πρώτο είναι η ιστορία της Σμύρνης και του Αιγέα. Δυο παιδιών που ερωτεύονται, κι ανάμεσά τους μια θάλασσα. Η μικρή είναι σμυρνιά, κι ο φίλος της παριζιάνος. Επικοινωνούν με μέσεντζερ και τέτοια: όσο κοντά, τόσο μακριά. Μάλιστα. Τρεις χιλιάδες τριακόσια ενενήντα ένα χιλιόμετρα, παρακαλώ. Και πώς διαχειρίζεσαι την απόσταση, και τη χιλιομετρική, και την άλλη – την ακόμα μεγαλύτερη. Χαμός έχει γίνει με το βιβλίο, όλη η νεολαία το ’χουν διαβάσει. Και το δεύτερο βιβλίο της, το «Μηδέν χιλιόμετρα», όπου επιτέλους τα δύο πιτσουνάκια βρίσκονται από κοντά. Αλλά τώρα πρέπει να τα ξεκινήσουν όλα εξ αρχής: μηδέν χιλιόμετρα, θα πει δίπλα, αλλά θα πει και του κουτιού. Που δεν έχει γράψει τίποτα το κοντέρ. Απ’ το μηδέν.

Ναι. Κι από κάτω τα γνωστά βιβλία θηρία, αυτά για τη βιβλιοθήκη στο καθιστικό, μα δε θα μείνετε; να σας τρατάρουμε ένα γλυκάκι; να τα βλέπει ο άλλος στο ράφι, να ψαρώνει, να το εμπεδώνει πόσο διαβαστεροί και τι καλή μόρφωση είμαστε – μεγάλες βιογραφίες μεγάλοι άνδρες. Να ο Σιμόν Μπολιβάρ, να ο Περικλής, να και ο Ζαν Ζακ Ρουσό. Αμ τι.

Κάτω κάτω, από αριστερά προς τα δεξιά, να τα βλέπουμε, φάτσα τίτλο, κι άλλη Μαντλίν Μίλερ: η «Κίρκη». Εκδόσεις Ιθάκη κι αυτό. Και δίπλα η κορεάτισα, η Χαν Κανγκ, και το Νόμπελ της: «Δε χωρίζουμε». Βεντά ετμίγιορουμ. Δε λέμε αντίο. Και παραδίπλα ο Οσμάν Μπαλτζιτζίλ, με το βιβλίο του για τη Ναχίτ Τζελεμπεβί, τη δασκάλα, τη φίλη τού Νετσίπ Φαζίλ και του Ορχάν Βελί – και του ίδιου του Κεμάλ – τη διανοούμενη που πήρε μέρος κι αυτή στα γεννητούρια τής σημερινής Τουρκίας. «Η κυρά Ναχίτ – Μια γυναίκα σαν τη Δημοκρατία μας», λέει ο τίτλος στα τούρκικα. Και παραδίπλα κι άλλο μεταφρασμένο, με το μπλε εξώφυλλο: ο Ίαν Μπαρνς και ο Ιστορικός Άτλας του της Ρωσίας.

Πάνω, άκρη αριστερά, μέσα στο νάιλον, φαίνεται μισή η κούτα η χαρτονένια με τα δέκα βιβλία τού Ιλμπέρ Ορταϊλί – επιφανής ιστορικός ο καθηγητής, και επί παντός το έργο του αυτό, τουρκική, οθωμανική και παγκόσμια ιστορία, ταξιδιωτικά, ο Ατατούρκ, οι γερμανικές επιρροές, η καταγωγή της οικογένειας – επί παντός, λέμε. Ιστορία, πολιτισμός, φιλοσοφία, νομικά – τα πάντα. Δεξιά της, άλλο πάκο: κάτω κάτω η Μπουρσά Νουρ και το «Πορτρέτο θανάτου», βαριά πράματα, μιλάμε, και δύσκολα. Από πάνω η ταϊβανέζα, η Σίντι Πον και το «Θέλω» της, μια ιστορία στο δυστοπικό μολυσμένο μέλλον. Και από πάνω ο Χασάν Τζεμάλ, «Δικτάτορες του καιρού μας». Δημοσιογράφος αυτός που τα βάζει με την διάβρωση των θεσμών, στην Τουρκία και διεθνώς.

Πάνω απ’ αυτά, έχουμε τα τέσσερα βιβλία με την ανοιχτή πορτοκαλί ράχη και τα μαύρα γράμματα – το τετράτομο τού Μουσταφά Γιοκέρ. «Καλιμέρα Φενέρ, Σαλόμ Μπαλάτ», καλημέρα Φανάρι και σαλόμ Παλάτιον στα εβραίικα. «Η ψυχή τής Ισταμπούλ». Και «Παρέβ Κούμκαπι, Καλιμέρα Σαμάτιγια», δηλαδή καλημέρα Κούμκαπι στ’ αρμένικα, και καλημέρα Ψαμάθεια ελληνικά. Νοσταλγία. Εμινονού, Μισίρ Τσαρισί, Μαχμούτπασα, και μνήμη. Η αρμένικη και η ελληνική και η εβραϊκή Κωνσταντινούπολη. Και πώς μετά το ’60 αυτές οι όλο ζωντάνια και σφρίγος κοσμοπολίτικες κοινότητες περιθωριοποιήθηκαν κι οδηγήθηκαν στον μαρασμό και στη φυγή. Οι χρυσές γειτονιές και η συνύπαρξη  ορθόδοξοι, εβραίοι και μουσουλμάνοι. Εγγύτητα και πολυγλωσσία. Ένας θρήνος για την διάλυση του κοινωνικού ιστού τής Κωνσταντινούπολης.

Πάνω απ’ αυτά, ο Ιλχάν Βαρντάρ και το «Κραυγή ΣΟΣ» – αυτός την ψάχνει εδώ με την διπολική διαταραχή και τα κοινωνικά ζητήματα. Την αντίληψη που έχει ο κόσμος γι’ αυτά τα θέματα, τα ψυχολογικά, την υποστήριξη, τα οικονομικά ζόρια, τη μοναξιά, την απομόνωση, και το βάρος που επωμίζονται οι γύρω.

Κι από πάνω από τον Βαρντάρ —που θα πει Αξιός, σαν τον ποταμό, το ’παμε αυτό; αμ δεν τό ’παμε!— πάνω λοιπόν απ’ αυτόν τρία ωραιότατα βιβλιαράκια Σέρλοκ Χολμς. Ναι, σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, που ’χε πάρει μάλιστα και παράσημο απ τον Αμπντουλχαμίτ – κοίτα τώρα πώς δένουν τα πράματα. Πάνω από τον Σέρλοκ Χολμς, αριστερά, μια χαρτονένια θήκη με τα βιβλία του Ντογάν Τζουτζελόγλου – ψυχολόγος αυτός, καθηγητής κιόλας, δημοφιλέστατος, κι ασχολείται κι αυτός με τα της οικογένειας και της εκπαίδευσης και της προσωπικής βελτίωσης. Πολύ επιδραστικός. Γονείς, μαθητές και δάσκαλοι – ανάρπαστος γίνεται. Δίπλα του κάτι λεξικά σωριασμένα, κάτι ψυχολογίες, κάτι χημείες, βιβλία για το επιχειρείν, ιστορίες, κι άλλοι Κόλινς, κάτι ιταλικά, και τσουπ, να που ξαναφτάνουμε στον Καβγά.

Στον Αγώνα, δηλαδή. Μάιν Καμπφ. Δυο τρία αντίτυπα, πιασμένα με λαστιχάκι. Από τα Λούτκα Κιτάπ, Βιβλία Λούτκα θα πει – αυτοί έχουν βγάλει μυστήρια πράματα, τα «Μυστικά του πετυχημένου παιδιού», «Τα καλά κορίτσια αγαπούν κακά παιδιά», κι έχουν βγάλει και τη «Βοσνιακή γενοκτονία» και «Οι Γότθοι στη Βοσνία». Βιβλίο τής Δρ. Μπίσερα Σούλγιτς Μποσκάιλο αυτό το τελευταίο, που μελετά το ζήτημα με την επιστολή των βοσνίων ηγετών τότε προς τον Χίτλερ, ότι ημείς είμεθα απόγονοι των Γότθων, χερ Φίρερ  έτσι του εξηγούσαν. Μάλιστα. Και καταπιάνεται και με τη μποζάντσιτσα, το βιβλίο αυτό, τη γραφή που οι Βόσνιοι τη λένε γοτθική και οι Σέρβοι κυριλλική. Κατάλαβες; Πώς δεν κατάλαβες.

Μπερδεμένο μέρος η Αυτοκρατορία. Σαν τα βιβλία τα στοιβαγμένα πάκα στην αυλή τού βιβλιοπωλείου. Άνοιξη. Κι αχταρμάς. Και πώς να τα βάλεις σε σειρά. Απ’ όλα έχει ο μπαξές. Πάρε κόσμε. Παίζει κι έτσι, παίζει κι αλλιώς. Τουρλού. Το ’να πάνω στ’ άλλο, ανάκατα. Ένα τραβάς και σωριάζονται όλα.

Σαχαφλάρ Τσαρσισί. Παλιά βιβλία. Που δεν είναι και τόσο παλιά, εδώ που τα λέμε. Μεταχειρισμένα, είναι σωστότερο να τα πεις. Δεύτερο χέρι. Πίσω από το Καπαλίτσαρσι. Κοντά στο Βαγιαζίτ Τζαμί και στην Πλατεία Βαγιαζίτ. Μια ανάσα από το Πανεπιστήμιο.

Ισταμπούλ.









Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σημεία

Καὶ ἐκόντευε νὰ παρέλθῃ ἡ μέρα τῆς πεντηκοστῆς, καὶ ἦσαν ἅπαντες μαζεμένοι ὁμόθυμοι. Καὶ ἐγένετο ἐξαίφνης ἐξ οὐρανοῦ ἦχος, ὥσπερ πνοὴ βιαία νὰ ὁρμᾷ ὁποῦ ἦσαν καθήμενοι, καὶ ἐγέμισεν ὁ οἶκος ὅλος. Και ὡσὰν να ἐξεχωρίστηκαν γλῶσσες φωτιᾶς, ἔκατσε καθεμιὰ στὸν καθένα τους, κι ἐγέμισαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν λαλιαῖς ἄλλες, καθὼς ποὺ τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς καὶ μιλοῦσαν. Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ κατοικοῦσαν Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους ὑπὸ τὸν ἥλιον. Γενομένης δὲ τῆς βοῆς ταύτης, ἐμαζεύθη πλῆθος. Καὶ τὰ ἔχασαν, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος στὴν δική του τὴν λαλιὰν νὰ τοῦ μιλούν. Κι ἐξίσταντο πάντες κι ἐθαύμαζον, λέγοντες πρὸς ἀλλήλους: καλὰ, Γαλιλαῖοι δὲν εἶναι πάντες αὐτοὶ οἱ λαλοῦντες; πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τη δική του τὴν λαλιά, τὴν μητρική; Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς Κυρήνης, καὶ οἱ παρεπιδημοῦντες ...

Σαρανταπέντε

Σαρανταπέντε είναι. Δε μπορεί. Κάποιος απ’ όλους θα ’ναι δικός σου. Γνωστός, φίλος, φίλος φίλου, φίλη, φιλεναδοφίλη – έχουμε απ’ όλα. Γιάννης και να γειάνεις είναι διπλανά, δεν είναι; Μπα. Ρίμα κάνει, τον κορέκτορα μπερδεύει, αλλά δεν έχει σχέση. Ή, νομίζεις ότι Ιωάννης κάτι έχει με αυγή. Το φως. Αλλά ούτε. Δεν είναι καν ελληνικά. Εβραίικα είναι. Yəhôḥānān (יהוחנן) και πιο σύντομα Yôḥānān (יוחנן). Δεν είμαστε και πολύ  μακριά από τον Εβραίο Θοδωρή. Το όνομα θα πει δώρο Θεού ή ο Θεός γενναιόδωρος. Παίζει κι έτσι, παίζει κι αλλιώς. Όπως το πάρεις. Κι έχουμε και τον Yaḥyā (يحيى). Αραβικά. Στο Κοράνι, στο Σουράτ Μαριάμ, ο γιός τού ηλικιωμένου Ζαχαρία και της επίσης ηλικιωμένης και στείρας γυναίκας του (19:1-15). Που όμως το Βιβλικό του όνομα είναι Yūḥannā (يوحنا). Όπως και να ΄χει, όχι σαρανταπέντε – εκατόν πέντε είναι, ζωή να ’χουν. Και τους ξέρουμε όλους. John F. Kennedy, Joan Baez, Johnny Depp, Jane Fonda, Janet Jackson, Janis Joplin, Jean Simmons για να πιάσουμε τους αγγλοτέτοιους....

Super flumina Babylonis

Super flumina Babylonis ilic sedimus et flevimus dum recordaremur tui, Sion in salicibus in medio eius suspendimus organa nostra. Στους ποταμούς της Βαβυλώνος εκεί καθίσαμε και κλάψαμε ενώ σε αναθυμόμασταν, Σιών (και) πάνω στις ιτιές, καταμεσής (της Βαβυλώνος) κρεμάσαμε τα όργανά μας. Πρόκειται για τους στίχους από τον Ψαλμό 136 κατά την εβραϊκή αρίθμηση (137 στη Βουλγκάτα), διάπυρη στιγμή του διωγμού, παρακάτω στη Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα: Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών· ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν· Οι Εβραίοι είναι εξόριστοι στους ποταμούς της Βαβυλώνας. Υποδουλωμένοι πλέον, θυμούνται την Ιερουσαλήμ και θρηνούν. Κι εκεί, στη Βαβυλώνα, πάνω στις ιτιές, κρεμούν το τραγούδι τους και δε θα το ξαναπιάσουν. Γιατί αυτοί που τους έφεραν εκεί, τους ζήτησαν να ψάλουν ιερά τραγούδια. Και τους έλεγαν: ψάλετέ μας τα ιερά άσματά σας, της Σιών. Κι οι Εβραίοι έλεγαν: πώς θα ψάλουμε εδώ τα ιερά μας άσματα; εδώ, στην...