Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αυτός



Αν ξεκινήσεις να πληκτρολογείς «αυτός» στο Γκουγκλ, θα σου βγάλει αυτόματη συμπλήρωση και πρώτη επιλογή «αυτόσ ο άνθρωποσ αυτόσ». Έτσι ακριβώς, μ’ αυτήν την ορθογραφία, το έχει συλλάβει η μηχανή. Πληκτρολογημένο από χιλιάδες ανυπόμονα δάχτυλα, εκατομμύρια, που σιγά μη σταθούν να ξεχωρίσουνε το «σ» από το «ς». Αυτόσ ο άνθρωποσ αυτόσ, που περπατάει πάντα σκυφτός και δεν μιλάει σε κανένα, και κλαίει κλαίει κλαίει για μένα.

Εντάξει. Δεν λέει τίποτε από μόνο του να φαντάζεσαι ότι κάποιος άνθρωπος περπατάει πάντα σκυφτός και κλαίει για σένα. Γιατί, τον φαντάζεσαι, έτσι δεν είναι; Όχι πως βλέπεις τώρα δα κάποιον άνθρωπο σε τέτοια κατάσταση μπροστά σου. Πλάσμα του μυαλού είναι. Σενάριο και σκηνοθεσία δικά σου. Πλάθεις με τη φαντασία σου μια τέτοια σκηνή, και την παίζεις. Έναν τέτοιον άνθρωπο. Αλλά, αν σε ρωτούσα, γιατί ρε παιδί μου φαντάζεσαι ότι ο άνθρωπος αυτός περπατάει σκυφτός και κλαίει για σένα;

Τι θα πει γιατί, θα μου πεις. Έτσι, μου ’ρθε. Βεβαίως, θα σου πω εγώ. Αλλά γιατί δε σου ’ρθε ένας άνθρωπος που αγγίζει το βράχο κι αναβλύζει νερό; Γιατί δε σκέφτηκες ένα πουλί που απογειώνεται; Μια γατούλα που θηλάζει τα μωρά της; Μια κοπέλα που σπρώχνει ένα καρότσι μ’ ένα μωρό που γκρινιάζει; Για να ξεκινήσουμε από κάπου την κουβέντα, δε θα ’πρεπε να συνεννοηθούμε, ότι για να σκέφτεσαι αυτό που σκέφτεσαι, πα να πει ότι αυτό είναι που θες να σκέφτεσαι; Δεν έχουμε κάποια επιθυμία, κάποια φαντασίωση; Ο Ντελακρουά δε σκέφτηκε τη Μεσολογγίτισσα επειδή ξέρω ’γώ τι, αλλά επειδή επιθύμησε και τη σκέφτηκε. Κι ο Σολωμός, δεν του επιβλήθηκε – απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη τη σκέφτηκε, γιατί έτσι θέλησε, έτσι δεν είναι; Ω γλυκύ μου Έαρ, γιατί ως Έαρ επιθυμούμε να τον σκεφτούμε, έτσι δεν πάει; Να αντιπαραβάλουμε θανατίλα και Άνοιξη, να τα βάλουμε μαζί, δίπλα δίπλα, ν’ ανοίξει να κάνει χώρο για Ανάσταση. Εγώ δεν είμαι που γεμίζω τη φαντασία μου με τις επιθυμίες μου;

Και που ξέρω ’γώ για ποιο λόγο αυτό φαντάζομαι, θα επιμείνεις. Και θα ’χεις κι ένα δίκιο, δεν αντιλέγω. Ότι δηλαδή, άμα δε θες να ξέρεις γιατί το φαντάζεσαι, πάσο. Αλλά, και πάλι για να συνεννοηθούμε, άμα δε θες να ξέρεις τον λόγο, σύμφωνοι, δεν τον ξέρεις. Όχι όμως πως δεν υπάρχει λόγος, έτσι δεν είναι;

Και τι λόγος να υπάρχει, θα ρωτήσεις. Καλή ερώτηση. Αλλά ας τον πλησιάσουμε, να τον δούμε καλύτερα: αυτός ο άνθρωπος αυτός, έχει χρώμα; Ερωτήσεις στην τύχη κάνω. Έχει; Ξέρω ’γώ, θα μου πεις. Ίσως είναι μαύρη σκιά, ακαθόριστη. Κάτι στο περίπου παίζει. Κάτι σκοτεινό. Περπατάει πάντα σκυφτός. Πάντα μ’ ένα βάρος. Και δε μιλάει σε κανένα. Πάντα σκυφτός, πάντα βαρύς, και άφωνος. Δεν επικοινωνεί. Δε σηκώνει πρόσωπο για να κοιτάξει μάτια. Δεν είναι κανονικός. Αποσυρμένο τον λες, έτσι δεν είναι; Που κρατά κάτι κρυφό. Κάτι βαρύ. Και κλαίει για σένα. Γιατί σ’ έχασε; Γιατί σ’ αδίκησε; Πάντως αποκλείεται εσύ κάτι να ’παθες και γι’ αυτό κλαίει. Εσένα μια χαρά σε βρίσκω. Τραγουδιστερή και υψηλόφρονα. Άρα μάλλον κλαίει γιατί χάθηκες για κείνον – κάτι τέτοιο δεν παίζει;

Ήταν ο άλλος σου εαυτός. Το άλλο μισό απ’ το κορμί σου. Άρα, να συμπεράνω, τα είχατε. Βγαίνατε, ρε παιδί μου. Κοιμόσασταν μαζί, ξέρω ’γώ, μη με βάζεις να υποθέτω λεπτομέρειες και ντρέπομαι. Μένατε στο ίδιο σπίτι – πώς το λένε. Ξεχωριστές οδοντόβουρτσες αλλά μία οδοντόκρεμα. Και για τους δύο. Εντάξει. Δε λέει περισσότερα το σενάριο. Αλλά το άλλο μισό απ’ το κορμί σου πάει να πει ότι το είχατε εξετάσει το ζήτημα εις βάθος. Κι έτσι, κι αλλιώς κι αλλιώτικα. Είχατε αναλύσει τις διάφορες πτυχές, και μάλιστα —για να ’ταν το άλλο μισό απ’ το κορμί σου— τουλάχιστον με τον τρόπο που οι άνθρωποι αντιλαμβανόμαστε το κορμί μας, με τον τρόπο αυτόν το πράγμα περπατούσε.

Αλλά κι αλλιώς περπατούσε. Ήταν ο άλλος σου εαυτός. Ο άλλος τρόπος να κοιτάς τον κόσμο. Και να τον προσλαμβάνεις. Κάτι τέτοιο δεν έπαιζε; Τον κοίταζες, σε κοίταζε, και ψηνόσαστε ότι, αχ ναι, έτσι είναι τα πράγματα. Προφανώς αποφεύγατε τις κακοτοπιές, μεγάλα παιδιά είσαστε, δεν είστε τίποτε βλαμμένα να αναλύετε ζητήματα φυλετικά, ας πούμε, μειονοτήτων, κβαντικές πραγματικότητες – όχι, μένουμε στα απλά και ασφαλή. Αρκεί εντός εκείνου του κουκουλιού σας να μην παρέμενε κάτι που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε διαρρήκτη. Ό,τι έμοιαζε με ακίδα το κρατούσατε ευσχήμως απ’ έξω. Και σοφά επράττατε, μεταξύ μας.

Κι ήταν τόσο δυνατός; Αυτό από πού συνάγεται; Υπάρχει λες κάτι στην όλη ιστορία που καταδεικνύει πόσο δυνατός ήταν; Τουλάχιστον στα στιχάκια που τραγουδάς, μπα. Δεν υπάρχει. Κατά δήλωσή σου, λοιπόν, δυνατός. Εσύ τον έβλεπες έτσι. Μπορεί να σκεφτούμε ότι έτσι τον έβλεπες μέχρι να σου περάσει ο έρωτας, αλλά κάτι τέτοιο δεν είναι βέβαιο, οπότε ας το αφήσουμε στην άκρη για την ώρα.

Το βέβαιο είναι ότι αυτός, ο άνθρωπος αυτός, που περπατάει πάντα σκυφτός και δε μιλάει σε κανένα, αυτός που ήταν τόσο δυνατός, αυτός τώρα σε κοιτάζει πικραμένα. Τον πίκρανες ή σε πίκρανε; Επικράνθη, μου ’ρθε τώρα στο μυαλό – άκου τι σκέφτηκα. Πίκρα και πικρός. Αυτή ήταν η γεύση που δοκίμασε ο Άδης. Επικράνθη. Απογοητεύτηκε. Νικήθηκε. Καταργήθηκε. Έχασε την εξουσία του – έτσι το βλέπει ο Άγιος Ιωάννης. Ξέρεις, για κάποιον λόγο έτσι το καταλαβαίνω κι εγώ. Αυτός, που ήταν τόσο δυνατός, αυτός τώρα σε κοιτάζει πικραμένα. Να το πάρω ότι αναμετρηθήκατε; Κι έχασε;

Δε βαρύνεσαι. Έτσι είναι ο έρωτας. Μια αναμέτρηση. Ποιος θα φάει τον άλλον. Σε θέλω ως φαγώσιμο – εδώδιμο, που λέγαν οι παλιοί μπακάληδες, εδώδιμα, αποικιακά, δκο μου, όχι ως ανθοβολούσα για όλους λεϊμονιά. Και δεν περνάει απ’ το μυαλό μας ότι για να ανθοβολεί η λεϊμονιά πρέπει να την κοιτάνε όλοι, όχι μόνο εμείς. Είναι ζήτημα βλεμμάτων η ανθοφορία. Αλλιώς μαραίνεται. Κατσιάζει. Τέλος πάντων. Κουβέντα που ανοίξαμε τώρα. Άπαπα.

Οπότε, που λες, σε κοιτάζει πικραμένα αυτός ο τόσο δυνατός που τώρα επικράνθη. Κι επειδή δεν είναι πραγματικό πρόσωπο, επειδή είναι πλάσμα της φαντασίας, εντάξει, ο Ντελακρουά φαντάστηκε τη Μεσολογγίτισσα γιατί το επαναστατικό του μυαλό ήθελε μιαν ομορφιά να αναδύεται από τη θυσία. Τέτοιος ήταν ο Ντελακρουά, και τέτοιος ο καιρός του. Επανάσταση. Γύριζε ο κόσμος αλλιώς εκείνη την ώρα. Μετατρεπόταν η ανθρωπότητα. Και κάτι σκληροτράχηλοι φεσοφόροι στον νότο της βαλκανικής γίνονταν η σάρκα της φαντασίας για απελευθέρωση. Γίνονταν η έκπαγλος καλλονή, το ανείπωτο, το που συγκέντρωνε όλους τους πόθους κι όλη τη θλίψη. Όλη τη μάχη. Κι ο κάθε Ντελακρουά έβαζε πάνω στο λευκό της στήθος το λαμπρό του όραμα. Οπότε, μη με παρεξηγήσεις, να μάθω θέλω: εσύ γιατί αντί μια θάλασσα σμαραγδένια, γιατί φαντάζεσαι μια μαύρη τέως δυνατή σκιά που δε μιλάει σε κανένα και σε κοιτάζει πικραμένα;

Θα τολμήσω εγώ να κάνω τις υποθέσεις – στο πνεύμα Ντελακρουά, πάντα: γιατί αυτό θέλεις. Γιατί αυτό θέλουμε. Γιατί, σ’ αυτό το σενάριο, αυτού, του άνθρωπου αυτού, του τέως άλλου μας εαυτού, εκτός απ’ αυτόν και τους τρίτους που δεν τους κοιτάει και δεν τους μιλάει, παίζουμε κι εμείς, και μάλιστα πρωταγωνιστές. Δεν αναφερόμαστε ρητά, αλλά εμείς είμαστε που παρακολουθούμε, κι εμάς είναι που κοιτάζει πικραμένα. Είμαστε το άρρητο κέντρο της αφήγησης.

Την ξέρουμε αυτήν την πίκρα, δεν την ξέρουμε; Πώς. Την ξέρουμε πρώτο χέρι. Την νιώθουμε την πίκρα του χωρισμού. Βάλ’ την λοιπόν απάνω του. Και ξέρουμε πώς είναι να μας κοπεί η μιλά.  Κι αυτό το νιώθουμε. Επομένως βάλε να του κοπεί εκεινού. Προβολή λέγεται αυτό. Και κατισχύσαμε. Του τη φέραμε. Να λοιπόν γιατί ήταν δυνατός, και ψάχναμε τόσην ώρα την αιτία: γιατί όσο πιο δυνατός ήταν ο άνθρωπος αυτός, τόσο πιο χειρότερη η πτώση του. Τόσο μεγαλύτερο το ναυάγιο – και η δική μας ικανοποίηση. Πήγε να παίξει όλα τα χαρτιά, κι έχασε. Καρέ αυτός, φλος εμείς. Φλος ρουαγιάλ. Αυτός, ο άλλος μας εαυτός. Και τώρα μας κοιτάζει πικραμένα.

Σεναριογράφοι και σκηνοθέτες. Μικροί δημιουργοί, τόσο ασήμαντοι και τόσο σημαντικοί. Άνθρωποι. Άλλος φαντάζεται επαναστάσεις, κι άλλος προσωπικές κατισχύσεις. Μια ιδέα είναι. Και τα δύο μαγικές πράξεις. Πλάθουμε σύμπαντα και τα κατοικούμε. Σύμπαντα με τα υλικά τής επιθυμίας μας – θέληση το λένε οι σοφότεροι.

Μια ζωή πληρώνω αμαρτίες αλλουνού.










Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σαρανταπέντε

Σαρανταπέντε είναι. Δε μπορεί. Κάποιος απ’ όλους θα ’ναι δικός σου. Γνωστός, φίλος, φίλος φίλου, φίλη, φιλεναδοφίλη – έχουμε απ’ όλα. Γιάννης και να γειάνεις είναι διπλανά, δεν είναι; Μπα. Ρίμα κάνει, τον κορέκτορα μπερδεύει, αλλά δεν έχει σχέση. Ή, νομίζεις ότι Ιωάννης κάτι έχει με αυγή. Το φως. Αλλά ούτε. Δεν είναι καν ελληνικά. Εβραίικα είναι. Yəhôḥānān (יהוחנן) και πιο σύντομα Yôḥānān (יוחנן). Δεν είμαστε και πολύ  μακριά από τον Εβραίο Θοδωρή. Το όνομα θα πει δώρο Θεού ή ο Θεός γενναιόδωρος. Παίζει κι έτσι, παίζει κι αλλιώς. Όπως το πάρεις. Κι έχουμε και τον Yaḥyā (يحيى). Αραβικά. Στο Κοράνι, στο Σουράτ Μαριάμ, ο γιός τού ηλικιωμένου Ζαχαρία και της επίσης ηλικιωμένης και στείρας γυναίκας του (19:1-15). Που όμως το Βιβλικό του όνομα είναι Yūḥannā (يوحنا). Όπως και να ΄χει, όχι σαρανταπέντε – εκατόν πέντε είναι, ζωή να ’χουν. Και τους ξέρουμε όλους. John F. Kennedy, Joan Baez, Johnny Depp, Jane Fonda, Janet Jackson, Janis Joplin, Jean Simmons για να πιάσουμε τους αγγλοτέτοιους....

Super flumina Babylonis

Super flumina Babylonis ilic sedimus et flevimus dum recordaremur tui, Sion in salicibus in medio eius suspendimus organa nostra. Στους ποταμούς της Βαβυλώνος εκεί καθίσαμε και κλάψαμε ενώ σε αναθυμόμασταν, Σιών (και) πάνω στις ιτιές, καταμεσής (της Βαβυλώνος) κρεμάσαμε τα όργανά μας. Πρόκειται για τους στίχους από τον Ψαλμό 136 κατά την εβραϊκή αρίθμηση (137 στη Βουλγκάτα), διάπυρη στιγμή του διωγμού, παρακάτω στη Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα: Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών· ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν· Οι Εβραίοι είναι εξόριστοι στους ποταμούς της Βαβυλώνας. Υποδουλωμένοι πλέον, θυμούνται την Ιερουσαλήμ και θρηνούν. Κι εκεί, στη Βαβυλώνα, πάνω στις ιτιές, κρεμούν το τραγούδι τους και δε θα το ξαναπιάσουν. Γιατί αυτοί που τους έφεραν εκεί, τους ζήτησαν να ψάλουν ιερά τραγούδια. Και τους έλεγαν: ψάλετέ μας τα ιερά άσματά σας, της Σιών. Κι οι Εβραίοι έλεγαν: πώς θα ψάλουμε εδώ τα ιερά μας άσματα; εδώ, στην...

Αρτινή

Είναι περίπλοκο, γι’ αυτό δώσε βάση: Η Αλίφε είναι ήταν —και είναι— μια πόλη της Ιταλίας, στην Καζέρτα, δηλαδή στην Καμπανία. Ο οικισμός στους γύρω λόφους βρίσκεται εκεί απ’ την Εποχή του Σιδήρου και δώθε. Πα να πει, χοντρικά, απ’ τον δέκατο αιώνα κι ύστερα. Απ’ όταν η παράδοση θέλει τον Ιησού του Ναυή να οδηγεί τον λαό μέσα στη Χαναάν. Απ’ τον καιρό που στην Αίγυπτο περνάμε στην εικοστή Δυναστεία και τον Ραμσή Γ΄ – στα μπερδέματα με το ιερατείο και στις απεργίες στο Σετ Μάατ, τον Τόπο της Αλήθειας – στο σημερινό Ντέιρ ελ-Μεντίνα. Από τόσο παλιά. Πάνω κάτω, πάντα, εντάξει; Σαμνιτικό όνομα η Αλίφε. Τι θα πει Σαμνιτικό, θα μου πεις τώρα: το Σάμνιον ήταν περιοχή στη Νότια Ιταλία, έτσι το λέγαν οι ξένοι, οι ίδιοι λεγόντουσαν Σαφινείς, συγγενείς των Σαβίνων, πα να πει ινδοευρωπαίοι, οσκικά μιλούσαν, πολέμησαν κατά της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, συμμάχησαν με τον Πύρρο της Ηπείρου, βίος και πολιτεία, κι ύστερα εξεγέρθησαν στον Κοινωνικό Πόλεμο, αλλά ο Σύλλας τούς αποδεκάτισε – Σαμν...