Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Σείκιλος



Μοιράζεται μαζί μας στη «Δόξα του Ετερόκλητου» ο φίλος Δημήτρης Φύσσας μια πολύ ενδιαφέρουσα εκτέλεση της μουσικής τού επιγράμματος του Σείκιλου που βρέθηκε χαραγμένο σε επιτύμβια στήλη στο σημερινό Αϊντίνι της Τουρκίας και που θεωρείται το αρχαιότερο σωζόμενο έργο ελληνικής μουσικής.

Είναι της Ισλανδής συνθέτριας και τσελίστριας Gyða Valtýsdóttir από το άλμπουμ της «Epicycle». Κιθάρα ο Shahzad Ismaily, ντραμς ο Julian Sartorius και φωνές η Kristín Anna Valtýsdóttir και η Ásthildur Valtýsdætur, αδελφές της Gyða.

Περί ονομάτων λοιπόν, (αφού για ευκολία του αναγνώστη απλοποιήθηκαν οι γραφές τους) και εις περαιτέρω Δόξαν του Ετερόκλητου του Δημήτρη:

Στα Ισλανδικά τα επώνυμα δεν είναι μόνο δηλωτικά πατρός (πατέρας Γιάννης – γιος Γιαννόπουλος, Γιαννίδης, Ιωάννου – δηλαδή ο γιος του Γιάννη κ.λπ.), αλλά και μητρός: Gyda Valtysdottir θα πει «Gyda η κόρη της Valty».

Και μάλιστα δεν περνούν από γενιά σε γενιά. Το επώνυμο της κόρης της Gyda, δε θα είναι Valtysdottir όπως και της μάνας της αλλά Gydasdottir που θα πει «η κόρη της Gyda». Μάνα και κόρη θα 'χουν διαφορετικό επώνυμο γιατί το μικρό όνομα της μάνας της καθεμιάς είναι διαφορετικό.

Το ίδιο και στ' αγόρια: το επώνυμο του γιου του Kristjan Einarsson δε θα είναι Einarsson αλλά Kristjansson. Και της κόρης του θα είναι Kristjansdottir.

Ναι. Από τόσο μακρινή χώρα είναι η Gyda και οι αδελφές της, η Kristin Anna και η Asthildur, που, σημάδι ότι έχουν την ίδια μάνα, έχουν κοινό επώνυμο. Αγάπησαν το έργο του Σείκιλου και το περιέλαβαν σε άλμπουμ που ονόμασαν «Επίκυκλος».

Στον «Επίκυκλο» της Valtysdottir, κιθάρα παίζει ο Shahzad Ismaily. Νεοϋορκέζος, γιος Πακιστανών μεταναστών. Το αραβικό όνομά του θα πει «μέλος της Ισμαΐλιας σέχτας». Και κρουστά ο Julian Sartorius. Από του Ιουλιανό και τον Ιούλιο. Και από τον Ράπτη ή Ραπτικό. Όνομα προφανώς λατινικό, ποιος ξέρει όμως από ποια χώρα. Τέτοια ονόματα βρίσκει κανείς από τη Σουηδία και την Ολλανδία ώς τη Γερμανία.

Μιλώντας για καταγωγές, και για να φύγουμε από τον «Επίκυκλο»: από τα μέρη του Σείκιλου, από το Αϊδίνι δηλαδή, είναι προφανές ότι καταγόταν κάποιος πρόγονος του Κώστα Αϊδινίου, διεθνούς ποδοσφαιριστή του Ηρακλή και του Ολυμπιακού, εβδομηντάρη σήμερα, γεννημένου στη Φλώρινα. Εδώ το επώνυμο περνούσε από πατέρα σε γιο, παράδοση που συνεχιζόταν μέχρι πριν λίγα χρόνια. Η γραμμή θα κοβόταν μόνο με τον γάμο κάποιας κόρης Αϊδινίου.

Όσο για τον Φρύγιο Τρόπο του Σείκιλου, αυτός είναι ένας από ένα σύστημα οκτώ κλιμάκων (τρόπων) στις οποίες αναφέρεται ο Αριστόξενος ο Ταραντίνος, μαθητής του Αριστοτέλη και συγγραφέας των «Αρμονικών στοιχείων», βασικής πηγής των γνώσεών μας περί την Αρχαία Ελληνική μουσική. Τα ονόματά τους, Δώριος και Υποδώριος, Φρύγιος και Υποφρύγιος, Λύδιος, Υπολύδιος, Μιξολύδιος και Υπομιξολύδιος, δεν είναι του Αριστόξενου. Θεωρήθηκε ότι τα έδωσε ο Άγιος Αμβρόσιος, κατά κόσμον Aurelius Ambrosius, επίσκοπος των Μεδιολάνων, δηλαδή του Μιλάνου, ένας από τους Πατέρες της χριστιανικής εκκλησίας. Και υμνογράφος και μουσικός.

Μικρός δεν είναι ο κόσμος;



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...