Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Νικόλαος



Ο από τον Λαό, ο νικητής.

Από τα Πάταρα. Μια από τις μεγαλύτερες πόλεις. Στις εκβολές του Ξάνθου ποταμού, του πατέρα της Λυκίας, και πάνω στον όρμο Αντιφέλλου. Μεγάλο λιμάνι. Η κατοπινή Αρσινόη. Στη σημερινή επαρχία της Αττάλειας. Λιγο παρακεί από το Καστελλόριζο. Εκεί έζησε ο Άγιος. Και στα Μύρα. Γι' αυτό και τον είπαν «ο Μύρων».

Μικρασία. Η πηγή της δύναμης της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Σιτηρά και άνθρωποι και πολιτισμός. Και πλούτος. Πλουσιόπαιδο κι ο Νικόλας. Είχε όμως μυαλά αλλιώς. Έγινε ιερέας και βοηθούσε τους φτωχούς και τους ανήμπορους. Κι όταν ο Χριστιανισμός άρχισε να παίρνει τα πάνω του μεταξύ των Ελλήνων, έγινε θεϊκή αποκάλυψη στους Επισκόπους της περιοχής και τον ανακήρυξαν Αρχιεπίσκοπο. Καθώς οι διωγμοί συνεχίζονταν, οπότε τον πήρε κι αυτόν η μπάλα. Διώχθηκε και βασανίστηκε κι εξορίστηκε. Αλλά την κρίσιμη στιγμή περάσαμε στον Μέγα Κωνσταντίνο. Σχεδόν συνομήλικοι – δυο χρόνια μικρότερός του ήταν ο Αυτοκράτορας. Κι αλλάξαν τα πράματα άρδην. Ο Άη Νικόλας ξανάγινε Αρχιεπίσκοπος.

Μάλιστα στην Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, στη Νίκαια της Βιθυνίας, αρπάχτηκε με τον Άρειο της Αλεξανδρείας, αυτόν του Αρειανισμού.

– Άντε ρε από δω που είναι ο Χριστός δημιούργημα του Θεού. Βλάκα. Υπόσταση του Θεού είναι. Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού. Πολιτικάντη!

Τσαμπουκαλεύτηκε ο Άρειος, παφ του αμολάει ένα σκαμπίλι ο Νικόλας. Ναι, αλλά δεν ήταν σκέτη μάζωξη παπάδων περί τα θρησκευτικά. Είχε μεγάλη σημασία για την Αυτοκρατορία πώς θα διατυπώνονταν τα δογματικά τής νέας θρησκείας. Παρών ήταν ο Κωνσταντίνος αυτοπροσώπως, και μάλιστα Πρόεδρος. Επίσκοπος των Έξω, παρακαλώ. Υπό του Θεού καθιστάμενος επίσκοπος των εκτός. Που προσπαθούσε να κρατήσει τάξη στο μαγαζί. Και βέβαια έφριξε.

– Στη φυλακή να τον ρίξετε.
– Μα είναι Άγιος, Μεγαλειότατε.
– Μπροστά μου ρε να χαστουκίσει τον άλλον τον τράγο; Τι το κάναμε εδώ; Ριγκ; Κλειδώστε τον.

Τον τσουβαλιάσαν τον Άγιο, του πήραν και το ωμοφόριο και τον ρίξαν στο μπουντρούμι. Έλα όμως που ο Χριστός κι η Παναγιά ήρθαν στο κελί του αυτοπροσώπως και του τα ξαναφόρεσαν τα αρχιερατικά του και του δώσαν κι ένα Ευαγγέλιο. Πάνε το πρωί να του βάλουν νερό οι δεσμοφύλακες κι απόμειναν ξεροί. Τα ’μαθε κι ο Κωνσταντίνος αμέσως και το ξανασκέφθηκε.

– Ας είμεθα επιεικείς. Γέρον άνθρωπο, βγάλτε τον έξω.

Πάντα ήταν χρήσιμος κάποιος χριστιανός που να μπορεί να συνεννοείται με τη θάλασσα. Κι ο Άγιος το ’χε με τα θαύματα, το ’χε και με τα κύματα. Κάποτε, λέει, σ’ ένα καράβι που θαλασσοπνιγόταν, ένας ναύτης τον πήρε και τον σήκωσε, κι έπεσε στα παγωμένα τα νερά. Πώς να γυρίσει στο καράβι, μέσα στα σκοτάδια και με τον αγέρα να λυσσομανάει; Πώς να κολυμπήσει; Άρχισε να παγώνει. Κι η θάλασσα να τον τραβά στον πάτο. Άγιε μου Νικόλα βόηθα! Ε, αυτό ήτανε. Την άλλη στιγμή ήταν στο σπίτι του. Συγκοπή κοντέψαν να πάθουν οι δικοί του όταν τον είδαν έτσι ξαφνικά στο καθιστικό, μουσκίδι απ’ τα θαλασσόνερα και τα γένια του μες το φύκι.

– Πώς βρέθηκες εσύ εδώ μέσα;
– Ό,τι ξέρετε ξέρω, ρε παιδιά!

Николай Чудотворец λένε Βούλγαροι και Ρώσοι. Νικόλαος ο Θαυματουργός. Και Nikolaus von Myra οι Γερμανοί, Nicolas de Myre οι Γάλλοι και Nicolaas van Myra οι Ολλανδοί. Από τα Μύρα. Nicolau de Mira οι Πορτογάλοι και Nikolla i Mirës οι Αλβανοί. Που τον λένε και Shën Kolli, δηλαδή Saint Nicholas, σαν τους αγγλόφωνους.

Σήμερα κάθε καράβι έχει μέσα εικονοστάσι του Άη Νικόλα. Κι αν σε περίπτωση τρικυμίας και θαλασσοταραχής, τότε ρίχνουν στα κύματα λίγο λαδάκι απ’ το καντηλάκι του Αγίου. Κι η φουρτούνα ημερεύει και γίνεται καλωσύνη και παν οι ανθρώποι σπίτια τους και στα παιδιά τους.

Με τη φουρτούνα
και το Σιρόκο
ήρθε μια σκούνα
απ’ το Μαρόκο

Με τον αγέρα
και με τ’ αγιάζι
πάει μια μπρατσέρα
για την Βεγγάζη

Άγιε Νικόλα,
παρακαλώ σε
στα πέλαγα όλα
λουλούδια στρώσε

Θα γιόρταζε σήμερα κι ο Γκάτσος μας.




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σημεία

Καὶ ἐκόντευε νὰ παρέλθῃ ἡ μέρα τῆς πεντηκοστῆς, καὶ ἦσαν ἅπαντες μαζεμένοι ὁμόθυμοι. Καὶ ἐγένετο ἐξαίφνης ἐξ οὐρανοῦ ἦχος, ὥσπερ πνοὴ βιαία νὰ ὁρμᾷ ὁποῦ ἦσαν καθήμενοι, καὶ ἐγέμισεν ὁ οἶκος ὅλος. Και ὡσὰν να ἐξεχωρίστηκαν γλῶσσες φωτιᾶς, ἔκατσε καθεμιὰ στὸν καθένα τους, κι ἐγέμισαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν λαλιαῖς ἄλλες, καθὼς ποὺ τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς καὶ μιλοῦσαν. Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ κατοικοῦσαν Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους ὑπὸ τὸν ἥλιον. Γενομένης δὲ τῆς βοῆς ταύτης, ἐμαζεύθη πλῆθος. Καὶ τὰ ἔχασαν, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος στὴν δική του τὴν λαλιὰν νὰ τοῦ μιλούν. Κι ἐξίσταντο πάντες κι ἐθαύμαζον, λέγοντες πρὸς ἀλλήλους: καλὰ, Γαλιλαῖοι δὲν εἶναι πάντες αὐτοὶ οἱ λαλοῦντες; πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τη δική του τὴν λαλιά, τὴν μητρική; Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς Κυρήνης, καὶ οἱ παρεπιδημοῦντες ...

Σαρανταπέντε

Σαρανταπέντε είναι. Δε μπορεί. Κάποιος απ’ όλους θα ’ναι δικός σου. Γνωστός, φίλος, φίλος φίλου, φίλη, φιλεναδοφίλη – έχουμε απ’ όλα. Γιάννης και να γειάνεις είναι διπλανά, δεν είναι; Μπα. Ρίμα κάνει, τον κορέκτορα μπερδεύει, αλλά δεν έχει σχέση. Ή, νομίζεις ότι Ιωάννης κάτι έχει με αυγή. Το φως. Αλλά ούτε. Δεν είναι καν ελληνικά. Εβραίικα είναι. Yəhôḥānān (יהוחנן) και πιο σύντομα Yôḥānān (יוחנן). Δεν είμαστε και πολύ  μακριά από τον Εβραίο Θοδωρή. Το όνομα θα πει δώρο Θεού ή ο Θεός γενναιόδωρος. Παίζει κι έτσι, παίζει κι αλλιώς. Όπως το πάρεις. Κι έχουμε και τον Yaḥyā (يحيى). Αραβικά. Στο Κοράνι, στο Σουράτ Μαριάμ, ο γιός τού ηλικιωμένου Ζαχαρία και της επίσης ηλικιωμένης και στείρας γυναίκας του (19:1-15). Που όμως το Βιβλικό του όνομα είναι Yūḥannā (يوحنا). Όπως και να ΄χει, όχι σαρανταπέντε – εκατόν πέντε είναι, ζωή να ’χουν. Και τους ξέρουμε όλους. John F. Kennedy, Joan Baez, Johnny Depp, Jane Fonda, Janet Jackson, Janis Joplin, Jean Simmons για να πιάσουμε τους αγγλοτέτοιους....

Super flumina Babylonis

Super flumina Babylonis ilic sedimus et flevimus dum recordaremur tui, Sion in salicibus in medio eius suspendimus organa nostra. Στους ποταμούς της Βαβυλώνος εκεί καθίσαμε και κλάψαμε ενώ σε αναθυμόμασταν, Σιών (και) πάνω στις ιτιές, καταμεσής (της Βαβυλώνος) κρεμάσαμε τα όργανά μας. Πρόκειται για τους στίχους από τον Ψαλμό 136 κατά την εβραϊκή αρίθμηση (137 στη Βουλγκάτα), διάπυρη στιγμή του διωγμού, παρακάτω στη Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα: Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών· ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν· Οι Εβραίοι είναι εξόριστοι στους ποταμούς της Βαβυλώνας. Υποδουλωμένοι πλέον, θυμούνται την Ιερουσαλήμ και θρηνούν. Κι εκεί, στη Βαβυλώνα, πάνω στις ιτιές, κρεμούν το τραγούδι τους και δε θα το ξαναπιάσουν. Γιατί αυτοί που τους έφεραν εκεί, τους ζήτησαν να ψάλουν ιερά τραγούδια. Και τους έλεγαν: ψάλετέ μας τα ιερά άσματά σας, της Σιών. Κι οι Εβραίοι έλεγαν: πώς θα ψάλουμε εδώ τα ιερά μας άσματα; εδώ, στην...