Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Φακέλωμα



Όχι, δεν είν’ έτσι. Καθόλου. Δεν πρόκειται περί φακελώματος.

Φακέλωμα κάποτε λέγαμε τη συγκέντρωση πληροφοριών για κάποιο άτομο από πλευράς κάποιου ενδιαφερομένου, προσώπου ή οντότητας. Κάποτε μας φακέλωνε ο χαφιές ή η αστυνομία. Το κράτος. Μας έφτιαχνε φάκελο. Επρόκειτο για μια χαρτονένια θήκη, ένα φόλντερ με αυτιά, συνήθως, ή κορδελάκια πάνινα, που δένονταν και το κρατούσαν κλειστό, και που περιλάμβανε χαρτιά. Αναφορές. Ο τάδε σε είδε εκεί εκείνη την ώρα. Ο δείνα σε είδε να παίρνεις μέρος στη διαδήλωση. Κι ο ψι σε άκουσε να βρίζεις την κυβέρνηση. Το φακέλωμα ήταν μια ενέργεια με σκοπό να τηρούνται πληροφορίες ώστε να μπορεί να ελέγχονται οι πολίτες από μια δομή εξουσίας.

Τη χρησιμοποιήσαμε κι αλλού τη λέξη. Ο φάκελος της υπόθεσης, λέμε στο δικαστήριο. Ο φάκελος του ακινήτου, λέμε στην πολεοδομία. Συνεκδοχικά. Εννοώντας το σύνολο των στοιχείων που αφορούν σε μιαν υπόθεση. Το πήραν και οι δημοσιογράφοι. Ο φάκελος Δημόσια Παιδεία. Σιγά που η συγκεκριμένη εκπομπή εξαντλεί το θέμα. Κι όμως. Αυτό υπονοεί ο τίτλος: όλα τα στοιχεία για το ζήτημα Δημόσια Παιδεία.

Και το επεκτείναμε. Σήμερα, φάκελο και φακέλωμα λέμε και τα στοιχεία που κρατάει ο ΟΑΕΔ. Ή το νοσοκομείο. Ή το Υπουργείο. Ή η αεροπορική εταιρεία. Ή η τράπεζα.

Αλλά είναι έτσι; Στέκει αν το σκεφθούμε αντίστροφα; Υπάρχει ανθρώπινη σχέση που μπορεί να λειτουργήσει χωρίς την τήρηση αρχείου; Από καταβολής οι άνθρωποι κρατάμε τεφτέρια. Τόσα μου ’δωσες, τόσα σου χρωστάω, τόσα κάνει να μου δίνεις, οπότε πάρε αυτά να πατσίσουμε. Κι ο Γιάννης με τα ωραία τα μάτια; Πώς θα τον ξαναδείς άμα δε σημειώσεις το ρημάδι το τηλέφωνό του;

Ώσπου, μια μέρα ήρθαν τα κομπιούτερ.

Τι δηλαδή θα ’πρεπε να κάνουν οι τράπεζες; Αντίσταση; Να πας να ζητήσεις τα λεφτά σου και να βγάζουν το τεφτέρι, φτου, στάσου να δω πόσα έχεις στο λογαριασμό. Και να ξεφυλλίζει ο άλλος χαρτιά, και να σαλιώνει τις δαχτύλες του, πάλι φτου, υπομονή κύριε, κι εσύ να λυσσάς από μέσα σου. Σαν τον παλιό καλό καιρό. Και να σου ζητάνε και δυο μάρτυρες ότι εσύ είσαι εσύ.

Το τεφτέρι, τεφτέρι ήταν και τεφτέρι έμεινε. Απλώς έγινε ηλεκτρονικό. Εκεί κρατιέται πια η σημείωση. Τόσα μου χρωστάς. Κι αφού έγινε ηλεκτρονικό, βρέθηκαν και τρόποι να οργανωθεί αυτή η πληροφορία: εδώ τ’ όνομά σου, εδώ το τηλέφωνο, κι εδώ πόσα μου χρωστάς. Κι αφού έγινε κι αυτό, βρήκαμε και τρόπο να το μορφοποιούμε ώστε ασχέτως τι μηχάνημα χρησιμοποιείς εσύ κι εγώ, τις πληροφορίες μας αυτές να μπορούμε να τις ανταλλάξουμε. Και να κρατάμε και αρχείο αυτών των ανταλλαγών, τι σου στέλνω και τι μου στέλνεις. Και να κρατάμε και αρχείο τι σου είπα τι μου είπες και πότε.

Ήδη κάποιοι με μυαλό το ’χαν πιάσει ότι το μέλλον του κόσμου είναι η πληροφορία. Και κυρίως η διακίνησή της. Αφού δηλαδή ολονών μας τα τεφτέρια, του μαθητή του δημοτικού και του αρχηγού τού κράτους, και του ψιλικατζή και της τράπεζας, αφού έγιναν ηλεκτρονικά, το παιχνίδι παίζεται στη διαχείρισή τους. Των τεφτεριών και των περιεχομένων τους.

Και ξημερώσαμε σήμερα. Πάρε κι ένα δωρεάν μέιλμποξ απ’ αυτούς με το μυαλό που λέγαμε, που έτρεξαν και στήσαν μαγαζί γωνία. Να ’χεις τα μέιλ σου τζάμπα. Και τι σου στέλνω, τι μου στέλνεις, όλα να αποθηκεύονται. Και πάρε κι ένα κλάουντ, να φυλάς τις φωτογραφίες σου, εδώ με τη Σούλα, εκεί με το παιδί, εκεί στην παμπ με τον Γιώργο. Κι αν τα παίξει το σμάρτφόουν, παίρνεις καινούριο, κάνεις ένα ντάουνλόουντ, και να τα πάλι όλα στο νέο σου τηλέφωνο. Σαν να μην πέρασε μια μέρα. Και οι πληροφορίες της επιχείρησής σου. Του μαγαζιού σου. Του γραφείου σου. Και του δικού μου. Τα λογιστικά μας. Στο κλάουντ. Και οι πληροφορίες της τράπεζας. Και του ΙΚΑ. Και της εφορίας. Και του νοσοκομείου.

Μόνον αυτό; Όχι βέβαια. Πάρε και δωρεάν δυνατότητα να ψάχνεις το δίκτυο για ό,τι σ’ ενδιαφέρει. Ναι, αποθηκεύεται. Και τι ψάχνεις αποθηκεύεται, αλλά και τι βρήκες, αν βρήκες κάτι. Πάρε να φυλάς και τα τραγούδια σου. Και τις μουσικές σου. Και τις λίστες που προτιμάς. Και τα βίντεο. Και τους χάρτες. Και τις διαδρομές σου. Πού θέλησες να πας και πότε, και πώς πήγες. Κι από ποια διαδρομή. Και με ποιο λεωφορείο.

Και, φυσικά, δωρεάν – αλίμονο. Τσιγκουνιές θα κάνουμε;

Α, ναι! Πάρε και το φέισμπουκ να λες και τη γνώμη σου και να τσακώνεσαι επί παντός. Να κάνεις φίλους και να διαγράφεις φίλους. Και δώσ’ του λάικ, και δώσ’ του μπλοκ, και να οι καρδούλες, να και τα γελάκια. Και βάλε και τις εικόνες σου στο ίνσταγκραμ, και τις επαφές σου στο λινκτ ιν, και ποιος στη χάρη σου.

Μπαγάσα. Κάνε τις αγορές σου, ψάξε τα μπαράκια σου, δες τι γράφουν οι εφημερίδες, κι αν θες και τίποτε να χαλαρώσεις, πού να τρέχεις σε κακόφημα μέρη, να και μια καλλίπυγος νεαρά σε πενήντα στάσεις, εδώ με τον καλό της, εδώ με τον κακό της, εδώ το άγριό της, κι εδώ με τα σαράντα παλικάρια. Καταγράφονται όλα, βεβαίως. Πειράζει; Ποσώς.

Φακέλωμα; Επ’ ουδενί. Η ανάγκη μας να κάνουμε επαρκώς τη δουλειά μας και να έχουμε πρόσβαση σε όλα, μαζί και στα βιβλία μας και τις μουσικές μας και τα βίντεό μας, η επιθυμία μας αυτή απιθώνει στα μέσα απίστευτο όγκο πληροφορίας. Κάθε είδους και μορφής. Από τον τηλεφωνικό μας κατάλογο μέχρι το πελατολόγιο της ΔΕΗ, μαζί με στοιχεία για το ακίνητο, τον ιδιοκτήτη, την κατανάλωση και το σχετικό διάγραμμα. Κι από τα προσωπικά μας βίντεο με την Πόπη στα Μετέωρα ώς τα βίντεο από τις κάμερες ασφαλείας στην Τραφάλγκαρ Σκουέαρ. Από το ημερολόγιό μας με τα ραντεβού μας ώς το αρχείο φύλλων της Λε Μοντ, κι από τις φωτογραφίες του Σάκη ώς το αρχείο ακτινογραφιών του Μετροπόλιταν με ονοματεπώνυμα, ηλικίες, ημερομηνίες, γνωματεύσεις και έκβαση.

Υπήρχε τρόπος να γίνει αλλιώς; Μπα! Μήπως θα θέλαμε να είχε γίνει αλλιώς; Μπα! Καθόλου. Η ευκολία είναι προφανής. Τι δηλαδή, να γυρίσουμε στη Λίθινη Εποχή και να ξαναρχίσουμε να κρατάμε σημειώσεις σε μπλοκάκια  και φακέλους και φοριαμούς; Πού είναι η ακτινογραφία της θειάς; Στο μεσαίο συρτάρι κάτω απ’ τις κάλτσες. Ο Χριστός!

Φακέλωμα; Μεγάλη κουβέντα. Όσο τα τεφτέρια ήταν φακέλωμα, άλλο τόσο είναι και το σημερινό. Περί ηλεκτρονικού τεφτεριού πρόκειται. Κι όχι με σκοπό την καταγραφή και αποτύπωση πληροφοριών για τον έλεγχο του πολίτη. Κατά τον ίδιο λόγο που η δημιουργία οδικού δικτύου δεν είναι η προσπάθεια του κράτους να πολλαπλασιάσει τις αιτίες θανάτου των υπηκόων του.

Άρα όλα καλά; Καθόλου. Το καινούριο κοσκινάκι παρέχει νέες δυνατότητες όχι μόνο στους καλούς, αλλά και στους κακούς. Και στα κράτη και στις εξουσίες. Αν παλιότερα για να κλέψεις έπρεπε ν’ αρπάξεις τα λεφτά από τα χέρια του άλλου, σήμερα αρκεί να βάλεις μια «λάθος» γραμμή στο λογισμικό της τράπεζας. Κι αν κάποτε για να φακελώσεις χρειαζόσουν χαφιέδες και να τους πληρώνεις, σήμερα αρκεί να ξέρεις πώς να διαβάσεις τα δεδομένα των μέσων δικτύωσης, των ηλεκτρονικών ταχυδρομείων, των τραπεζών, των ληξιαρχείων, της εφορίας, των μηχανών αναζήτησης και των τζι πι ες, και πώς να τα συνδυάσεις μεταξύ τους.

Και πια το φακέλωμα δεν είναι προσωπικό. Εκτός από περιπτώσεις που απασχολούν τη Δικαιοσύνη, τι παντελόνι θα βάλει ο Χρήστος ο ψηλός ή τι ψηφίζει η Μαρία από τα Πατήσια είναι παντελώς αδιάφορο. Αλλά ποιο παντελόνι θα πουλήσει το φθινόπωρο και ποιος θα βγει στις επόμενες εκλογές, ενδιαφέρει τα μάλα, και μπορεί να το βρει όποιος ξέρει να διαβάσει σωστά και να συνδυάσει κατάλληλα τον όγκο των δεδομένων, αφού προηγουμένως πληρώσει αδρά όλους αυτούς με το μυαλό, που τα συγκεντρώνουν δια της παροχής δωρεάν ευκολύνσεων σε μας.

Δε γνωρίζω πολιτισμό που απαγόρευσε τα μαχαίρια μόλις διαπίστωσε πόσο κακό μπορούν να κάνουν. Γιατί μπορούν να σκοτώσουν, αλλά μπορούν και να κόψουν ψωμί και να αφαιρέσουν όγκους. Οπότε καθήσαμε και κάναμε νόμους που ορίζουν πώς επιτρέπεται και πώς όχι να το χρησιμοποιείς το μαχαίρι.

Δεν έχουμε πρόβλημα με τα δεδομένα, ούτε με τις κάμερες και τα τσιπάκια καθαυτά. Ποτέ η καφρίλα δεν προστάτεψε μια κοινωνία: όχι στις κάμερες. Μπα; Γιατί; Είναι οι κάμερες κακοήθεις;

Ουδόλως. Αλλά κάποιοι άνθρωποι, είναι. Οπότε, αν υπάρχει θέμα, που βεβαίως υπάρχει, είναι με τη νομοθεσία και την τήρησή της. Πότε και πώς επιτρέπεται και η αποθήκευση, που είναι πια σχεδόν αυτοματισμός, αλλά κυρίως η ανάκτηση και επεξεργασία, και μάλιστα ο συνδυασμός των δεδομένων.

Πότε, πώς, από ποιον και με ποιον σκοπό.


--------------------------------

Ευχαριστώ τη Βάσια για το έναυσμα. :-)



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθήναι

Φαντάσου έχεις, λέει, μια γλώσσα, ωραία και καλή, και τη μιλάς σ’ ένα μικρό χωργιό που διατηρείς κάπου σε μια εύκρατη περιοχή τού κόσμου. Δεντράκια, ποταμάκια, αμπελάκια, κι έναν Παρθενώνα να σου βρίσκεται. Και φαντάσου ότι πας καλά, οι δουλειές, τα παιδιά, ψωνίζει ο κόσμος, κάτι μοντελάκια που θα γίνουν παγκοσμίως ανάρπαστα εις το διηνεκές, έλα όμως που οι καιροί αλλάζουν, χωργιό με χωργιό τα τσουγκρίζετε, δε βρίσκετε άκρη, ο κόσμος σας είναι πολύ μικρός, γινόστε μπάχαλο, και νάσου εμφανίζεται ένα πιο ρωμαλέο χωργιό και πιο φρέσκο, κάπου στον Βορρά, άλλο πολίτευμα, πιο ορεξάτο απ’ το δικό σου, ανανεωμένο, και σας βάνει σε σειρά, άλλο πνεύμα, μιλάει τη γλώσσα σου, τη βρίσκει πολύ γκιουζέλ και πολύ αποτελεσματική, παίρνει και μερικούς από τους πιο καλούς σου για δασκάλους των παιδιών του, και το καζάνι αρχινάει να κοχλάζει. Ίδιο προϊόν, ίδια μοντελάκια, άλλο μάρκετινγκ. Άλλες τακτικές πωλήσεων. Κι ενώ έτσι έχουν τα πράματα, αίφνης μια Κυριακή και μια γιορτή, μια πίσημον ημέρα, ένας τύπο...

Συγγνώμη

Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Έτσι λέει το τραγούδι. Βαρύ και μελαγχολικό. Δραματικό. Παθιασμένο. Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, δεν ξέρω να αγαπώ όμως πιο λίγο. Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ, μα βρήκα το κουράγιο και θα φύγω.[1] Αλλά για στάσου βρε αδερφέ. Από πού κι ως πού συγγνώμη! Ζητάς συγγνώμη που αγάπησες; Στάσου ματάκια μου, μια στιγμή, να το καταλάβουμε: πώς γίνεται – τι κακό έκανες που αγάπησες; Ή μήπως κακό που αγάπησες πολύ; Εκτός μην είσαι ψιλοκουφαλίτσα, Μήτσο μου, τώρα που το σκέφτομαι. Όχι δηλαδή ότι αγάπησες – αυτό τι κακό να κάνει. Μήπως τον θέλησες, πουλάκι μου, να τον φας. Γιατί άλλο το ’να κι άλλο τ’ άλλο. Μόνο τότε τσινάει ο άλλος – αν τον θέλησες εσύ και δε θέλησε αυτός – να τα λέμε τα πράματα με τ’ όνομά τους. Και μάλιστα αν τον έπνιξες. Έτσι δεν είναι Μήτσο μου; Βέβαια. Έτσι είναι Μήτσο μου. Κι όχι μόνο τον έπνιξες, αλλά με το που σ’ έκλασε και την έφαγες τη χυλόπιτα, το γύρισες στη χριστιανοσύνη: συγγνώμη που σ’ αγάπησα. Και κοτσάρισες και το «πολύ» ν...

Σαμαρεῖτις

Καθὼς λοιπὸν ἐγνώριζεν ὁ Κύριος ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι περισσοτέρους μαθητὰς κάνει καὶ βαπτίζει ὁ Ἰησοῦς παρὰ ὁ Ἰωάννης —παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἴδιος δὲν ἐβάπτιζεν· ἐβάπτιζαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ— γι’ αὐτὸ ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν κι ἐπῆγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  Κι ἔπρεπε νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Σαμαρείας. Ἔρχεται τὸ λοιπὸν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ποὺ ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱόν του τον Ἰωσήφ, κι ἦτον ἐκεῖ ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Κατάκοπος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καθόνταν ἐπὶ τῇ πηγῇ· ἡ ὥρα ἦταν ἕκτη. Κι ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ν’ ἀντλήσῃ ὕδωρ. Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς: δός μοι νὰ πιῶ – γιατί οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει λοιπὸν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις: καὶ πῶς ἐσὺ, ἕνας Ἰουδαῖος, ἀπὸ μένα νὰ πιῇς ζητᾶς, ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα; ἀφοῦ δὲν κάνουνε μαζί Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ: ἂν ἐγνώριζες τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖος εἶναι ποὺ σοῦ λέγει δός μοι νὰ πιῶ, ἐσύ ’σαι ποὺ θὰ τοῦ ζήτα...